Another try with the Ministry of Energy, Commerce, Industry and Tourism

Vassilis Sergiou
Commerce and Industry Officer
Ministry of Energy, Commerce,
Industry and Tourism
6, Andreas Araouzos street,
CY-1421, Nicosia,
Tel: +357 22867191 Fax: +357 22375120

16th April 2015

RE: The double selling of our house

Dear Ms Sergiou,
Thank you for your recent correspondence where you expressed willingness to reopen an investigation into our complaint. We have copied this letter to your counterpart agencies in the UK and will write to them directly in the hope that you can work together collectively towards a resolution for our case and better protection for others.

Kindly note, that since submitting our complaint in June 2011, we have moved address and it took a while for your letter to reach us.

Since 2011 we’ve proceeded with court action, we are awaiting an appeal and your assistance is still desperately required. So far, we have found no solace in the legal system, the courts have been viciously uneven, the property developer remains unpunished and continues to advertise the same false claims today.

Dangerously, one of our cases outlined below, made precedent at the Supreme Court and has now exposed consumers to a high risk that is unique to Cyprus and which needs addressing. In brief, a contract deposited at the Land Registry, no longer means you are the beneficial owner of that property. It is no longer a criminal offence for the developer to sell that same property over and over again. This is now a civil issue and the buyer must first prove to the civil courts any claim over the property. This, as our plight shows, will take over a decade to resolve and all that time with the buyers funds in the developers bank account.

Following the format of your attached complaint form.
A. Consumer Information
Mr Cornelius O’Dwyer
[home address]

Β. Company or Trader Information against whom the complaint is lodged
Christoforos Karayiannas & Son Ltd
Karayiannas Shopping Center
1st Floor, Office No.1
152 Griva Digeni
5281 Paralimni-Cyprus
Telephone: +357 23743553
Fax: +357 23730793
Email :

C. Description of the complaint
(Please write a clear description of the complaint. Attach additional pages, if necessary)

We bought a house from the above company to be built with a delivery date of July 2006. We deposited our sales contract in the Land Registry for specific performance. The company unlawfully disregarded that contract and kept all our money. The company immediately sold the same house at a higher price to another family without informing them of our existence.

False Advertising

When buying property in Cyprus, we, like everyone else, believed that the deposit of our contract in the Land Registry secured our rights and protected our interests. This is still the message from every estate agent, lawyer and developer in the industry. Here are some examples specific to our case:-
From Christoforos Karayiannas and Son Ltd’s own promotional material

“From the minute your contract of sale is registered at the land registry department the property is officially yours and you can sell your property the next minute.”

From the brochure of the Pittadjis Law Firm of Paralimni. The lawyers involved in selling our house to another without our knowledge

“By having the purchase contract deposited at the L.R.O. The buyer not only secures his interest in the property but he also prevents the owner of land/vendor from transferring the property to a third party without his knowledge”

Dangerously, this rhetoric also comes from the highest levels of government. Mr Neoclis Sylikiotis,Minister of the Interior stated in July 2009.

“It must also become clear that the ownership status of a buyer-owner of immovable property in Cyprus is definitely secured and cannot be challenged, as long as the buyer owner has submitted the buying-contract to the Department of Lands and Surveys”

Had we known that our developer can sell our house to another and keep our money despite our contract in the Land Registry, then we would never have bought in Cyprus.

Continue reading “Another try with the Ministry of Energy, Commerce, Industry and Tourism”

Chr. Karayiannas & Son Developers v. Υπουργείο Οικονομικών Φ.Π.Α: Case 1407/11


(Υπóθεση Αρ. 1407/2011)

20 Μαρτίου, 2015








Καθ’ων η αίτηση. 

Α. Κλαίδη (κα), για τους Αιτητές.
Ε. Καρακάννα (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α΄, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, για τους Καθ’ων η αίτηση.


ΠΑΜΠΑΛΛΗΣ, Δ.: Οι αιτητές, ως επιχειρηματίες ανάπτυξης γης, δραστηριοποιούνται σε ιδιόκτητα τεμάχια ή σ’ άλλα που αποτελούν αντικείμενο αγοράς από τρίτα πρόσωπα, με τη μέθοδο της αντιπαροχής.

Σε διενεργηθέντα έλεγχο από Λειτουργούς του Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, στα γραφεία των αιτητών, που διεξήχθη από το Σεπτέμβριο του 2010 μέχρι τον Οκτώβριο του 2011 και εξετάστηκαν οι φορολογικές περίοδοι από την 1η Μαΐου 2006 μέχρι 30 Νοεμβρίου 2010, διαπιστώθηκε ότι, οι αιτητές δεν απέδωσαν ΦΠΑ (Φόρο Εκροών) για συναλλαγές που αφορούσαν πωλήσεις κατοικιών και διαμερισμάτων, όπως επίσης και εργολαβικές εργασίες ανέγερσης κατοικιών.

Ταυτοχρόνως διαπιστώθηκε ότι οι αιτητές είχαν διεκδικήσει, λανθασμένα, φόρο εισροών.

Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι: 

Α. Παράλειψη απόδοσης φόρου εκροών.

  1. Για την κατοικία Α34, στο συγκρότημα ANDRIANI, ο τρόπος αποπληρωμής του τιμήματος ήταν, η καταβολή χρηματικού ποσού και ανταλλαγή ακίνητης ιδιοκτησίας. Οι αιτητές είχαν καταβάλει φόρο εκροών, μόνο για τη χρηματική αντιπαροχή χωρίς ν’ αποδώσουν φόρο εκροών για την ανταλλαγή της ακίνητης ιδιοκτησίας. Το ύψος του φόρου εκροών ανήρχετο σε €22.286,09.
  1. Η κατοικία αρ. 2 στο συγκρότημα AMASIS, πωλήθηκε στα πλαίσια διακανονισμού με άλλη εταιρεία. Τέθηκε στη διάθεση του τελικού ιδιοκτήτη τον Ιούλιο του 2010 και δεν καταβλήθηκε από τους αιτητές ο φόρος εκροών για ολόκληρο το ποσό.
  1. Οι αιτητές παρέλειψαν να αποδώσουν φόρο εκροών, για το υπόλοιπο ποσό 20 κατοικιών τις οποίες παρέδωσαν πριν την τελική εξόφληση. Κρίθηκε δε από τους καθ’ων η αίτηση ως ημερομηνία παράδοσης, η ημερομηνία της πρώτης κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος.
  1. Οι αιτητές παρέλειψαν να αποδώσουν φόρο εκροών για το κόστος ανέγερσης κατοικίας στο συγκρότημα BANA.
  1. Οι αιτητές, σύμφωνα με τις πρόνοιες συμφωνίας αντιπαροχής θα παραχωρούσαν 20 κατοικίες στους ιδιοκτήτες της γης. Οι έξι από αυτές είχαν ολοκληρωθεί, 11 ήταν ημιτελείς και τρεις δεν είχαν κατασκευαστεί. Οι καθ’ων η αίτηση έκριναν ότι, η αξία της αντιπαροχής ήταν ίση με την αξία του ήδη μεταβιβασθέντος, από τους ιδιοκτήτες γης προς τους αιτητές, μεριδίου, καθορίζοντας ως φορολογικό σημείο την ημερομηνία μεταβίβασης του εν λόγω μεριδίου στους αιτητές, οι οποίοι παρέλειψαν να αποδώσουν τον φόρο εκροών που αντιστοιχούσε στην εν λόγω αντιπαροχή.
  1. Οι αιτητές παρέλειψαν να αποδώσουν φόρο εκροών για την πώληση του διαμερίσματος D21 στο συγκρότημα KING EVAGORAS στο Παραλίμνι.
  1. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της συμφωνίας για ανέγερση του συγκροτήματος GEORGIA στη Λευκωσία, θα παραχωρούνταν τέσσερα διαμερίσματα στους ιδιοκτήτες της γης. Οι καθ’ων η αίτηση, έκριναν, ότι, ενόψει του γεγονότος της υπό εξέλιξη ανέγερσης του συγκροτήματος, η αξία της αντιπαροχής ήταν ίση με την αξία της γης που μεταβιβάστηκε στους αιτητές και ως φορολογικό σημείο κρίθηκε η ημερομηνία μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο. Υπολογίστηκε ο φόρος εκροών, που αντιστοιχούσε στην πιο πάνω αντιπαροχή, τον οποίο οι αιτητές παρέλειψαν να αποδώσουν.
  1. Οι αιτητές δεν απέδωσαν φόρο εκροών αναφορικά με το συγκρότημα SALAMINA στο Φρέναρος στο οποίο έγινε ανταλλαγή τεμαχίου.

Β. Εσφαλμένη διεκδίκηση φόρου εισροών.

  1. Οι αιτητές εσφαλμένα διεκδίκησαν φόρο εισροών για τιμολόγια για τα οποία δεν παραχωρείτο δικαίωμα έκπτωσης φόρου.
  1. Διεκδίκησαν φόρο εισροών, για το συγκρότημα KING EVAGORAS, το συγκρότημα KING MENELAOS και AMASIS για τα οποία υπήρχε εξαιρούμενη ανάπτυξη προς την οποία δεν παραχωρείται δικαίωμα έκπτωσης φόρου.

Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω διαπιστώσεις, κρίθηκε από τον Έφορο ΦΠΑ ότι, οι φορολογικές δηλώσεις που υποβλήθηκαν από τους  αιτητές για την περίοδο 1η Μαΐου 2006 μέχρι 30 Νοεμβρίου 2010 ήταν ελλιπείς και/ή περιείχαν σφάλματα. Ενόψει τούτου, προχώρησε σε βεβαίωση φόρου με βάση το άρθρο 49 του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000. Οι αιτητές ενημερώθηκαν για το θέμα αυτό με επιστολή ημερ. 10 Οκτωβρίου 2011, στην οποία περιέχετο και η βεβαίωση φόρου ύψους €558.013,31.

Οι αιτητές πρόβαλαν ότι η εν λόγω βεβαίωση φόρου ήταν αποτέλεσμα εσφαλμένης εφαρμογής του Νόμου και ελλιπούς έρευνας λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καθ’ων η αίτηση παραγνώρισαν ουσιώδη στοιχεία που τους είχαν υποβληθεί.

Κατοικία αρ. 34 στο συγκρότημα ANDRIANI

Αναφορικά με την εν λόγω κατοικία, οι αιτητές εισηγήθηκαν ότι οι καθ΄ων η αίτηση εσφαλμένα δεν έλαβαν υπόψη τους ότι, το ποσό της πώλησης συμπεριλάμβανε και ΦΠΑ. Αντιθέτως, οι καθ΄ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι κατά τον υπολογισμό του φόρου εκροών είχαν λάβει υπόψη τους ότι στο ποσό της αντιπαροχής συμπεριλαμβανόταν και ΦΠΑ και γι’ αυτό είχαν προβεί στον υπολογισμό με εσωτερική υφαίρεση, πράξη με την οποία υπολογίζεται ο ΦΠΑ που περιλαμβάνεται στην αντιπαροχή για την απόκτηση ενός αγαθού ή περιουσίας που επιβαρύνθηκε με ΦΠΑ.

Το τίμημα πώλησης ήταν €281.919,00. Ο τρόπος αποπληρωμής είχε προσδιοριστεί ως ακολούθως: Καταβολή χρηματικού ποσού €111.059 και το υπόλοιπο του τιμήματος συμφωνήθηκε όπως αποτελέσει το αντικείμενο ανταλλαγής ακίνητης ιδιοκτησίας ύψους €170.860. Ο φόρος εκροών που οφείλετο, σύμφωνα με τους υπολογισμούς των καθ’ων η αίτηση ήταν €22.296,09 (€170.860 Χ 15/115).

Σε συνάρτηση με τον προβληθέντα ισχυρισμό της αιτήτριας ότι οι καθ’ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη ότι το ποσό της πώλησης περιλάμβανε και ΦΠΑ, κρίνω ότι δεν ευσταθεί. Στην επιστολή ημερ. 10 Οκτωβρίου 2011 γίνεται αναφορά στο ποσό των €281.919 και για το ΦΠΑ. Με αυτό το δεδομένο οι καθ’ων η αίτηση είχαν προβεί στη συγκεκριμένη πράξη υπολογισμού του φόρου εκροών.

Δεδομένης της φύσης του ΦΠΑ ως αυτοβεβαιούμενου φόρου, η βεβαίωση και πληρωμή του, αποτελεί ευθύνη του επιχειρηματία. (Δημοκρατία ν. Tyrimos Tavern Restaurant Ltd (2000) 3 Α.Α.Δ. 679).

Σύμφωνα με το άρθρο 49(1) του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου του 2000 (95(Ι)/2000) (ο “Νόμος”). 

̎49.—(1) Όταν οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείψει να υποβάλει οποιεσδήποτε φορολογικές δηλώσεις που απαιτούνται δυνάμει του παρόντος Νόμου (ή δυνάμει οποιασδήποτε διάταξης που καταργήθηκε με τον παρόντα Νόμο) ή να τηρήσει οποιαδήποτε έγγραφα και να παράσχει τις διευκολύνσεις τις απαραίτητες για να επαληθευτούν τέτοιες δηλώσεις ή όταν ο Έφορος κρίνει ότι τέτοιες δηλώσεις είναι ελλιπείς ή ανακριβείς, ο Έφορος δύναται να βεβαιώσει κατά την καλύτερη κρίση του το ποσό του Φ.Π.Α. που είναι οφειλόμενο από αυτό το πρόσωπο και να γνωστοποιήσει το ποσό στο πρόσωπο αυτό.”

Διαπιστωθέντων λαθών στις φορολογικές δηλώσεις ο Έφορος έχει υποχρέωση να προβεί καλόπιστα, και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, στη βεβαίωση φόρου.

Το κατά πόσο, ο Έφορος ΦΠΑ, χρησιμοποίησε, κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του, είναι ζήτημα πραγματικό που εξετάζεται στα πλαίσια της συγκεκριμένης φορολογικής διαφοράς. Η επί τούτου σχετική απόφαση δεν ανατρέπεται αν, μέσα στα πλαίσια του Νόμου, ήταν ευλόγως επιτρεπτή.

Το πιο κάτω απόσπασμα από την Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας (2000) 3 Α.Α.Δ. 21, είναι σχετικό:

“Ο μόνος περιορισμός που τίθεται στον Έφορο είναι να προβεί στην πράξη υπολογισμού του οφειλόμενου φόρου χρησιμοποιώντας “κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του”. Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στον Έφορο να επιλέξει τη μέθοδο υπολογισμού του φόρου με βάση βέβαια τα στοιχεία τα οποία έχει ενώπιόν του. 

Καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του όρου “κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του” μπορούμε να αντλήσουμε από την αγγλική νομολογία επί του θέματος και ειδικότερα από τις αυθεντίες:Van Boeckel (πιο πάνω) και Argosy v. Inland Revenue Commissioner [1971] 1 W.L.R. 514. 

Σύμφωνα με την Van Boeckel “αυτό που προϋποθέτουν οι λέξεις της διάταξης είναι ότι ο Έφορος θα εξετάσει δίκαια όλο το υλικό που τέθηκε ενώπιόν του και να καταλήξει σε απόφαση η οποία είναι εύλογη και όχι αυθαίρετη ως προς το ποσό του οφειλόμενου φόρου. Από τη στιγμή που υπάρχει κάποιο υλικό που ο Έφορος μπορεί εύλογα να ενεργήσει δεν απαιτείται από αυτόν να προβεί σε διεξαγωγή έρευνας η οποία μπορεί να έχει ή να μην έχει σαν αποτέλεσμα την προσαγωγή περαιτέρω υλικού ενώπιόν του.”.

Η παρεχόμενη εξουσία προς τον Έφορο, αναφορικά με τον τρόπο υπολογισμού του φόρου, είναι ευρεία. Στην Υπ. Αρ. 303/2003, Vasilis Christodoulou Snacks Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ.                  7 Ιουνίου 2004, αναφέρεται:

“Σε τέτοιου είδους υποθέσεις, αναγνωρίζεται στον Έφορο ευχέρεια επιλογής της μεθόδου υπολογισμού με βάση τα στοιχεία που έχει ενώπιον του. Αν με βάση το υλικό που έχει ενώπιόν του ο Έφορος εύλογα μπορεί να ενεργήσει, δεν απαιτείται να προβεί στη διεξαγωγή περαιτέρω έρευνας. Ακολουθείται διαδικασία πιθανολόγησης σε σχέση με το ποσό της υποχρέωσης. Οι πιο πάνω αρχές πηγάζουν τόσο από την αγγλική νομολογία όσο και από δικές μας αποφάσεις. (Θεοδοσίου ν. Δημοκρατίας, υποθ. αρ. 75/94 ημερ. 13.6.96, Argosy v. Inland Revenue Commissioner(1971) 1 W.L.R. 514.” 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων προβλήθηκε από τους αιτητές            ότι, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι το ακίνητο παρέμεινε εγγεγραμμένο στο όνομα της ιδιοκτήτριας της γης, δεν θα μπορούσε να επιβληθεί ΦΠΑ. Οι καθ’ων η αίτηση έλαβαν ως φορολογικό σημείο για σκοπούς ΦΠΑ, “την ημερομηνία κατά την οποία η εν λόγω κατοικία περιήλθε στην κατοχή του ιδιοκτήτη της αφού υπήρχε ουσιαστική κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος με βάση τις πληροφορίες που λήφθηκαν από ΑΗΚ”. 

Η διαφορά μεταξύ των αιτητών και των καθ’ων η αίτηση έγκειται ουσιαστικώς, στο χρόνο παράδοσης της κατοικίας, για φορολογικούς σκοπούς.

Τα άρθρα 5(1) και 7(1) του Νόμου, καθορίζουν πότε επιβάλλεται ΦΠΑ σε παράδοση αγαθών ή παροχής υπηρεσιών.

Το άρθρο 5(1) προβλέπει ότι: 

“1) Φόρος προστιθέμενης αξίας επιβάλλεται, σύμφωνα με τις

διατάξεις του παρόντος Νόμου— 

(α) Επί της παράδοσης αγαθών και της παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Δημοκρατίας (συμπεριλαμβανομένου οτιδήποτε θεωρείται ως τέτοια συναλλαγή)·”


Το άρθρο 7(1) αναφέρει ότι: 

“Φ.Π.Α. επιβάλλεται επί οποιασδήποτε παράδοσης αγαθών ή παροχής υπηρεσιών που πραγματοποιείται στο εσωτερικό της Δημοκρατίας, όταν είναι φορολογητέα συναλλαγή που πραγματοποιείται από υποκείμενο στο φόρο πρόσωπο μέσα στα πλαίσια ή για προώθηση οποιασδήποτε επιχείρησης που ασκεί.”

Το τι αποτελεί “παράδοση” προσδιορίζεται στο άρθρο 3 του Δευτέρου Παραρτήματος το οποίο αναφέρει ότι:

“Αποτελούν παράδοση αγαθών— 

(α) Η μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας·

(β) η μεταβίβαση εξ αδιαιρέτου ιδανικής μερίδας επί ακίνητης ιδιοκτησίας·

(γ) η μεταβίβαση της κατοχής ακίνητης ιδιοκτησίας—

(i) δυνάμει σύμβασης ή συμφωνίας πώλησής της, ή

(ii) δυνάμει συμφωνίας που ρητά προβλέπει ότι θα μεταβιβαστεί και η ακίνητη ιδιοκτησία σε κάποιο χρόνο στο μέλλον.” 

Αναφορικά με το χρόνο παράδοσης και πότε θεωρείται ότι γίνεται, σχετικό είναι το άρθρο 9 του Νόμου, που προβλέπει:

9.—(1) Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται τηρουμένων των διατάξεων των άρθρων 13Β και 13Γ για να καθορίζεται ο χρόνος που μια παράδοση αγαθών ή παροχή υπηρεσιών θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα για τους σκοπούς επιβολής του Φ.Π.Α.

(2) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (4) μέχρι (14) πιο κάτω, μια παράδοση αγαθών θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα—


(β) αν τα αγαθά δεν πρόκειται να μεταφερθούν, κατά το χρόνο που τίθενται στη διάθεση του προσώπου προς το οποίο παραδίδονται.” 

Η συμφωνία μεταξύ αιτητών και ιδιοκτήτριας της γης, πρόβλεπε για ανταλλαγή της γης με την οικία. Η μεταβίβαση θα λάμβανε χώρα σε μεταγενέστερο στάδιο. Το γεγονός ότι το κτήμα παρέμενε επ’ ονόματι της ιδιοκτήτριας, τούτο δεν εξυπακούει ότι η κατοικία δεν παραδόθηκε στους αιτητές.

Σε έρευνα στην οποία προέβηκαν οι καθ’ων η αίτηση διαπιστώθηκε ότι, ουσιαστική κατανάλωση ρεύματος έγινε και ορθώς κρίθηκε ότι η εν λόγω κατοικία περιήλθε στην κατοχή του αγοραστή της, συνεπώς  υπήρξε παράδοση με βάση τις πρόνοιες του Νόμου. Τούτου δοθέντος, ορθώς κρίθηκε ότι η ημερομηνία έναρξης της κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος, ως η ημερομηνία καθορισμού της επιβολής φόρου εκροών.

Κατοικία αρ. 2 στο συγκρότημα AMASIS

Αναφορικά με την εν λόγω κατοικία και τα οφειλόμενα υπόλοιπα από την πώληση 20 κατοικιών, οι αιτητές επανέλαβαν και πάλι τον ισχυρισμό ότι οι καθ’ων η αίτηση δεν έλαβαν υπόψη ότι στο οφειλόμενο ποσό συμπεριλήφθηκε ΦΠΑ. Ο υπολογισμός του φόρου εκροών, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, έγινε με εσωτερική υφαίρεση, χρησιμοποιώντας το συντελεστή 115%. Από αυτό συνεπάγεται ότι           οι καθ’ων η αίτηση χρησιμοποίησαν τη μέθοδο υπολογισμού στηριζόμενοι στη βάση του ότι, το οφειλόμενο ποσό συμπεριλάμβανε ΦΠΑ. Τέτοιος υπολογισμός βρίσκεται εντός του πλαισίου της διακριτικής ευχέρειας του Εφόρου.

Περαιτέρω, για τις 20 κατοικίες, προβλήθηκε ότι οι καθ’ων η αίτηση, εσφαλμένα θεώρησαν ότι υπήρχε παράδοση, στηριζόμενοι σε στοιχεία της ΑΗΚ, λόγω κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος. Στην απαντητική τους αγόρευση, οι αιτητές ισχυρίστηκαν ότι, τα πιο πάνω στοιχεία αφορούσαν κατοικίες άλλες από τις επίδικες και επισύναψαν προς τούτο στοιχεία από την ΑΗΚ.

Κατ’ αρχήν πρέπει να σημειώσω ότι, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, δεν είναι επιτρεπτό να προσάγεται μαρτυρία. Εν πάση, όμως, περιπτώσει, τα επισυναφθέντα έγγραφα δεν αποδεικνύουν τα όσα πρόβαλαν οι αιτητές, καθότι δεν καταδεικνύεται ότι πρόκειται για άλλες κατοικίες. Στο διοικητικό φάκελο (τεκμήριο 1) υπάρχουν τα παραρτήματα 15-19 στα οποία αναφέρονται οι 20 κατοικίες που λήφθηκαν υπόψη και η έρευνα που διεξήγαγαν οι καθ’ων η αίτηση.

Δοθέντος ότι, υπήρχε παράδοση, όπως έχω αναλύσει πιο πάνω, η επιβολή του φόρου ήταν εντός του πλαισίου του Νόμου.

Κατοικία στο συγκρότημα ΒΑΝΑ

Με βάση τις πρόνοιες της συμφωνίας αντιπαροχής των ιδιοκτητών με τους ιδιοκτήτες γης, παραχωρήθηκαν δύο κατοικίες και οι αιτητές ανέλαβαν να ανεγείρουν μια κατοικία σε τεμάχιο των ιδιοκτητών στο συγκρότημα ΒΑΝΑ. Οι ιδιοκτήτες είχαν παραχωρήσει τη γη, για ανέγερση του συγκροτήματος STONE MEADOWS. Οι καθ’ων η αίτηση προέβηκαν σε υπολογισμό των υπηρεσιών ανέγερσης και του αντίστοιχου φόρου εκροών. Ο Έφορος υπολογίζει το φόρο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, χρησιμοποιώντας κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο την κρίση του και δεν έχω διαπιστώσει οτιδήποτε το οποίο να δεικνύει ότι ο εν λόγω υπολογισμός δεν ήταν εύλογος. Σημειώνω περαιτέρω ότι, δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός αναφορικά με τη συναλλαγή αυτή. 


Προβλήθηκε από τους αιτητές ότι εσφαλμένα επιβλήθηκε φόρος εκροών για 20 κατοικίες στο πιο πάνω συγκρότημα, έχοντας υπόψη ότι οι κατοικίες αυτές θα παραχωρούντο στους ιδιοκτήτες δυνάμει συμφωνίας αντιπαροχής. Όπως αναφέρθηκε στις διευκρινίσεις ο αριθμός των κατοικιών ήταν 17 και όχι 20. Σύμφωνα με το παράρτημα 19γ, όντως, υπάρχει κάποια διαφορά, ως προς τέσσερις κατοικίες (αρ. 2,3,4,5) οι οποίες είχαν συμφωνηθεί να δοθούν και στους δυο ιδιοκτήτες της γης. Αυτό, όμως, δεν θεωρώ ότι επηρεάζει την αξία της αντιπαροχής, εφόσον αυτή υπολογίστηκε με βάση την αξία του μεριδίου που δόθηκε ως αντιπαροχή.

Οι καθ’ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι είχαν ολοκληρωθεί έξι κατοικίες, 22 ήταν ημιτελείς και τρεις δεν είχαν εκτελεστεί. Κρίθηκε, από πλευράς Εφόρου, ότι, η αξία της αντιπαροχής ήταν ίση με την αξία της γης που μεταβιβάστηκε προς τους αιτητές από τους αρχικούς ιδιοκτήτες. Τούτο έγινε με βάση τη δηλωθείσα αξία στο Κτηματολόγιο. Ως φορολογικό σημείο καθορίστηκε η ημερομηνία μεταβίβασης στο Κτηματολόγιο.

Το άρθρο 14(3) του Νόμου προβλέπει ότι:

Αν η συναλλαγή πραγματοποιείται έναντι αντιπαροχής μη χρηματικής ή μη εξ ολοκλήρου χρηματικής, η αξία της λαμβάνεται ότι είναι τόσο χρηματικό ποσό όσο, με την πρόσθεση του επιβλητέου Φ.Π.Α., είναι αντίστοιχο προς την αντιπαροχή. 

Οι καθ’ων η αίτηση στη βάση της Ερμηνευτικής εγκυκλίου 105 θεώρησαν ότι η αξία της αντιπαροχής ήταν ίση με την αξία του μεριδίου της γης που τους μεταβιβάστηκε. Η πιο πάνω προσέγγιση ήταν εύλογη και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης.

Αναφορικά με το χρόνο παροχής των υπηρεσιών, το άρθρο 9(4) του Νόμου προβλέπει ότι αν η πληρωμή έγινε, πριν την παράδοση των αγαθών, τότε η παροχή θεωρείται ότι λαμβάνει χώρα κατά το χρόνο που λαμβάνεται η πληρωμή. Στην υπό κρίση περίπτωση η πληρωμή ήταν υπό μορφή μεταβίβασης της γης. Συνεπώς ορθά θεωρήθηκε ως φορολογητέο σημείο ο χρόνος μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας.

Τα όσα αναφέρει η αιτήτρια, περί εξαιρούμενης συναλλαγής, δεν τυγχάνουν εφαρμογής μετά την τροποποίηση του Νόμου το 2004. Ο φόρος που είχε επιβληθεί δεν αφορούσε την παράδοση της γης, η οποία είναι εξαιρούμενη συναλλαγή, αλλά την παροχή υπηρεσιών ανέγερσης των κατοικιών. Ούτε και τα όσα ισχυρίζεται η αιτήτρια αναφορικά με τα έγγραφα αρ 335-339 του παραρτήματος 2                          (συμφωνίες πώλησης), έχουν σχέση με την επιβολή του φόρου, καθότι τούτα δεν λήφθηκαν υπόψη από τους καθ’ων η αίτηση

Διαμέρισμα D21, συγκρότημα KING EVAGORAS

Επιβλήθηκε από τους καθ’ων η αίτηση φόρος εκροών για την πώληση του πιο πάνω διαμερίσματος. Η τιμή πωλήσεως ήταν €126.500 και ο φόρος εκροών ήταν €16.500. Από το εν λόγω ποσό αφαιρέθηκε το ποσό των €2.608,70, το οποίο πληρώθηκε μεταγενέστερα από τον ιδιοκτήτη της κατοικίας. Παρόλο που οι αιτητές δεν προβάλλουν οτιδήποτε συγκεκριμένο, για την εν λόγω επιβολή, θεωρώ ότι ο Έφορος, εφαρμόζοντας ορθά, τις πρόνοιες του Νόμου προέβηκε στο σχετικό υπολογισμό με βάση τα στοιχεία που είχε.

Διαμερίσματα στο συγκρότημα GEORGIA

Οι καθ’ων η αίτηση επέβαλαν φόρο εκροών για την ανέγερση τεσσάρων διαμερισμάτων στο πιο πάνω συγκρότημα. Τα εν λόγω διαμερίσματα είχαν παραχωρηθεί δυνάμει συμφωνίας αντιπαροχής. Η αξία της αντιπαροχής κρίθηκε ότι, ήταν ίση με την αξία της γης που μεταβιβάστηκε από τον ιδιοκτήτη της γης προς τους αιτητές. Καθορίστηκε, επίσης, ως η ημερομηνία μεταβίβασης, για σκοπούς φορολογίας. Σε σχέση με την αξία της αντιπαροχής και τον χρόνο υπολογισμού της, επαναλαμβάνω και υιοθετώ όσα ανέφερα πιο πάνω.

Οι αιτητές εισηγήθηκαν ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα έξοδα μελέτης για τα αρχιτεκτονικά σχέδια, καθώς και άλλες δαπάνες για την ανέγερση των εν λόγω διαμερισμάτων. Οι όποιες δαπάνες έγιναν δεν αποτελούν μέρος της αντιπαροχής και δεν υπολογίζονται. Αυτό αποτελεί θέμα έκπτωσης φόρου. Οι αιτητές είχαν δικαίωμα να υποβάλουν αίτημα, προσκομίζοντας τα απαραίτητα στοιχεία, για διεκδίκηση έκπτωσης.

Κατοικία αρ. 13, συγκρότημα SALAMINA

Επιβλήθηκε επίσης φόρος αναφορικά με την ανταλλαγή της πιο πάνω κατοικίας. “Ανταλλαγή” – “exchange” είναι η αμοιβαία μεταβίβαση ιδιοκτησίας.

Στη βάση των στοιχείων που συνέλεξαν οι καθ’ων η αίτηση από το Κτηματολόγιο διαπιστώθηκε ότι έγινε ανταλλαγή γης για το ποσό των €310.000 και αφορούσε την πιο πάνω κατοικία. Οι αιτητές επαναλαμβάνουν και εδώ ότι, οι καθ’ων η αίτηση δεν υπολόγισαν την έκπτωση φόρου εισροών επί των τιμολογίων αναφορικά με τις αρχιτεκτονικές υπηρεσίες. Όπως ανέφερα πιο πάνω η έκπτωση φόρου δεν υπολογίζεται στην κάθε συναλλαγή.

Φόρος εισροών.

Οι καθ’ων η αίτηση, κατά το διενεργηθέντα έλεγχο, διαπίστωσαν ότι οι αιτητές εσφαλμένα διεκδίκησαν δικαίωμα έκπτωσης φόρου σε σχέση με δυο τιμολόγια. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε στοιχείο το οποίο να αποδεικνύει ότι η πιο πάνω διαπίστωση ήταν εσφαλμένη.

Επίσης διαπιστώθηκε ότι είχε διεκδικηθεί φόρος εισροών σε σχέση με την αγορά κλιματιστικών για καταστήματα που ενοικιάζοντο. Τέλος, οι καθ’ων η αίτηση κατά τον έλεγχο τους διαπίστωσαν ότι οι αιτητές είχαν διεκδικήσει φόρο εισροών για την ανέγερση του συγκροτήματος KING EVAGORAS, KING MENELAOS και ΑMASIS, ενώ μέρος των διαμερισμάτων είχαν ενοικιαστεί.

Το άρθρο 21 του Nόμου προνοεί ότι, πρόσωπα υποκείμενα σε ΦΠΑ δικαιούνται να εκπέσουν το ποσό του φόρου εισροών από φορολογητέες συναλλαγές. Το άρθρο 7(2) του Νόμουπροκαθορίζει ως φορολογητέα συναλλαγή, κάθε παράδοση αγαθών ή υπηρεσιών, η οποία δεν είναι εξαιρούμενη συναλλαγή.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Όγδοου Παραρτήματος η μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας αποτελεί εξαιρούμενη συναλλαγή.

Συνεπώς, οι καθ’ων η αίτηση ορθώς δεν αποδέχτηκαν τη διεκδίκηση του φόρου εισροών που υποβλήθηκε από τους αιτητές εφόσον αυτή αφορούσε εξαιρούμενη συναλλαγή. (Υπ. Αρ. 218/2008,Jacomino Enterprises Ltd ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5 Μαρτίου 2010).

Στην περίπτωση διεκδίκησης έκπτωσης φόρου οι διατάξεις του Νόμου ερμηνεύονται στενά.

Στην Υπ. Αρ. 50/2008, St. George Hotel Enterprises Ltd ν. Δημοκρατίας, ημερ. 29 Μαρτίου 2010 αναφέρθηκαν τα πιο κάτω με τα οποία συμφωνώ:

“Η επίκληση από την αιτήτρια νομολογίας που αναφέρει ότι οι φορολογικοί νόμοι όταν επιβάλλουν φόρο πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά και σε περίπτωση αμφιβολίας αυτή αποφασίζεται υπέρ του πολίτη, είναι ορθή. Όμως εκεί που ο φορολογούμενος ζητά έκπτωση και/ή απαλλαγή φόρου, τότε οι σχετικές νομοθετικές πρόνοιες ερμηνεύονται αυστηρά εναντίον του φορολογούμενου (βλ. μεταξύ άλλων Μάτσης ν. Δημοκρατίας (1995) 3 Α.Α.Δ. 404, 408 με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία). Παρατίθεται εκεί και το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Μ.Δ. Στασινόπουλος «Μαθήματα Διοικητικού Διοικητικού Δικαίου» 3η έκδοση, 1966, σελ. 246: 

«Στενή ερμηνεία επιβάλλεται αναμφιβόλως εις τας διατάξεις, αίτινες θεσπίζουν φορολογικάς απαλλαγάς ή εξαιρέσεις, διότι η φορολογική εξαίρεσις ή απαλλαγή, αποτελεί παρέκκλισιν από τον κανόνα της καθολικότητος του φόρου και άρα αι θεσπίζουσαι εξαιρέσεις ή απαλλαγάς διατάξεις είναι διατάξεις εξαιρετικαί, αι δε εξαιρετικής φύσεως διατάξεις, συμφώνως προς γενικούς ερμηνευτικούς κανόνας, δέον να ερμηνεύωνται στενώς̎.

Με γνώμονα τα πιο πάνω βρίσκω ότι η έρευνα στην οποία είχαν προβεί οι καθ’ων η αίτηση ήταν, υπό τις περιστάσεις, η δέουσα και αναλυτική η εξήγηση της συγκεκριμένης κατάληξης τους.

Δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλάνη, ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του Δικαστηρίου, το οποίο, όπως νομολογιακά καθορίστηκε, δεν μπορεί να εξετάσει και να επέμβει στην ουσιαστική κρίση της διοίκησης – (βλ. Γεωργιάδης ν. Εφόρου Φόρου Εισοδήματος (2000) 3 Α.Α.Δ. 106). 

Με γνώμονα τα πιο πάνω η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Ποσό €1200 έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ’ων η αίτηση και εναντίον των αιτητών.




Appeal for second assault case


ΚΛΙΜΑΚΑ: €50.000 – €100.000


Κατ’ έφεσιν εκ του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (συνδεριάζον στην Λάρνακα) στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 197/2008



Ενάγοντα / Εφεσείοντα





Εναγομένων / Εφεσίβλητων

Έστω εις γνώσιν υμών ότι o Ενάγοντας δια της παρούσης εφεσιβάλλει την απόφαση την δοθείσαν εν την άνω αγωγή κατά την 18/12/2014 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται εις την παρούσα ειδοποίηση.

Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις του είναι εναντίον ολοκλήρου της εν λόγω αποφάσεως.


Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις του είναι εναντίον του μέρους εκείνου της έν λόγω αποφάσεως (ή διαταγής) δι’ού αποφασίζεται (ή διατάσσεται): (α) το ύψος και το είδος των αποζημιώσεων; (β) την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμονών γιατρών και του Ενάγοντα/Εφεσείοντα(β) την μη επιδίκαση όλων των πραγματικών και/ή ειδικών ζημιών του Ενάγοντα/Εφεσείοντα

Διεύθυνση επιδόσεως: Το Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Γωνία Αγίου Παύλου & Κάδμου αρ.2, WisdomTower, 3ος όροφος, 1511 Λευκωσία, Τ.Κ.24144, 1701 Λευκωσία, Θυρίδα Δικαστηρίου 179.

Φ/δι το Δικηγορικό Γραφείο του κου Αναστάσιου Ζ. Μυλωνά, Λόρδου Βύρωνος αρ.64, 1ος όροφος, 6023 Λάρνακα, Θυρίδα Δικαστηρίου 69.

Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόροι Ενάγοντα/Εφεσείοντα

Συνοικισμός Λιοπετρίου αρ.16Α
Λιοπέτρι – Αμμόχωστος

Οδός Οδυσσέα Ελύτη αρ.7

Οδός Μόρφου αρ.28
Περβόλια – Λάρνακα

*Ενάγων ή Εναγόμενος, ως ή εκάστοτε περίπτωσις.

Διαγράψετε εάν δεν χρειάζεται. Δηλώσατε τους όρους του μέρους εκείνου της αποφάσεως ή διαταγής δια τον οποίον γίνεται παράπονον.

Περαιτέρω δε έστω εις γνώσιν υμών ότι οι λόγοι της εφέσεως του και τα αιτιολογικά τούτων είναι (α):


Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη και/ή ανεπαρκή αξιολόγηση της μαρτυρίας και/ή παρερμήνευσε την επιστημονική μαρτυρία που είχε ενώπιον του και/ή κατέληξε σε συμπεράσματα που δεν προκύπτουν από τα γεγονότα και/ή τα τεκμήρια που είχε ενώπιον του και/ή δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη στοιχεία της μαρτυρίας και/ή έλαβε υπόψη του επουσιώδη στοιχεία της και/ή απέρριψε εσφαλμένα την ιατρική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και η οποία σχετίζεται με το ύψος των αποζημιώσεων.


  1. Δια το σύνολο της απόφασης, εμφαίνεται πως το Σεβαστό Δικαστήριο παραγνώρισε και/ή παρέβλεψε και/ή παρερμήνευσε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, προβαίνοντας σε εικασίες και/ή πιθανολογήσεις και/ή συμπεράσματα τα οποία δεν πηγάζουν και/ή δεν στηρίζονται από τη δοθείσα μαρτυρία, επιδικάζοντας με αυτόν τον τρόπο χαμηλά ποσά αποζημιώσεων, θέτοντας τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους σε ευνοϊκότερη θέση.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν υιοθέτησε ολοκληρωτικά και/ή στο σύνολο της τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων γιατρών που κατέθεσαν για την πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και/ή εσφαλμένα επιλεκτικά απέρριψε μέρος και/ή ολόκληρη τη μαρτυρία τους και/ή κατέληξε σε αυθαίρετα συμπεράσματα τα οποία δεν υποστηρίζονται από ιατρικά και/ή επιστημονικά εργαλεία και/ή έστω από άλλη αντίθετη ιατρική γνωμοδότηση. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε στο σύνολο της τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων γιατρών της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν αντικρούστηκε, παραλείποντας να λάβει υπόψη ότι η πλευρά των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων δεν προσκόμισε άλλη ιατρική μαρτυρία η οποία να αντικρούει και/ή να καταρρίπτει τα όσα κατέθεσαν οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες για τη πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε αντιφατικά συμπεράσματα τα οποία δεν αιτιολογούνται από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του. Συγκεκριμένα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ενώ από τη μια αποδέκτηκε ως αληθινή τη μαρτυρία του Νικόλα Νικολάου, ΜΕ5, και ενώ αποδέκτηκε πως τα ευρήματα του στηρίζονται σε κλινικές και άλλες ιατρικές εξετάσεις, εντούτοις απέρριψε την κατάληξη του ΜΕ5, ήτοι πως ο Ενάγων/Εφεσείων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με την αιτιολογία πως πρόκειται για αυθαίρετο συμπέρασμα το οποίο δεν υποστηρίζεται από ιατρικές εξετάσεις και επιστημονικά τεκμήρια. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν αποδέκτηκε τη μαρτυρία του εν λόγω γιατρού περί κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, από τη στιγμή που δεν υπήρχε άλλη αντικρουστική μαρτυρία, και ως εκ τούτου εσφαλμένα δεν επεδίκασε αποζημιώσεις για κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν υιοθέτησε και/ή απέρριψε σχεδόν ολοκληρωτικά τη μαρτυρία του Dr. Ian Drever, ΜΕ6, o oποίος ήταν ο μοναδικός ψυχίατρος ο οποίος προσήλθε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα, χορηγώντας του την κατάλληλη θεραπεία. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέκτηκε πως ο Ενάγων/Εφεσείων συνεπεία της επίθεσης, παρουσιάζει μόνο συμπτώματα συναισθηματικής διαταραχής, άγχους και αναστάτωσης, απορρίπτοντας το εύρημα του εν λόγω ψυχίατρου, ήτοι πως ο Ενάγων/Εφεσείων πάσχει από συμπτώματα κατάθλιψης και πως είχε εκφράσει στο παρελθόν τάσεις αυτοκτονίας. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη την ιατρική έκθεση, Τεκμ.53, δια της οποίας περιγράφεται η πάθηση “Adjustment Disorder with Disturbances of Emotions”, την οποία εξήγησε ο εν λόγω γιατρός δια της προφορικής του μαρτυρίας, ήτοι πως πρόκειται για μια αντίδραση στα διάφορα γεγονότα της ζωής που χαρακτηρίζεται από τη διακύμανση συναισθηματικής διαταραχής, δυσκολία προσαρμογής, την έντονη καταθλιπτική διάθεση, άγχος, αϋπνία, έντονη διαταραχή του ύπνου, απώλεια βάρους, απώλεια της ενεργητικότητας, απώλεια όρεξης, σκέψεις ή απόπειρες αυτοκτονίας. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε και/ή παρέλειψε και/ή εσφαλμένα απέρριψε πως λόγω της προαναφερόμενης κατάστασης ο Ενάγων/Εφεσείων λαμβάνει φαρμακευτικές και ψυχοθεραπευτικές αγωγές και/ή αντικαταθλιπτικά χάπια. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω εσφαλμένης αξιολόγησης, το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα επεδίκασε μειωμένο ποσό αποζημιώσεων και δεν ακολούθησε την υφιστάμενη νομολογία σε σχέση με τις αποζημιώσεις για σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα.

  1. To Σεβαστό Δικαστήριο, εν απουσία οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας η οποία να αμφισβητεί τη διαδικασία εξέτασης και ευρημάτων του Dr. Ian Drever, ΜΕ6, εσφαλμένα έκρινε πως ο ΜΕ6 παρέλειψε να παραθέσει στοιχεία από τα οποία να εξακριβώνεται κατά πόσο ακολούθησε κάποια διαδικασία που βασίζεται σε σταθερές ιατρικές μεθόδους για να καταλήξει σε αξιόπιστες μεθόδους.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν ακολούθησε και/ή δεν υιοθέτησε στην ολότητα της τη μαρτυρία του Dr. Ian Drever, ΜΕ6, με την αιτιολογία πως ο μάρτυρας «απέτυχε να εξηγήσει με σαφήνεια και με επιστημονική τεκμηρίωση πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συμπτώματα του Ενάγοντα με τα χαρακτηριστικά κατάθλιψης οφείλονται στον ξυλοδαρμό που έχει υποστεί».Το Σεβαστό Δικαστήριο παρερμήνευσε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και/ή συγκεκριμένα πως σε περίπτωση που κάποιος ασθενής έχει υποστεί ψυχολογικά τραύματα και/ή κατάθλιψη συνεπεία πολλών παραγόντων, τότε ο θεράπων ιατρός είναι το κατάλληλο πρόσωπο να αναφέρει ποιος λόγος διαδραμάτισε κύριο ρόλο στην εμφάνιση των εν λόγω τραυμάτων. Ως απόρροια της εσφαλμένης αυτής αξιολόγησης, το Σεβαστό Δικαστήριο κακώς έκρινε αρνητικά το γεγονός πως ο ΜΕ6 ανέφερε πως τα ψυχολογικά και/ή ψυχιατρικά προβλήματα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα οφείλοται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στην επίθεση που έχει δεκτεί. Ως εκ τούτου, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν επιδίκασε αποζημιώσεις σε σχέση με τα όσα προβλήματα κατέθεσε ο εν λόγω γιατρός.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τη κατάληξη του ΜΕ6, ήτοι πως τα ψυχολογικά προβλήματα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα οφείλονται στο μεγαλύτρο ποσοστό στην επίθεση που έχει δεκτεί, με την αιτιολογία πως αυτή είναι γενική και/ή αόριστη και/ή πως στηρίζεται σε υποκειμενικά κριτήρια, ήτοι μόνο στα όσα του έχει αναφέρει ο Ενάγων/Εφεσείων. Ελλείψει οποιασδήποτε αντίθετης ιατρικής άποψης και/ή εναλλακτικής ιατρικής εξέτασης, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τα ιατρικά κριτήρια στα οποία στηρίκτηκε ο ΜΕ6 για τη διεξαγωγή των ευρημάτων του.

  1. Περαιτέρω, το Σεβαστό Δικαστήριο φαίνεται πως παρερμήνευσε τα όσα τέθηκαν ενώπιον του από τον ΜΕ6, αφού εσφαλμένα θεώρησε πως η κατάληξη του εν λόγω γιατρού, ότι τα ψυχολογικά προβλήματα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα οφείλονται ως επί των πλείστων στην επίθεση, συγκρούεται και/ή δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ο οποίος ανέφερε πως ο νευρικός κλονισμός που υπέστη οφειλόταν σε συνδυασμό παραγόντων. Ο ΜΕ6 ανέφερε πως τα ψυχιατρικά προβλήματα οφείλονται στην επίθεση και στην παράβαση συμφωνίας σε σχέση με την αγοραπωλησία του σπιτιού και κατέληξε πως με βάση τις συνεδρίες που είχε με τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατέληξε πως τα ψυχιατρικά προβλήματα οφείλονται περισσότερο στην επίθεση παρά στην παράβαση της συμφωνίας, αφού βασιζόμενος στις συνεδρίες που είχε με τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατέληξε πως η επίθεση ήταν πιο επίπονη εμπειρία για τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε τη μαρτυρία του Dr. Υeoh, ΜΕ7, o οποίος ήταν ο μόνος εμπειρογνώμονας υπό την ιδιότητα του ως Consultant AudioVestibular Physician, (με εξειδίκευση στην ωτορινολαρυγγολογία), ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη ιατρική μαρτυρία, η οποία να είναι ικανή να καταρρίψει τα όσα κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας. Λόγω της εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και/ή λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν επεδίκασε ζημιές για την πρόκληση του συνδρόμου Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV).

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τη μαρτυρία του Dr. Υeoh, ΜΕ7, αναφέροντας πως τα συμπεράσματα του ήταν αυθαίρετα και/ή στερούνται επιστημονικής τεκμηρίωσης με αποτελέσμα να μην επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Το Σεβαστό Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη όταν θεώρησε πως τα όσα έχουν λεχθεί από το μάρτυρα σε σχέση με τα συμπτώματα ίλιγγου τέθηκαν με γενικότητα και/ή χωρίς να υποστηριχθούν από συγκεκριμένα στοιχεία και δεδομένα. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη, αφού ο εν λόγω μάρτυρας τόνισε πως το σύνδρομο Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV) (παροξυσμικός ίλιγγος θέσης) από το οποίο υποφέρει ο Ενάγων/Εφεσείων, μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο δύο αιτιών, είτε λόγω τραυματισμού στο κεφάλι είτε λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του ασθενή. Διέλαθε της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου, πως ο εν λόγω γιατρός τόνισε επανειλλημένως πως μοναδική αιτία ύπαρξης της εν λόγω πάθησης στη περίπτωση του Ενάγοντα/Εφεσείοντα είναι ο τραυματισμός στο κεφάλι μετά τον ξυλοδαρμό που υπέστη το τότε χρονικό διάστημα, αποκλείοντας με βεβαιότητα το προχωρημένο της ηλικίας, αφού ως εξήγησε ο Ενάγων/Εφεσείων ήταν μόλις 39 ετών, γεγονός που αυτομάτως απέκλειε τον παράγοντα – ηλικία, αφού δεν ενέπιπτε στην κατηγορία των ασθενών με προχωρημένη ηλικία.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη όσο αφορά τη δοθείσα μαρτυρία, όταν κατέληξε πως, ο Dr. Υeoh, ΜΕ7, απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση αναφορικά με το κατά πόσο ένας σοβαρός τραυματισμός θα έπρεπε να φανεί κατά την εξέταση του Ενάγοντα/Εφεσείοντα στον αξονικό τομογράφο, αφού o εν λόγω μάρτυρας τόνισε πως η πάθηση ΒPPV, δεν εμφαίνεται μέσω αξονικής ή ακτινογραφικής τομογραφίας και/ή εξήγησε το εύρημα του βασίζεται στην εξέταση της μανούβρας για να διεξάγει τα συμπεράσματα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο κακώς αξιολόγησε αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο ο ΜΕ7, Dr. Υeoh, ανέφερε πως ο Ενάγων/Εφεσείων πάσχει από το σύνδρομο ίλγγου θέσης (BPPV). Αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «ισχυρίστηκε με απλουστευμένο τρόπο και χωρίς την απαραίτητη επιστημονική τεκμηρίωση που αναμένεται από ένα εμπειρογνώμονα, πως ο Ενάγων/Εφεσείων πάσχει από το συγκρκιμένο σύνδρομο ίλιγγου που παρουσίασε ο Ενάγοντας». Διέλαθε της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου, πως ο, Dr. Yeoh, ΜΕ7, εξήγησε τόσο επιστημονικά και/ή θεωρητικά όσο και παραστατικά την διαγνωστική εξέταση στην οποία υπεβλήθη ο Ενάγων/Εφεσείων, με τρόπο ώστε να αντιληφθούμε τη διαγνωστική μέθοδο που χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως σε τέτοιες περιπτώσεις ο γιατρός ζητά από τον ασθενή να βρίσκεται σε όρθια θέση, έχοντας τα 2 χέρια κολλημένα στο κορμί, ενωμένα τα πόδια και κλειστά τα μάτια, ενώ στη συνέχεια ζητά από τον ασθενή να σταθεί με ενωμένα τα πόδια και τα χέρια υψωμένα μπροστά από το στήθος κάνοντας επί τόπου βηματισμό, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο ασθενής ισορροπεί ή κατά πόσο γέρνει προς τη μια πλευρά.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρερμήνευσε τα όσα είχαν λεχθεί από τον Dr. Yeoh, ΜΕ7 και/ή εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο εν λόγω μάρτυρας περιέπεσε σε αντίφαση, αφού σε ένα σημείο της μαρτυρίας τους ανέφερε πως το συγκεκριμένο σύμπτωμα εμφανίζεται μετά από σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι και όχι μικροτραυματισμός, ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης δήλωσε πως θα παρέμενε στην ίδια γνωμάτευση έστω και αν ο Ενάγων/Εφεσίων δεν είχε υποστεί σοβαρό τραυματισμό. Εν πάση όμως περιπτώσει, το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα προσκολλήθηκε σε λεπτομέρειες, αφού ούτως ή αλλως η μαρτυρία ενός μάρτυρα αξιολογείται μέσα από το σύνολο της και όχι μεμονωμένα και/ή αποσμασματικά.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ως διαπιστώνεται μέσα από τη μαρτυρία o ME7 δεν ήταν γνώστης των τραυμάτων του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα αγνόησε και/ή δεν έλαβε υπόψη ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΕ7 επιβεβαιώνονται και/ή ενισχύονται από τον Νευρολόγο Paul Hart, ο οποίος εξέτασε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα/Εφεσίοντα και/ή τον παρέπεμψε στον ΜΕ7 για περαιτέρω εξέταση. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε το Τεκμ.52, επιστολή του Νευρολόγου Paul Hart, δια της οποίας επιβεβαιώνεται η πάθηση Concussive Vestibulopathy, η οποία αφορά τον τραυματισμό του εσωτερικού αυτιού.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται πως έστρεψε τη προσοχή του σε επουσιώδη στοιχεία στα οποία δεν έπρεπε να είχε δώσει καμία βαρύτητα και/ή τα οποία δεν διαφοροποιούσαν τα πραγματικά γεγονότα και/ή παρέμεινε εσφαλμένα προσκολημμένο σε κατ’ ισχυρισμό λέξεις που χρησιμοποίησε ο ΜΕ7, καταλήγοντας εσφαλμένα πως κάποια πράγματα τα οποία ανέφερε δεν συνάδουν με τα γεγονότα ως τα παρουσίασε ο Ενάγων/Eφεσείων, αξιολογώντας αρνητικά τη μαρτυρία του. Παραδειγματικά αναφέρουμε, πως το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα επιμέτρησε αρνητικά το γεγονός πως ο ΜΕ7 ανέφερε πως ο Ενάγων/Εφεσείων «κλωτσήθηκε» στο κεφάλι ενώ ο Ενάγων/Εφεσείων κατέθεσε πως «πατήθηκε» το κέφαλι του. Το Σεβαστό Δικαστήριο αγνόησε το γεγονός πως τα όσα ανέφερνε ο μάρτυρας μεταφράζονταν και/ή καταγράφονταν στην ελληνική γλώσσα, επομένως δεν θα έπρεπε να είχε στρέψει τη προσοχή του σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες, οι οποίες εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο για το επίδικο θέμα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο αυτοκαθοδηγήθηκε λανθασμένα και/ή προσκολλήθηκε σε ασήμαντες λεπτομέρειες και/ή στοιχεία, διεξάγοντας εσφαλμένα το συμπέρασμα πως η μαρτυρία του ΜΕ7 στηριζόταν σε αντιφάσεις. Παραδειγματικά, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως η βεβαιότητα με την οποία προσπάθησε ο ΜΕ7 να στηρίξει το εύρημα του πως τα συμπτώματα ίλιγγου που παρουσίασε ο Ενάγων/Εφεσείων οφείλονται στην επίθεση που δέκτηκε, βρίσκονται σε αντίθεση με το Τεκμ.51 που παρουσίασε, στο οποίο αναγράφεται πως «είναι σχεδόν σίγουρο» πως το σύνδρομο οφείλεται στην επίθεση.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα ως υπερβολικό σε σχέση με τον τρόπο που παρουσίαζε τα γεγονότα, αναφέροντας πως προσπαθούσε να παρουσιάσει τους τραυματισμούς του και τη σωματική του βλάβη σοβαρότερη από ότι ήταν στη πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας πως «η μαρτυρία του για το ζήτημα αυτό όχι μόνο χαρακτηρίζεται από υπερβολή αλλά ούτε υποστηρίζεται απόλυτα από την ιατρική μαρτυρία». Το Σεβαστό Δικαστήριο ως εμφαίνεται έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στη συναισθηματική φόρτιση του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, αγνοώντας και/ή παραβλέποντας αφενώς πως δεν επρόκειτο για ειδήμων μάρτυρα ο οποίος θα κατέθετε αναφορικά με τις σωματικές βλάβες τις οποίες έχει υποστεί, αφού αυτό είναι έργο των εμπειρογνωμόνων γιατρών και αφετέρου, πως τα όσα κατέθεσε σε σχέση με το ζήτημα αυτό επιβεβαιώθηκαν και/ή διευκρινίστικαν από τους εμπειρογνώμονες γιατρούς που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, εβρισκόμενο σε πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα και/ή παρερμηνεύοντας τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του και/ή δίδοντας υπέρμετρη σημασία σε μη ουδιώδη σημεία, χαρακτηρίζοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα/Εφεσείοντα ως υπερβολική. Παραδειγματικά, αναφέρουμε πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως ο Ενάγων/Εφεσείων ήταν υπερβολικός επειδή ανέφερε πως «μετά που έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο για κάποιο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούσε δεκανίκια, κάτι που δεν συνάδει με την μαρτυρία των θεραπόντων γιατρών του οι οποίοι δεν ανέφεραν ότι ο Ενάγοντας μετά που έλαβε εξιτήριο δεν ήταν σε θέση να περπατίσει κανονικά».Το Σεβαστό Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη, αφού δια της κατατεθείσας μαρτυρίας ενώπιον του και/ή των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του και/ή δια της μαρτυρίας του ΜΕ5, υποστηρίζεται και/ή αναφέρεται πως ο Ενάγων/Εφεσείων δεν ήταν σε θέση να περπατήσει κανονικά.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Ενάγων/Εφεσείων ενώ προσπαθούσε να πείσει κατά τη κυρίως εξέταση πως τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται αποκλειστικά στον ξυλοδαρμό που έχει υποστεί τη συγκεκριμένη ημέρα από τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους, στην αντεξέταση, ανέφερε ότι ο νευρικός κλονισμός που υπέστη οφείλεται σε συνδυασμό πολλών παραγόντων. Το Σεβαστό Δικαστήριο ως εμφαίνεται παρέλειψε να λάβει υπόψη πως ο Ενάγων/Εφεσείων δεν θα μπορούσε ποτέ να αξιολογηθεί ως ειδήμων σε σχέση με τα αίτια ύπαρξης των ψυχιατρικών του προβλημάτων και πως ο μόνος ειδήμων μάρτυρας που κατέθεσε σε σχέση με την ψυχολογική του κατάσταση και τα αίτια, ήταν ο Dr. Drever, του οποίου η μαρτυρία έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή στο σύνολο της.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ενεδιέτριψε τη προσοχή του σε επουσιώδη στοιχεία και/ή παρεμφερή και/ή άσχετα με τα επίδικα ζητήματα, τα οποία αφορούσαν την παράβαση συμφωνίας εκ μέρους των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων, σε σχέση με την αγορά της κατοικίας του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και σε σχέση με τη δυσφήμιση, ζητήματα τα οποία απασχόλησαν το Δικαστήριο και/ή εκδικάστηκαν σε άλλη υπόθεση ήτοι την 365/08 και τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εν τη προκειμένη περίπτωση επιγραμματικά και μόνο για σκοπούς συνοχής. Παραδειγματικά αναφέρουμε, πως ενώ το επίδικο θέμα ήταν το ύψος των αποζημιώσεων, το Σεβαστό Δικαστήριο έδωσε έμφαση και/ή επιμέτρησε αρνητικά το γεγονός πως ο Ενάγων/Εφεσείων, κατά την κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε πως ήρθε σε επαφή με τη νέα αγοράστρια της κατοικίας και πως αυτά τα ανέφερε μόνο κατά το στάδιο της αντεξέτασης, γεγονός το οποίο ουδώλως σχετίζεται και/ή αφορά στα επίδικα θέματα. Το Σεβαστό Δικαστήριο, ανέφερε και σχολίασε αρνητικά το γεγονός πως ο Ενάγων/Εφεσείων απαντώντας σε σχετικές υποβολές που του τέθηκαν από το συνήγορο της υπεράσπισης, παραδέκτηκε πως πριν ακόμη δεχτεί τις δύο αναρτήσεις ανάρτησε συγκεκριμένη ιστοσελίδα που έλαβε κατά τη διάρκεια συναντήσεων που είχε με τους Εναγόμενους 1 και 2, χωρίς τη συγκατάθεση τους. Με το ίδιο σκεπτικό, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε συμπεράσματα και/ή καταλήξεις απορρίπτοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, αναφέροντας πως δεν πείθεται πως μοναδικός σκοπός της επίσκεψης του Ενάγοντα/Εφεσείοντα στην κατοικία, ήταν η λήψη μετρήσεων που θα χρησιμοποιούσε ως μαρτυρία για την υπόθεση της παράβασης συμφωνίας που εκκρεμούσε στο Δικαστήριο, με την αιτιολογία πως δεν είχε την εμπειρογνωμοσύνη να λάβει μετρήσεις οι οποίες θα γίνονταν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Το Σεβαστό Δικαστήριο, δρώντας εκτός των εξουσιών του, σχολίασε και απέρριψε τα όσα ανέφερε ο Ενάγων/Εφεσείων σε σχέση με τον εξευτελισμό, την απελπισία, την στενοχώρια που ένιωσε μετά την επίθεση που δέκτηκε επειδή ως ο ίδιος ανέφερε πήγε να δει το σπίτι του.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας, προβαίνοντας σε ευρήματα όχι μόνο εξ αντικειμένου ανυπόστατα και αυθαίρετα, αλλά από το κείμενο της απόφασης φαίνεται πως παρερμήνευσε τη μαρτυρία και/ή καθοδηγήθηκε από λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία δεν υποστηρίζεται από τη πραγματική δοθείσα μαρτυρία.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο αξιολογώντας εσφαλμένα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του και/ή εβρισκόμενο σε πλάνη σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και/ή αξιολογώντας τη μαρτυρία με λανθασμένο τρόπο, εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως υπό τις περιστάσεις δεν αιτιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, με την αιτιολογία πως ελλείπει το στοιχείο της ύπαρξης έκδηλης αλαζονείας ή αθέμιτου κινήτρου εκ μέρους των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας εσφαμένα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, εσφαλμένα έκρινε πως η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα ήταν προκλητική.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο με βάση την ενώπιον του μαρτυρία εσφαλμένα δεν επεδίκασε όλες τις πραγματικές ζημιές του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Παραδειγματικά αναφέρουμε πως εσφαλμένα έκρινε πως δεν αποδείκτηκαν οι ειδικές ζημιές σε σχέση με τα τεκμήρια 47Α και 47Β επειδή κατ’ ισχυρισμό η απόδειξη δεν είχε εκδοθεί επ’ ονόματι του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου πως ως ο ίδιος ο Ενάγων/Εφεσείων εξήγησε κατά τη μαρτυρία του από το συνολικό ποσό των 180,99 Στερλινών που αναφέρεται στο Τεκμήριο 47(α), διεκδικεί μόνο το πρώτο ποσό των 95,00 Στερλινών (covertcamerakit), ενόψει του ότι το Τ.47(α) περιλαμβάνει και άλλα εξαρτήματα τα οποία δεν απωλέσθησαν ή καταστράφηκαν από το περιστατικό. Διέλαθε επίσης της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου πως η απόδειξη πληρωμής φέρει ημερομηνία 12/06/07 και εκδόθηκε επ’ ονόματι του Ενάγοντα, με την αναγραφή «πληρωμένο» στη κατάσταση πληρωμής (paymentstatus: paid). Η αγορά έγινε από την ιστοσελίδα dogcamsport.Το τεκμήριο 47(β) αποτελεί απόδειξη πληρωμής ημερ. 03/01/2008, όπου αναφέρεται η τιμή αγοράς της κάρτας μνήμης και δύο δίσκων της βιντεοκάμερας, που ανέρχεται στο ποσό των 315,00Στερλινών και ως εμφαίνεται πληρώθηκε με visa. Περαιτέρω, διέλαθε της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου πως η απώλεια των πιο πάνω επιμαρτυρείται από την ποινική απόφαση Τεκμήριο39, από την κατάθεση του Αστ. 3488 Μάριου Χρίστουτεκ. 19, από την κατάθεση του Αστ. 1192, Στ. Ανδρέουτεκ.. 34 και από την κατάθεση του Αστ. 860 Στ. Θεοδούλου τεκ. 28. Λόγω της εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων γιατρών, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την επιδίκαση ιατρικών εξόδων ως εμφαίνονται από την παράγραφο Ε και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης, με τον ισχυρισμό ότι με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει αποδειχθεί πως τα εν λόγω έξοδα σχετίζονται και/ή συνδέονται με τον τραυματισμό του Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατά την επίθεση. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επεδίκασε έξοδα σε σχέση με τα έξοδα επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου μετά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου που ενοικίαζε από τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη το Τεκμήριο 48, που αποτελεί απόδειξη εισπράξεως ημερ. 26/01/08, λίγες ημέρες μετά το επίδικο συμβάν καθώς επίσης και το Τεκμήριο 19, στο οποίο εμφαίνεται πως το εν λόγω αυτοκίνητο είναι το αυτοκίνητο που κτύπησαν οι Εναγόμενοι/Εφεσίβλητοι. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επεδίκασε τα έξοδα για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου, με την αιτιολογία πως ο Ενάγων/Εφεσείων δεν απέδειξε πως η σύγκρουση οφειλόταν στους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους, αφού το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό και/ή δεν αμφισβητήθηκε.Το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν επεδίκασε τα έξοδα μετακίνησης και διανομής τα οποία επιβαρύνθηκε ο Ενάγων/Εφεσείων σε σχέση με τη διεξαγωγή της συνδεόμενης με την παρούσα υπόθεση, ποινικής υπόθεσης 4155/08, προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όγκος εγγράφων που δεν επεξηγήθηκε, αφού έγινε ρητή αναφορά πως πρόκειται για έξοδα αεροπορικά, μετακίνησης,και διαμονής για τις ημερομηνίες διεξαγωγής των ακροαματικών διαδικασιών στην ποινική υπόθεση.


Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του, ευρισκόμενο σε πλάνη σε σχέση με την ισχύουσα Νομοθεσία και τις καθιερωμένες αρχές της Νομολογίας


  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά και/ή δεν ακολούθησε τις καθιερωμένες αρχές σε σχέση με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, παραλείποντας να καταλήξει στο συμπέρασμα πως τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα παρέμειναν αναντίλεκτα και/ή αδιαμφισβήτητα, αφού αφενός δεν έγινε κατορθωτό να πληγεί η αξιοπιστία τους μέσω της αντεξέτασης και αφετέρου δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τη πλευρά των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων, που να θέτει σε αμφισβήτηση και/ή να αντικρούει τα όσα εμπεριστατωμένα και καθόλα τεκμηριωμένα παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και/ή παραγνώρισε πως οι εμπειρογνώμονες της πλευράς των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων απέτυχαν να παρουσιάσουν με επιστημονικά κριτήρια πως θα έπραττε κατά την γνώμη τους ο μέσος συνετός γιατρός και/ή απέτυχαν να παρουσιάσουν εμπεριστατωμένα πως τα όσα ισχυρίζονται υποστηρίζονται από μια άλλη σχολή ιατρών, με τρόπο που το Δικαστήριο έπρεπε να καθοδηγηθεί μόνο με βάση την ιατρική γνώμη των εμπειρογνωμόνων της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη και/ή εσφαλμένα δεν ακολούθησε τα όσα αναφύονται από την καθοδηγητική υπόθεση The Jones v. Dunkel Inference [2004] NSWCA 123, στην οποία τέθηκε πως όταν η Υπεράσπιση δεν προσκομίζει μάρτυρες προς αμφισβήτηση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά των Εναγόντων, τότε αυτό ενδυναμώνει τη θέση των τελευταίων και το Δικαστήριο δύναται με περισσότερη σιγουριά και/ή βεβαιότητα να αποδεχτεί τις θέσεις των Εναγόντων ως αληθείς και/ή πειστικές.

  1. Tο Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε όλα όσα τέθηκαν από τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, από τη στιγμή που ήταν η μοναδική ιατρική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και/ή εν απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας από την πλευρά των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων η οποία να αντικρούει τα όσα κατέθεσαν, και ιδιαιτερα ενόψει της έλλειψης ικανοποιητικής εξήγησης αναφορικά με τον λόγο που δεν προσήλθαν ουσιαστικοί μάρτυρες ή εμπειρογνώμονες προς υποστήριξη των ισχυρισμών των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε σωστά τις νομικές αρχές που αφορούν την αποδοχή μαρτυρίας από εμπειρογνώμονα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε και/ή εφάρμοσε λανθασμένα τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με τη Νομολογία. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα υιοθέτησε και/ή διεξήγαγε αυθαίρετα συμπεράσματα αναφορικά με ιατρικά ζητήματα, τα οποία δεν υποστηρίκτηκαν από καμία απολύτως ιατρική γνώμη και/ή βιβλιογραφία, ενώ από την άλλη λανθασμένα δεν αποδέκτηκε τις θέσεις των εμπειρογνωμόνων που κατέθεσαν για την πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, οι οποίες ήταν απολύτως τεκμηριωμένες. Επομένως εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει πως η πλευρά των Εναγομένων/Εφεισβλήτων δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με το κατάλληλο επιστημονικό υλικό προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα το επίπεδο απόδειξης, αφού με βάση τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του και δεδομένου πως η μόνη ιατρική μαρτυρία που είχε ενώπιον του ήταν αυτή των γιατρών που κατέθεσαν για τη πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, θα έπρεπε να είχε καταλήξει πως με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, οι ζημιές που υπέστη ο Ενάγων/Εφεσείων από την επίθεση ήταν αυτές που περιέγραψαν οι εν λόγω γιατροί, η μαρτυρία των οποίων παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν αντικρούστηκε από άλλη ιατρική μαρτυρία. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να ακολουθήσει την καθοδηγητική υπόθεση Morrison v. Barton 1994 SLT 657, στην οποία παρόλο που τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ήταν πως ο Ενάγων δεν είχε αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πόνου και του επίδικου συμβάντος, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, είχαν αποδειχθεί τα πιο πάνω μέσω της ιατρικής μαρτυρίας.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο, κατά παράβαση των εξουσιών που του παρέχονται από το Νόμο, προέβη σε πιθανολογήσεις και/ή συμπεράσματα και/ή καταλήξεις, που δεν αντικατοπτρίζονται στις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόμενων/Εφεσιβλήτων και/ή δεν ανταποκρίνονται στην δοθείσα μαρτυρία και/ή στα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θέτοντας σε ευνοϊκότερη θέση τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις νομολογιακές αρχές καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως υπό τις περιστάσεις δεν αιτιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, με την αιτιολογία πως ελλείπει το στοιχείο της ύπαρξης έκδηλης αλαζονείας ή αθέμιτου κινήτρου εκ μέρους των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν ακολούθησε τη σχετική επί του θέματος νομολογία, δια της οποίας αιτιολογείται υπό το φως των περιστάσεων, υψηλότερο ποσό γενικών και επαυξημένων αποζημιώσεων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε τις καθόλα διαφωτιστικές μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιον του σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ίλλιγγου θέσης και ψυχιατρικών/ψυχολογικών προβλημάτων, λόγω της εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΕ5, ΜΕ6 και ΜΕ7, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την επιδίκαση πολύ χαμηλού ποσού αποζημιώσεων.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο λανθασμένα δεν ακολούθησε την υφιστάμενη νομολογία και/ή τις πάγιες αρχές της ισχύουσας νομολογίας οι οποίες συμφωνούν με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ6, Ian Drever, ήτοι πως σε περίπτωση που κάποιος ασθενής έχει υποστεί ψυχολογικά τραύματα και/ή ψυχιατρικά προβλήματα και/ή κατάθλιψη συνεπεία πολλών παραγόντων, τότε ο θεράπων ιατρός είναι το κατάλληλο πρόσωπο να αναφέρει ποιος λόγος διαδραμάτισε κύριο ρόλο στην εμφάνιση των εν λόγω τραυμάτων και σε ποιο ποσοστό.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε την ισχύουσα νομολογία τόσο την κυπριακή όσο και την αγγλική που τέθηκε αναλυτικά ενώπιον του σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις που αφορούν παρόμοια τραύματα με αυτά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ιδιαίτερα αναφορικά με την κρανιοεγκεφαλική κάκωση, σύνδρομο Adjustment Disorder with Disturbances of Emotions και Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV), που θα αιτιολογούσαν πολύ υψηλότερα ποσά αποζημιώσεων.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα υπό τις περιστάσεις τη νομολογία αναφορικά με την απόδειξη των πραγματικών και/ή ειδικών ζημιών. Συγκεκριμένα, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε πως με βάση τη σχετική επί του θέματος νομολογία δεν αποδείκτηκαν οι ειδικές ζημιές σε σχέση με τα τεκμήρια 47Α και 47Β επειδή κατ’ ισχυρισμό η απόδειξη δεν είχε εκδοθεί επ’ ονόματι του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, καθώς και με τα ιατρικά έξοδα ως εμφαίνονται από την παράγραφο Ε και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης, με τον ισχυρισμό ότι με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει αποδειχθεί πως τα εν λόγω έξοδα σχετίζονται και/ή συνδέονται με τον τραυματισμό του Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατά την επίθεση. Το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν επεδίκασε τα έξοδα μετακίνησης και διανομής τα οποία επιβαρύνθηκε ο Ενάγων/Εφεσείων σε σχέση με τη διεξαγωγή της ποινικής υπόθεσης 4155/08, με την αιτιολογία ότι κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όγκος εγγράφων τα οποία δεν επεξηγήθηκαν. Με τον ίδιο τρόπο εσφαλμένα δεν επεδίκασε τις ειδικές ζημιες για την επισκευή του ενοικιαζόμενου αυτοκινήτου του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και των ενδυμάτων του.

  1. To Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε νόμιμο τόκο επί του επιδικασθέντος ποσού από την ημερομηνία 01/01/2010 και όχι από την ημερομηνία της επίθεσης ήτοι 14/01/08, θεωρώντας πως προκλήθηκε αναιτιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη και/ή να επιμετρήσει τις ιδιαιτερότητες της παρούσης υπόθεσης, οι οποίες τυχόν να προκάλεσαν οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διεξαγωγή της διαδικασίας, και που προέρχονται κυρίως από το γεγονός πως ο Ενάγων/Εφεσείων πρόκειται για διάδικο διασυνοριακών διαφορών που τυγχάνει νομικής αρωγής. Παραδειγματικά, το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη μεταξύ άλλων, διαδικαστικά κωλύματα λόγω της έλευσης του Ενάγοντα/Εφεσείοντα από την Αγγλία για σκοπούς προσαγωγής της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, τη διαμεσολάβηση της εκδίκασης της αίτησης για νομική αρωγή, και τη διευθέτηση προσαγωγής μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, τα οποία δικαιολογούσαν την επιδίκαση τόκου από την ημερομηνία έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος.

  1. Για σκοπούς επιδίκασης νόμιμου τόκου, το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και/ή αγνόησε το γεγονός πως η εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν εξαρτάτο αποκλειστικά και μόνο από τον έλεγχο του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, αφού η οποιασδήποτε προκληθείσα καθυστέρηση ήταν συνεπεία της νομικής αρωγής και της δύσκολης οικονομικής του κατάστασης. Παραδειγματικά αναφέρουμε πως για σκοπούς αποκρυστάλλωσης των πραγματικών ζημιών που υπέστη ο Ενάγων/Εφεσείων, κατέστη αναγκαία η προσκόμιση της κατάλληλης μαρτυρίας μέσω των θεράποντων ιατρών του, οι οποίοι βρίσκονται στην Αγγλία. Ενόψει του ότι ο Ενάγων/Εφεσείων είναι διάδικος με νομική αρωγή για διασυνοριακές διαφορές και ενόψει του ότι όλα τα έξοδα τα οποία βαραίνουν την πλευρά του, επιβαρύνουν ουσιαστικά την Κυπριακή Δημοκρατία, το Σεβαστό Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα μας, όπως δοθεί η μαρτυρία των εν λόγω γιατρών, μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης προς αποφυγή μεγαλύτερων εξόδων εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Σεβαστό Δικαστήριο παραγνώρισε και/ή δεν έλαβε υπόψη, πως ως εμφαίνεται από τον ογκώδη φάκελο της υπόθεσης καθώς επίσης και ως επιμαρτυρείται από τα πρακτικά του Πρωτοκολλητείου, ο συντονισμός και η επικοινωνία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με το Royal Court of Justice του Λονδίνου για προγραμματισμό και διευθέτηση της εικονοτηλεδιάσκεψης, ήταν έργο χρονοβόρο και δύσκολο και/ή η οποιαδήποτε καθυστέρηση προκλήθηκε δεν ήταν υπό τον έλεγχο του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πως ως απόρροια των πιο πάνω διαδικαστικών κωλυμάτων, αιτήματα αναβολής ή αυτεπάγγελτες αναβολές ήταν καθόλα δικαιολογημένες και κατ’ ουδένα λόγο δεν θα μπορούσαν να επενεργήσουν εναντίον του Ενάγοντα. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο όχι μόνο παραγνώρισε τα πιο πάνω διαδικαστικα κωλύματα αλλά τουναντίον παρέλειψε να επιμετρήσει θετικά πως η πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσειοντα, ήταν καθόλα βοηθητική αφού ενεπλάκη ενεργά, επίμονα και πέραν των υποχρεώσεων της, για την ετοιμασία και αποστολή όλων των σχετικών εγγράφων προς τις αρμόδιες αρχές της Αγγλίας καθώς επίσης και μέσω των τηλεφωνικών και άλλων παρεμβολών για επίσπευση της όλης διαδικασίας.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο, επιδικάζοντας νόμιμο τόκο από την 01/01/2010, έμμεσα έθεσε τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ο οποίος είναι διάδικος με νομική αρωγή, σε μειονεκτική και/ή δυσμενέστερη θέση έναντι των διαδίκων με την οικονομική δυνατότητα, οι οποίοι έχουν την ευχέρεια να καταβάλουν τα σχετικά έξοδα για την προσαγωγή αναγκαίας και/ή ουσιώδους μαρτυρίας από το εξωτερικό προς απόδειξη της υπόθεσης τους, χωρίς όλα τα πιο πάνω διαδικαστικά και τυπικής φύσεως κωλύματα. Το Σεβαστό Δικαστήριο αγνόησε πως η μη επιδίκαση νόμιμου τόκου από την ημερομηνία του επίδικου συμβάντος, ουσιαστικά λαμβάνει τη μορφή τιμωρίας έναντι στο διάδικο που τυγχάνει νομικής αρωγής και που αντιμετωπίζει διαδικαστικά κωλύματα, παραβλέποντας το δικαίωμα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα για δίκαιη δίκη, σύμφωνα με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το Άρθρου 30 του Συντάγματος, τον Περί Νομικής Αρωγής Νόμου 165 (Ι)/2002.


Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε και/ή δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή δεόντως την απόφασή του και/ή τα ευρήματά του.


  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή δεόντως τους λόγους για τους οποίους δεν αποδέκτηκε σημαντικό μέρος της μαρτυρίας των ΜΕ5, ΜΕ6 και ολόκληρης της μαρτυρίας του ΜΕ7, από τη στιγμή που η άλλη πλευρά απέτυχε να προσκομίσει μαρτυρία δια της οποίας να αντικρούει τα όσα έθεσαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες και/ή έστω να αμφισβητήσουν τη διαγνωστική μέθοδο την οποία ακολούθησαν.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να αιτιολογήσει με ποιον τρόπο υιοθέτησε τις θέσεις των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων, από τη στιγμή που δεν εφοδίασαν το Δικαστήριο με την κατάλληλη ιατρική μαρτυρία και τα κατάλληλα επιστημονικά εργαλεία δια των οποίων να υποστηρίζονταν οι θέσεις τους.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή δεόντως τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τη μαρτυρία του ΜΕ5, Νικόλαου Νικολάου, σε σχέση με το εύρημα του για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη πως η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν αντικρούστηκε από άλλη ιατρική μαρτυρία. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε με ποια κριτήρια και/ή τους λόγους για τους οποίους ενώ αποδέκτηκε τα υπόλοιπα ευρήματα του εν λόγω γιατρού, απέρριψε το εύρημα για κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή παρέλειψε να εξηγήσει δεόντως γιατί έκρινε πως ο ΜΕ6, Ian Drever, απέτυχε να εξηγήσει με σαφήνεια και με επιστημονική τεκμηρίωση πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συμπτώματα του Ενάγοντα/Eφεσείοντα με τα χαρακτηριστικά κατάθλιψης οφείλονται στον ξυλοδαρμό που έχει υποστεί.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε πως διεξήγαγε το συμπέρασμα πως ο ΜΕ7 δεν ήταν γνώστης των τραυμάτων του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και πως κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο ΜΕ7 κατέληξε «αβίαστα» στο συμπέρασμα πως το σύνδρομο ίλλιγγου παρουσιάστηκε ένεκα του τραυματισμού από την επίθεση.

  1. . Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή παρέλειψε να αιτιολογήσει δεόντως γιατί δεν αποδέκτηκε τη μαρτυρία του ΜΕ7, Dr.Yeoh, αναφορικά με τις δύο μόνες αιτίες εμφάνισης του συνδρόμου Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV) (παροξυσμικός ίλιγγος θέσης), είτε λόγω τραυματισμού στο κεφάλι είτε λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του ασθενή.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή προέβη σε εσφαλμένη αιτιολόγηση ως προς την μη επιδίκαση όλων των πραγματικών ζημιών που υπέστη ο Ενάγων/Εφεσείων.

(Περαιτέρω λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την ακρόαση της Εφέσεως)

(Υπογρ.) Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Δικηγόροι Ενάγοντα/Εφεσείοντα

Καταχωρήθηκε την / / 2015

Πιστόν Αντίγραφον


(α) Έκαστος λόγος και τα αιτιολογικά τούτου δέον να εκτίθενται κεχωρισμένως και πλήρως.

Criminal Fraud: Case 19/2011: Date 23-10-2013


(Ποινικές Εφέσεις Αρ. 19/2011 και 20/2011)

23 Οκτωβρίου, 2013

(Ποινική ΄Εφεση Αρ. 19/2011)






(Ποινική ΄Εφεση Αρ. 20/2011)






Γιάννος Γεωργιάδης, με Ντόρια Βαρωσιώτου (κα), για τον Εφεσείοντα στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 19/11 και την Εφεσείουσα στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 20/11.
Αντρέας Κλαΐδης, με Στέλιο Βασιλακκά, για Φλουρέντζου, για τους Εφεσίβλητους.

Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει
η Δικαστής Ε. Παπαδοπούλου.

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Οι εφεσίβλητοι – κατηγορούμενοι, στα πλαίσια της Ιδιωτικής Ποινικής Υπόθεσης Αρ. 1912/2009, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, μετά από ακροαματική διαδικασία, αθωώθηκαν και απηλλάγησαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν. Οι κατηγορίες αφορούσαν δόλια συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία που ανήκε σε άλλο. Συγκεκριμένα, κατηγορούνταν: Οι εφεσίβλητοι 1 ότι, ενώ γνώριζαν ή έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση των εφεσειόντων, δικαιούχων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23/8/2005, κατατεθειμένου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, πώλησαν ή διέθεσαν προς χρήση μία κατοικία στο κτηριακό συγκρότημα «΄Αγιος Σέργιος», στο Φρέναρος, (η «κατοικία»), οι εφεσίβλητοι 2 και 3 ότι συμμετείχαν στην εν λόγω συναλλαγή και η εφεσίβλητη 4 ότι αποδέχτηκε την κατοικία, ενώ γνώριζε, ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι δεν υπήρχε η συγκατάθεση των εφεσειόντων. Αποτελούσε κοινό έδαφος πρωτοδίκως ότι:-

«α) η Κατηγορουμένη αρ. 1 είναι εταιρεία, δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο συμφώνως του Νόμου και ότι οι Κατηγορούμενοι αρ. 2 και αρ. 3 ήσαν διευθυντές της κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο και συνεχίζουν να είναι μέχρι και σήμερα.

β) οι Παραπονούμενοι (είναι μεταξύ τους σύζυγοι) συνεβλήθησαν γραπτώς με την Κατηγορουμένη αρ. 1 εταιρεία στις 23.8.2005, για την αγορά μιας υπό ανέγερση οικίας (αποτελούσε μέρος συγκροτήματος κατοικιών που ήταν γνωστό ως ‘Agios Sergios Complex’ και είχε τον αριθμό 30) η οποία θα ανεγείρετο σε ιδιόκτητη γη της τελευταίας (εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της γης ήταν η κατηγορουμένη αρ. 1 εταιρεία), στο χωριό Φρέναρος της επαρχίας Αμμοχώστου.

γ) οι Παραπονούμενοι κατέθεσαν στις 8.9.2005 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου το προαναφερόμενο Πωλητήριο ΄Εγγραφο.»

Σύμφωνα με τους εφεσείοντες, η κατοικία αγοράστηκε, για να μετακινηθεί η οικογένειά τους και η επιχείρησή τους από την Αγγλία στην Κύπρο. Η συμφωνία έγινε με τον εφεσίβλητο 3, η δε κατοικία, που θα ανεγειρόταν σε γωνιακό οικόπεδο, αγοράστηκε αντί του ποσού των ΛΚ163.000,00. Η υπογραφείσα συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και οι ίδιοι, μέχρι τις 2/2/2006, κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ91.056,00. Ο εφεσείων στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 19/11, (ο «εφεσείων»), το Φεβρουάριο του 2006, όταν αυτός βρισκόταν στην Κύπρο, διαπίστωσε και υπέδειξε στον εφεσίβλητο 3 λάθη στην οικοδομή, με σοβαρότερο το ότι, ταυτόχρονα με την κατασκευή της οικίας που αυτοί αγόρασαν, οι εφεσίβλητοι 1 έκτιζαν τρεις διώροφες κατοικίες στο σημείο που θα έπρεπε να είναι ο γειτνιάζων με την οικία τους δρόμος. Επειδή αυτό επηρέαζε την απομόνωση της κατοικίας τους, εξέθεσε στον εφεσίβλητο 3 τα προβλήματα με τηλεομοιότυπο, χωρίς, όμως, να πάρει οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθως, επειδή είχε καταγράψει σε «οπτικοακουστική» κασέτα όλες τις συνομιλίες που ο ίδιος είχε με τους εφεσίβλητους 2 και 3, τις ανήρτησε στο διαδίκτυο, μετά, όμως, από παραστάσεις των τελευταίων τις απέσυρε. Τον Ιούνιο του 2006, οι εφεσίβλητοι 1 – 3 αρνήθηκαν να δεχτούν οποιαδήποτε περαιτέρω πληρωμή και κατέθεσαν αγωγή στο δικαστήριο για τερματισμό του συμβολαίου. Το 2007, όταν πληροφορήθηκε από τηλεφωνήματα και e-mails στην ιστοσελίδα του ότι το σπίτι του πωλήθηκε, πληροφόρησε, με επιστολή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την εφεσίβλητη 4 για την ύπαρξη του δικού του συμβολαίου. Αργότερα, την ειδοποίησε, με επιστολή του δικηγόρου του, η οποία της επιδόθηκε διά χειρός, να εγκαταλείψει την οικία του.

Θέση των εφεσειόντων ήταν ότι αυτοί, από τη στιγμή που το συμβόλαιό τους κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της κατοικίας, δεν παρέβησαν τους όρους του συμβολαίου τους, ο δε τερματισμός του από τους εφεσίβλητους 1, 2 και 3 είναι παράνομος και έγινε ώστε οι τελευταίοι να πωλήσουν την κατοικία σε ψηλότερη τιμή.

Οι εφεσίβλητοι 2, 3 και 4 επέλεξαν να μην καταθέσουν, ούτε να προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση. Κάλεσαν ένα μάρτυρα, τον κ. Γ. Πιττάτζη, ο οποίος προηγουμένως ενεργούσε ως δικηγόρος τους και ο οποίος ανέφερε ότι, στις 9/3/2006, εκ μέρους των εφεσιβλήτων 1, απέστειλε στους εφεσείοντες επιστολή, με την οποία τους πληροφορούσε ότι αυτοί τερμάτιζαν τη μεταξύ τους συμφωνία αγοράς της κατοικίας, για λόγους που αφορούσαν τους εφεσείοντες. Την ίδια επιστολή τους απέστειλε και στις 10/4/2006, με κοινοποίησή της προς τους δικηγόρους τους. Αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι ο ίδιος δε γνώριζε πότε η εφεσίβλητη 4 αγόρασε την κατοικία.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από νομολογία[1] σε σχέση με την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής, σε ποινικές υποθέσεις, όπως αυτή αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και αφού προσδιόρισε τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν, κατέληξε ότι οι εφεσείοντες, και σε περίπτωση ακόμη που γινόταν δεκτή η θέση τους ότι οι ίδιοι είχαν καταστεί «δυνητικά ιδιοκτήτες» της κατοικίας και ήταν τα πρόσωπα που είχαν νόμιμη εξουσία να παρέχουν, στα πλαίσια του ΄Αρθρου 303Α(2) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, (το «Κεφ. 154»), συγκατάθεση για οποιαδήποτε συναλλαγή σε σχέση με αυτή, δεν απέδειξαν ότι η συναλλαγή των εφεσιβλήτων 1 με την εφεσίβλητη 4 έγινε με σκοπό την καταδολίευσή τους, ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο που αυτή έγινε. Σύμφωνα με τους εφεσίβλητους, η εν λόγω συναλλαγή έγινε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας με τους εφεσείοντες.

Καθοδηγούμενο το πρωτόδικο Δικαστήριο από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 861, όπου αναφέρεται ότι πρόθεση εξαπάτησης από μέρους του παρασπονδούντος πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της παράστασης και όχι εκ των υστέρων, κατέληξε ότι, στην περίπτωση των εφεσιβλήτων, δεν υπήρχε μαρτυρία για τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο της κατάθεσης της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο.

Οι εφεσείοντες, με τον πρώτο λόγο έφεσης, υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί κατέστησαν ιδιοκτήτες της επίδικης κατοικίας. Με το δεύτερο λόγο έφεσης, ισχυρίζονται ότι λανθασμένα αυτό κατέληξε ότι από τη μαρτυρία που το ίδιο είχε ενώπιόν του δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της καταδολίευσης. Η ενώπιόν του μαρτυρία, υποστηρίζουν, αποδείκνυε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι εφεσίβλητοι γνώριζαν, ή έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεσή τους να συναλλάττονται για την κατοικία. Το Τεκμήριο 8, υπό την τίτλο “Legal Undertakings to sell and purchase”, καταδεικνύει το χρόνο της συναλλαγής με την εφεσίβλητη 4. Με τους λόγους έφεσης 3 και 4, διατείνονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα τη μαρτυρία του εφεσείοντα, όπως και την επιλογή των εφεσιβλήτων να μην καταθέσουν και να δώσουν εξήγηση κατά πόσο αυτοί γνώριζαν ή όχι ότι δεν είχαν τη συγκατάθεσή τους να πωλήσουν την κατοικία.

Θα εξετάσουμε πρώτα την εισήγηση των εφεσειόντων ως προς την ορθότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους και της μη απόδειξης του συστατικού στοιχείου των αδικημάτων σε σχέση με την πρόθεση καταδολίευσης, αφού η κατάληξή μας σ’ αυτό καθιστά αχρείαστη την ενασχόλησή μας με τον πρώτο λόγο έφεσης.

Οι αρχές, με βάση τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει για να ανατρέψει ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων, είναι καλά γνωστές. Το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο, με την ευκαιρία που έχει στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, είναι σε πλεονεκτική θέση να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο, εάν τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική, ή εάν δε δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματά του.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, για την απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσείοντα, τον οποίο είδε να καταθέτει, έδωσε πειστικούς λόγους. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι, κατά την αντεξέτασή του, αυτός δεν απαντούσε σε οποιαδήποτε ερώτηση σε σχέση με τις δικές του υποχρεώσεις από το συμβόλαιο.

΄Εχουμε και εμείς μελετήσει τη μαρτυρία του εφεσείοντα αλλά και τη μαρτυρία στο σύνολό της και δε διαπιστώνουμε οτιδήποτε που να δικαιολογεί να επέμβουμε στις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι επέλεξαν να μην καταθέσουν δεν μπορεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να προσμετρήσει σε βάρος τους, αλλά ούτε και να επιδράσει και να καταστήσει τη μαρτυρία του εφεσείοντα αξιόπιστη ή τον τρόπο αξιολόγησής της εσφαλμένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέβλεψε την επιλογή αυτή των εφεσιβλήτων, ακολουθώντας, όμως, την αρχή της νομολογίας ότι είναι δικαίωμα κατηγορουμένου να μην καταθέσει και ότι το βάρος απόδειξης κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών βαρύνει την Κατηγορούσα Αρχή, δεν την προσμέτρησε σε βάρος τους. ΄Οπως ορθά κατέληξε, με τη μαρτυρία που υπήρχε ενώπιόν του, δεν είχε αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της καταδολίευσης, δηλαδή ότι η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε με σκοπό την καταδολίευση των εφεσειόντων. Το Κατηγορητήριο είχε ως βάση του το ΄Αρθρο 303Α (2)(α), (β) και (3) του Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει τα εξής:-

«(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πρόσωπο συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία όπου –

(α) Πωλεί σε άλλο, ή ενοικιάζει σε άλλο, ή υποθηκεύει σε άλλο ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο, ή διαθέτει προς χρήση σε άλλο ακίνητη περιουσία, ή

(β) διαφημίζει ή άλλως πως προωθεί τη σε άλλο πώληση ή ενοικίαση ή υποθήκευση ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο ή την από άλλο χρήση ακίνητης περιουσίας, ή


(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, πρόσωπο ενεργεί με σκοπό καταδολίευσης εάν προβεί σε οποιαδήποτε από τις πράξεις που καθορίζονται στο εδάφιο (2) ενώ γνωρίζει ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει, ότι δεν έχει τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που έχει νόμιμη εξουσία παροχής τέτοιας συγκατάθεσης.»

Η απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσείοντα σε σχέση με το εν λόγω συστατικό στοιχείο, για τους καθ’ όλα εύλογους και πειστικούς λόγους που διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν άφηνε άλλη επιλογή από την απαλλαγή και αθώωσή των εφεσιβλήτων από τις κατηγορίες. Το Τεκμήριο 8, στο οποίο ο δικηγόρος των εφεσειόντων παρέπεμψε για να υποστηρίξει το λανθασμένο της κρίσης σε σχέση με το χρόνο πώλησης της κατοικίας στην εφεσίβλητη 4, κάθε άλλο παρά μαρτυρία για το χρόνο που αυτή έγινε αποτελεί. Με αυτό, δηλωνόταν ότι η κατοικία είχε πωληθεί σε τρίτο – (στους εφεσείοντες) – η δε εφεσίβλητη 4 αναλάμβανε, υπό όρους, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, να την αγοράσει. Οι εφεσίβλητοι δεν αρνήθηκαν την ύπαρξη της συμφωνίας με τους εφεσείοντες, ήταν, όμως, η θέση τους ότι αυτή τερματίστηκε από τους ίδιους, λόγω παράβασης όρων της από τον εφεσείοντα και καταχώρισαν σχετική αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τερματισμό της. Το ποιος ήταν υπεύθυνος για τον τερματισμό της συμφωνίας δεν μπορούσε να κριθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυτό θα αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής.

Η κατάληξή μας ως προς την ορθότητα της πιο πάνω διαπίστωσης καθιστά αχρείαστη την εξέταση του λόγου έφεσης 1.

Η παρούσα έφεση, η οποία, ουσιαστικά, στρέφεται εναντίον της ορθότητας της αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχει και μια άλλη διάσταση. Καθώς προκύπτει, καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Γενικού Εισαγγελέα, στη βάση των εξουσιών που του παρέχει το ΄Αρθρο 137(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. ΄Εχοντας υπόψη ότι έφεση, από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, εναντίον αθωωτικής απόφασης χωρεί μόνον επί νομικών θεμάτων, μας απασχόλησε κατά πόσο θα επανανοίγαμε την υπόθεση, για να ακούσουμε τους δικηγόρους, αφού το όλο ζήτημα δεν έχει εγερθεί από τους εφεσίβλητους. Θεωρήσαμε, όμως, ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δε θα εξυπηρετείτο οποιοσδήποτε σκοπός pop over to this website.

Η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ των εφεσιβλήτων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

Ε. Παπαδοπούλου, Δ.

Α. Πασχαλίδης, Δ.

Δ. Μιχαηλίδου Δ.

[1] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363· Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401 και Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71

Kosmo-Plast v. Karayiannas & Son Developers: Case 738/2012

Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου – Κίζη, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 738/12







Αίτηση ημερομηνίας 6.2.2013 για Παραμερισμό Απόφασης

Ημερομηνία: 7 Οκτωβρίου, 2013

Για τους Εναγόμενους – Αιτητές: κ. Α. Κλαίδη (Για να ακούσει απόφαση η κα Ερατώ Ορθοδόξου)
Για τους Ενάγοντες – Καθ΄ ών η αίτηση: κ. Σταύρος Σταυρινίδης (Για να ακούσει απόφαση η κα Χαρά Αλεξάνδρου).


Στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο εκδόθηκε στις 7.12.2012 ερήμην των εναγομένων, απόφαση εναντίον τους για €4.672.40 πλέον τόκους και έξοδα, ως υπόλοιπο λογαριασμού.

Σύμφωνα με τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, οι εναγόμενοι κατόπιν συμφωνίας τους με τους ενάγοντες αγόρασαν από τους τελευταίους διάφορα εμπορεύματα (πλαστικά προϊόντα) κατά την περίοδο 2004 – 2010. Οι Ενάγοντες διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό στον οποίο χρεώνονταν «τα ισόποσα των συναλλαγών» και επιστώνοντο οι πληρωμές των εναγομένων έναντι του υπολοίπου. Κατά ή περί την 23.7.2012, ο εν λόγω χρεοπιστωτικός λογαριασμός παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος των εναγομένων για το ποσό των €4.672.40.

Από τον φάκελο της δικογραφίας προκύπτει ότι η αγωγή καταχωρήθηκε στις 3.8.2012 και επιδόθηκε στους εναγομένους στις 21.8.2012. Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης, το Κλητήριο Ένταλμα επεδόθη στον Χριστόφορο Καραγιαννά, διευθυντή των εναγομένων. Στις 19.10.2012, οι ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση, δυνάμει της Διαταγής Δ17, λόγω μη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης. Στις 7.12.12 προχώρησαν σε απόδειξη της απαίτησης τους και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ως ανωτέρω.

Με την υπό κρίση Αίτηση, οι εναγόμενοι – αιτητές αιτούνται την ακύρωση και/ή τον παραμερισμό της απόφασης.

Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ. 59, Κ1 – 35 Δ.40. Κ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, Δ. 44 Κ 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, Δ. 48 Κ 1, 2, 3, 8 και 9, επί των άρθρων 31, 32 και 47 του Περί Δικαστηρίων Νόμων Ν14/60 και επί των άρθρων 4, 5, 6 και 9, Δ.17, Θ. 10, Δ. 26, Θ. 14, Δ.33, Θ.5, Θ. 1, 2,3 και 9, και Δ. 57, Θ. 2, άρθρο 30 (3) του Συντάγματος, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρο 47 και επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου.

Υποστηρίζεται από τις Ένορκες δηλώσεις των Μάριου Χριστόφορου Καραγιαννά και της κας Γεωργίας Χριστοδούλου.

Ο Μάριος Χριστοφόρου Καραγιαννάς, εκτελεστικός πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων, στην ένορκη του δήλωση αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι «κατά τον ουσιώδη χρόνο επίδοσης της αγωγής», επισκέφθηκε το γραφείο των δικηγόρων του (Temple Court Chambers A.Κλαϊδη) στη Λάρνακα και τους έδωσε ρητές οδηγίες να καταχωρήσουν Σημείωμα Εμφάνισης και Υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως τον πληροφόρησαν αργότερα καταχωρήθηκε Εμφάνιση και Υπεράσπιση στις 9.1.2013 και 16.1.2013 αντίστοιχα. Σε μεταγενέστερο χρόνο παρέλαβε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακος, επιστολή ημερομηνίας 21.1.2013, με την οποία πληροφορείτο την ύπαρξη εντάλματος κατάσχεσης της κινητής περιουσίας των εναγομένων για το ποσό των €4,672.40 πλέον τόκους και έξοδα. Όταν ζήτησε από τους δικηγόρους του να διερευνήσουν το θέμα, έμαθε ότι οι τελευταίοι παρέλειψαν, λόγω αβλεψίας, να καταχωρήσουν έγκαιρα τα «απαιτούμενα έγγραφα» εξαιτίας της μετακόμισης του γραφείου τους από την Λάρνακα στην Λευκωσία.

Είναι η θέση του, κατόπιν νομικής συμβουλής που έτυχε, ότι εν προκειμένω ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για ακύρωση απόφασης, δεδομένου του ότι οι εναγόμενοι προσέφυγαν αμέσως στο Δικαστήριο και επεξηγήθηκαν λεπτομερώς οι λόγοι για την εκπρόθεσμη καταχώρηση των «απαιτουμένων δικογράφων». Τονίζει ότι οι εναγόμενοι δεν φέρουν καμιά ευθύνη, καθότι οι ίδιοι δεν επέδειξαν οποιαδήποτε αδιαφορία για την υπόθεση και ότι θα πρέπει να τους δοθεί η ευκαιρία να ακουστούν και να παρουσιάσουν την υπόθεση τους (το δικαίωμα ακρόασης κατοχυρώνεται από το άρθρο 30(1) του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων) προτού εκδοθεί απόφαση.

Ως προς την ουσία, λέγει ότι οι εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Απορρίπτει τους ισχυρισμούς των εναγόντων και αρνείται την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών για την αγορά εμπορευμάτων και/ή πλαστικών προϊόντων και κατ΄ επέκταση την ύπαρξη συμφωνίας με ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους για εξόφληση εκδοθέντων τιμολογίων εντός 30 ημερών από της έκδοσης τους. Είναι η θέση του ότι οι εναγόμενοι ουδέποτε έλαβαν την επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 30/5/2012, με την οποία εζητείτο η εξόφληση του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού. Τέλος αναφέρει ότι οι εναγόμενοι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες και ότι η αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας.

Η Γεωργία Χριστοδούλου, αναφέρει ότι είναι γραμματέας στο δικηγορικό γραφείο Temple Court Chambers – Α. Κλαίδη, δικηγόρων των εναγομένων και ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει τα γεγονότα από τα έγγραφα που περιέχονται στον φάκελο της υπόθεσης, τον οποίο έχει στην κατοχή της. Κατά ή περί τα τέλη Σεπτεμβρίου, 2012 έγινε μετακόμιση των Κεντρικών τους γραφείων από τη Λάρνακα στη Λευκωσία. Το γραφείο τους δεν γνώριζε την έκδοση απόφασης και καταχώρησε υπεράσπιση στην αγωγή στις 16.12013. Στις 23.12013 ενημερώθηκαν ότι στις 12.12.12 εκδόθηκε απόφαση λόγω παράλειψης καταχώρησης Εμφάνισης. Την ίδια ημέρα (23.1.2013) ενημέρωσε τόσο γραπτώς όσο και τηλεφωνικώς τους εναγομένους περί τούτου. Αποδίδει την εκ μέρους τους παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης κατά τον προσήκοντα χρόνο, σε αβλεψία.

Οι Ενάγοντες – καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρησαν ένσταση η οποία στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ17, θ.10, Δ.26. θ.14 και 15, Δ.33, θ 1 -5, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1, 2, 4 και 9, Δ.49, Δ.50, Δ.64, στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

Ως λόγοι ένστασης προβάλλονται οι εξής:

1. Η εκδοθείσα απόφαση δεν μπορεί να παραμεριστεί καθ΄ ότι εκδόθηκε νομότυπα και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις παραμερισμού της.
2. Οι Εναγομένοι – Αιτητές επέδειξαν συμπεριφορά ασυγχώρητα περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας.
3. Οι Εναγόμενοι – Αιτητές καθυστέρησαν αδικαιολόγητα στην καταχώρηση της υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αίτησης και δεν προβαίνουν σε οποιαδήποτε βάσιμη αιτιολόγηση για την καθυστέρηση τους στην καταχώρηση της παρούσας.
4. Η Αίτηση των Εναγομένων – Αιτητών αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης για την αποφυγή λήψης μέτρων εκτέλεσης εναντίον τους από τους Ενάγοντες, εκμηδενισμό των πιθανοτήτων είσπραξης των επιδικασθέντων ποσών και καθυστέρηση στην εκτέλεση του εντάλματος εκτέλεσης κινητής περιουσίας το οποίο εκδόθηκε την 16/01/2013.
5. Οι Εναγόμενοι – Αιτητές δεν προβάλλουν στις Ένορκες Δηλώσεις που συνοδεύουν την παρούσα οποιαδήποτε ή και επαρκή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση παρά μόνο γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς.
6. Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση των Εναγομένων – Αιτητών επιδιώκει να καταστρατηγήσει την αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων με ουσιαστικό αποτέλεσμα η Ενάγουσα να εμποδίζεται από του απολαύσει τους καρπούς της νίκης της μετά την έκδοση της απόφασης του Σεβαστού Δικαστηρίου.
7. Η υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο Αίτηση των Εναγομένων – Αιτητών είναι παράτυπη και άκυρη καθότι δεν αναφέρεται η διεύθυνση επίδοσης εντός των δημοτικών ορίων της πόλης στο οποίο βρίσκεται στο πρωτοκολλητείο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου.

Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Σάββα Ανδρέου. Ο Σάββας Ανδρέου, διευθυντής πωλήσεων των εναγόντων – καθ΄ ων η Αίτηση, αναφέρει ότι είναι ένας εκ των διευθυντών οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την παρακολούθηση των χρεωστών της εταιρείας. Τα όσα λέγει στην ένορκη του δήλωση τα γνωρίζει προσωπικά και είναι όλα αληθή. Αρνείται την θέση και τους ισχυρισμούς των εναγομένων – αιτητών, και λέγει ότι τα όσα αναφέρονται στις Ένορκες Δηλώσεις που υποστηρίζουν την Αίτηση «κάθε άλλο, παρά συνιστούν οποιαδήποτε ή επαρκή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση». Επιβεβαιώνει ότι οι ενάγοντες έχουν καλή βάση αγωγής. Αφού κάμνει αναφορά στο ιστορικό της καταχώρησης της αγωγής, της έκδοσης απόφασης και των μέτρων εκτέλεσης που ακολούθησαν, προσθέτει ότι προ της λήψης δικαστικών μέτρων, ο δικηγόρος τους απέστειλε στους εναγομένους διπλοσυστημένη επιστολή με ημερομηνία 30.5.2012, με την οποία ζητείτο η καταβολή του οφειλόμενου ποσού των €4,672.40 πλέον των τόκων. Παρόλο που η επιστολή παρελήφθη από τους εναγόμενους στις 11.6.2012, οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν. Είναι τέλος η θέση του ότι όλοι οι ισχυρισμοί των εναγομένων – αιτητών είναι εξ΄ ολοκλήρου αστήρικτοι, αποτελούν εικασίες και πιθανολογήσεις και έχουν ως αποκλειστικό σκοπό την καθυστέρηση και την εκτροπή από τα θέσμια, ώστε οι εναγόμενοι να αποφύγουν οποιεσδήποτε συνέπειες που προκύπτουν από την εκδοθείσα απόφαση.

Στις αγορεύσεις που ακολούθησαν οι δικηγόροι των εναγομένων – αιτητών αφού αναφέρθηκαν στην ισχύουσα επί του θέματος νομολογία, ισχυρίστηκαν ότι με την μαρτυρία που προσκόμισαν οι εναγόμενοι στο Δικαστήριο ικανοποίησαν τις προϋποθέσεις που τίθενται επί του θέματος από τους διαδικαστικούς κανονισμούς. Απεκάλυψαν ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην υπόθεση και έδωσαν ικανοποιητικό λόγο για την παράλειψη τους να καταχωρήσουν Εμφάνιση στην αγωγή. Πέραν τούτου οι εναγόμενοι προσέφυγαν αμέσως στο Δικαστήριο μετά την γνωστοποίηση της έκδοσης της απόφασης.

Αντίθετα, ο συνήγορος των εναγόντων καθ΄ ων – η Αίτηση, αφού αναφέρθηκε και αυτός στην σχετική νομολογία και στις προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να παραμεριστεί μια δικαστική απόφαση, απέρριψε την θέση και την εκδοχή των εναγομένων και κάλεσε το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και να απορρίψει την αίτηση. Δεν θα πρέπει κατέληξε, οι ενάγοντες να στερηθούν των ευεργετημάτων που τους παρέχει η απόφαση που νομότυπα εξασφάλισαν προς όφελος τους.

Οι αρχές στις οποίες το Δικαστήριο πρέπει να βασιστεί στην εξέταση αίτησης για παραμερισμό απόφασης έχουν επανειλημμένα τεθεί από την νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Προτού αναφερθώ σ΄ αυτές παραθέτω το κείμενο της Δ.17 θ.10 η οποία αποτελεί νομική βάση της παρούσας αίτησης.

“Where judgement is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order is shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgement upon such terms as may be just”.

Όπως τόνισα και πιο πάνω οι αρχές που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για τον παραμερισμό εκδοθείσας ερήμην απόφασης, έχουν καθοριστεί με ακρίβεια από την νομολογία.

Κλασσική απόφαση είναι η αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (1937) 2 All E.R. 646 η οποία υιοθετήθηκε από την δική μας νομολογία και ιδιαίτερα από την υπόθεση Ioannis Kotsapas and Sons Ltd v. Titan Constructions and Engineering Company (1961) CLR 317. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Kotsapas (ανωτέρω) ο αγγλικός θεσμός είναι ουσιαστικά ο ίδιος με τον αντίστοιχο Κυπριακό και επομένως καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αγγλικές αυθεντίες.

Στην αγγλική υπόθεση Evans v. Bartlam (ανωτέρω) τονίστηκε ότι πρωταρχικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος έχει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας και εάν το Δικαστήριο πειστεί ότι ικανοποιείται το κριτήριο αυτό, τότε το Δικαστήριο δεν θα επιθυμεί να αφήσει μια τέτοια απόφαση χωρίς να την παραμερίσει εάν δικαιολογημένα ο εναγόμενος δεν έλαβε τα μέτρα που όφειλε σύμφωνα με τους θεσμούς.

Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Κούρτη (1997) 1 ΑΑΔ 941, στις σελίδες 946 – 947 ο πρωταρχικός παράγοντας ο οποίος επενεργεί στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι η αποκάλυψη υπεράσπισης παρόλο που μπορεί να επενεργήσουν και άλλοι παράγοντες μικρότερης όμως σημασίας, [Δέστε επίσης Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ κ.α. ν. Χάπυ Στρήτς Ντίσκο Λτδ (1997) 1 ΑΑΔ 28, σελ. 31:

«….Το βασικό κριτήριο είναι κατά πόσον ο εναγόμενος ικανοποιεί το δικαστήριο πως έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή ώστε να του δοθεί το δικαίωμα να την προβάλει. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης.»

Κατά συνέπεια είναι ξεκάθαρο ότι ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως έχει επί της ουσίας της υπόθεσης, εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Δεν απαιτείται, ωστόσο, απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση. Αρκεί να εγείρει ο εναγομένος ότι έχει καλή υπεράσπιση, γεγονός που κρίνεται χωρίς αξιολόγηση της μαρτυρίας.

Στην υπόθεση Μαρία Λευκίδου ν. Άριστος Καναουρίδης, Π.Ε. 10015, ημερομηνίας 26.4.1999 ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Κωνσταντινίδης τόνισε μεταξύ άλλων και τα εξής:

«Το δικαστήριο ερευνά τα ενώπιον του στοιχεία για να διαγνώσει μόνο εάν υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμο σημείο. Στο στάδιο αυτό, δεν υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης».

Το έργο του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για παραμερισμό απόφασης δεν είναι να κάμει ευρήματα ως προς τα γεγονότα που τίθενται ενώπιον του ή ως προς την εμπλοκή τους σε σχέση με τα δικαιώματα των διαδίκων αλλά το πρωταρχικό του καθήκον είναι να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτονται επαρκή θετικά στοιχεία (merits) ώστε να δικαιολογείται το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Η αποκάλυψη τέτοιων θετικών στοιχείων αποτελεί τον πιο σημαντικό παράγοντα που λαμβάνεται υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο θέμα του επανανοίγματος της υπόθεσης όπου το Δικαστήριο πρέπει να προσπαθήσει να σταθμίσει δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης. Την ανάγκη αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης ενός διαδίκου από την μία και την ανάγκη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων από την άλλη [Βλ. Phylactou and Others v. Michael (1982) 1 CLR 2004.]

To Δικαστήριο πρέπει να διασφαλίζει την ταχεία εκδίκαση των δικαστικών υποθέσεων και την ανάγκη προάσπισης του τελεσιδίκου των αποφάσεων (finality of judgements). Δεν πρέπει όμως το Δικαστήριο να είναι γρήγορο στο να στερήσει ένα διάδικο του δικαιώματος του να ακουστεί στην υπόθεση του εφόσον αποκαλύψει θετικά στοιχεία, αλλά μπορεί να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση αν η διαγωγή του αιτητή είναι τέτοια που να πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης. Όταν η διαγωγή του διαδίκου που υποβάλλει αίτηση για παραμερισμό απόφασης είναι ασυγχώρητη, προσβλητική στο βαθμό της εμφανούς καταφρόνησης για τη δικαστική διαδικασία ή τα δικαιώματα του αντιδίκου του, το Δικαστήριο μπορεί κατά την διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση. Για τον λόγο αυτό λαμβάνεται επίσης υπόψη από το Δικαστήριο ως μια επιπρόσθετη παράμετρος ο χρόνος που έχει διαρρεύσει από την ημέρα έκδοσης της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης.

Σχετικές επί του θέματος είναι οι αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, Eros Travel and Tours Ltd v. D.E.L. Kirzis Tourist Enterprises Ltd, Πολιτική Έφεση 9695, ημερομηνίας 25.6.1997, Π. Μωυσέως ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 9762, ημερομηνίας 17.7.1997, Milouca Motor Trading Ltd v. Χρ. Κούρτη (1997) 1 Α.Α.Δ. 941.

Όπως έχω προαναφέρει το βασικότερο κριτήριο που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αίτησης όπως η παρούσα, είναι η ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης. Έτσι το πρώτο θέμα που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι εναγόμενοι – αιτητές έχουν καταφέρει να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο με τα όσα παραθέτουν στις Ένορκες Δηλώσεις που υποστηρίζουν την αίτηση, ότι έχουν καλή Υπεράσπιση.

Ποια είναι η θέση τους ως προς την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως Υπεράσπισης; Οι εναγόμενοι προβάλλουν μία γενική άρνηση. Αρνούνται ότι συμφώνησαν να αγοράζουν εμπορεύματα (πλαστικά προϊόντα) από τους ενάγοντες, αρνούνται ότι παρέλαβαν τέτοια εμπορεύματα, αρνούνται ότι παρέλαβαν την επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 30.5.2012 με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν την εξόφληση του κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενου ποσού και τέλος αρνούνται ότι οφείλουν το αξιούμενο ή οποιοδήποτε ποσό στους ενάγοντες.

Οι Εναγόμενοι πέραν της άρνησης της οφειλής, δεν προβάλλουν κανένα άλλο στοιχείο, ώστε να πείσουν το δικαστήριο ότι έχουν συζητήσιμη υπόθεση. Το νοηματικό περιεχόμενο της έννοιας «αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης», δεν μπορεί να εξαντλείται στην απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από εκείνης του ενάγοντα. Εξυπακούεται ένα πιο ευρύ πλαίσιο. Ο αιτητής θα πρέπει να παρουσιάσει στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία μέσα από τα οποία να διαφαίνεται, με επαρκή λεπτομέρεια, η ύπαρξη γνήσιας, εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης. Έτσι που η παράθεση της θέσης του (αιτητή) με συνακόλουθη σύνδεση της με υποστηρικτικό υλικό να δίνει στην εκδοχή του επαρκή βαρύτητα, ούτως ώστε να αποσείσει το βάρος που έχει σε αίτηση αυτής της μορφής.

Ο λεκτικός μόνο ισχυρισμός των εναγομένων ως προς την ύπαρξη καλής Υπεράσπισης τον οποίο θα χαρακτήριζα γενικό, ασαφή και αόριστο, παρέμεινε μετέωρος και ατεκμηρίωτος. Η απλή άρνηση είναι ένας γενικός και αόριστος ισχυρισμός που δεν βοηθά την υπόθεση τους. Πέραν της άρνησης δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε θέση ή εκδοχή διαφορετική από εκείνη των εναγόντων. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων έτσι όπως προβλήθηκαν, δεν παρουσιάζουν υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης και ως εκ τούτου έχουν καταστήσει τρωτή την θέση τους με μοιραία αποτελέσματα ως προς την αίτηση τους.

Παρόλο που η τύχη της αίτησης έχει κριθεί θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση και των δύο άλλων παραμέτρων που επικουρικά λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης τέτοιας υφής όπως η παρούσα. Της επιμέλειας την οποία επέδειξαν οι εναγόμενοι και της ταχύτητας με την οποία έδρασαν μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον τους.

Ως προς την δεύτερη παράμετρο, θεωρώ ότι οι εναγόμενοι δεν αργοπόρησαν στην καταχώρηση της αίτησης τους αλλά έδρασαν μέσα σε εύλογο χρόνο. Ο χρόνος που διέρρευσε από την έκδοση της απόφασης μέχρι την καταχώρηση της αίτησης είναι κάτι λιγότερο από δύο (2) μήνες.

Ως προς την πρώτη παράμετρο, είναι η θέση των εναγομένων ότι οι ίδιοι δεν επέδειξαν οποιαδήποτε αδιαφορία, εφόσον με την επίδοση σ΄ αυτούς του Κλητηρίου της Αγωγής έδωσαν οδηγίες στους δικηγόρους τους να τους υπερασπιστούν στην αγωγή. Διατείνονται ότι η μη καταχώρηση Εμφάνισης οφειλόταν αποκλειστικά σε σφάλμα των δικηγόρων τους.

Είναι καλά γνωστό και νομολογημένο ότι δεν είναι ορθό κάθε φορά που ο δικηγόρος κάνει λάθος στο χειρισμό της υπόθεσης να το επικαλείται ο διάδικος ως δικαιολογία και να παραμερίζεται η απόφαση. Έχει λεχθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου ότι ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση των προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών. Αυτό θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από την συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα αυτά εξαρτάται ή απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης και συνακόλουθα το κύρος της (Βαρδιάνος ν. Richards (1998) 1 (B) AAΔ 698, σελ. 704 – 705.

Πέρα από τους δικηγόρους τους και οι ίδιοι οι εναγόμενοι δεν είναι άμοιροι ευθυνών. Δεν ενδιαφέρθηκαν για την τύχη της υπόθεσης τους. Έδωσαν το κλητήριο της Αγωγής στους δικηγόρους και έκτοτε δεν επικοινώνησαν μαζί τους, ούτε και έκαμαν οτιδήποτε για να πληροφορηθούν σε ποιο στάδιο βρισκόταν η υπόθεση. Εκδήλωσαν ενδιαφέρον μόνο όταν αντιμετώπισαν τις συνέπειες των μέτρων εκτέλεσης της απόφασης. Εν προκειμένω κρίνω ότι η πλευρά των εναγομένων δεν επέδειξε την απαιτούμενη υπό τις περιστάσεις επιμέλεια στον χειρισμό της υπόθεσης τους.

Ένα τελευταίο σχόλιο στο επιχείρημα των εναγομένων ότι το δικαίωμα τους «να ακουστούν», κατ΄ επιταγή του άρθρου 30 του Συντάγματος, είναι συνυφασμένο με «το δικαίωμα ακρόασης της υπόθεσης».

Είναι βαθιά εμπεδωμένο στο σύστημα της δικαιοσύνης ότι «ουδείς δικάζεται χωρίς να έχει ακουστεί». Αυτό αποδίδεται με το λατινικό αξίωμα “audi alteram partem”.

Το άρθρο 30.3(α) του Συντάγματος προνοεί ότι έκαστος έχει το δικαίωμα να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν. Chr. P. Michaelides (Estates) Ltd (1992) 1ΑΑΔ 43, κρίθηκε ότι το άρθρο 30.3(α) και (β) του Συντάγματος συσχετίζεται με το ζήτημα της κανονικής επίδοσης του Κλητηρίου Εντάλματος. Θεωρήθηκε ότι η καλή επίδοση «συνδέεται αναπόφευκτα με την δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότητα να υπερασπισθεί».

Στην προκειμένη περίπτωση το Κλητήριο της αγωγής επιδόθηκε κανονικά και νομότυπα στους εναγομένους. Γνώριζαν τους λόγους για τους οποίους καλούντο στο Δικαστήριο. Και είχαν την δυνατότητα να υπερασπισθούν τους εαυτούς τους. Το συνταγματικό τους δικαίωμα να ακουστούν στην υπόθεση δεν παραβιάστηκε. Η θέση των εναγομένων υποστηριζόμενη από το πραγματικό υπόβαθρο που ετέθη, δεν βρίσκει έρεισμα στον Νόμο.

Βάσει των όσων έχουν λεχθεί μέχρι τώρα, κρίνω ότι οι εναγόμενοι – αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος που είχαν, να αποδείξουν την ύπαρξη εκ πρώτης όψεως καλής Υπεράσπισης, του βασικότερου κριτηρίου που λαμβάνεται υπόψη στην εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα.

Για όλους αυτούς τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση των εναγόμενων θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος τους.

Δια ταύτα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος των εναγομένων – αιτητών και υπέρ των εναγόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

(Υπ.) …………………………………………..

Στ. Τσιβιτανίδου – Κίζη, Ε.Δ.

ενδιάμεση απόφαση: Case 365/2006: Date 29-07-2013

Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 365/2006







Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.3.2010.







Αίτηση ημερομηνίας 25.7.2013.

Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2013.

Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Ε. Φλουρέντζος με κ. Κλαϊδη.


Έχω με προσοχή ακούσει την αγόρευση εκ μέρους των αιτητών και θεωρώ ότι είμαι σε θέση να εκδώσω την απόφαση του Δικαστηρίου ex-tempore.

Είχα την ευκαιρία, από προηγουμένως, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και υποστηρίζει μαζί με τα συνημμένα σε αυτήν τεκμήρια, όσο και το περιεχόμενο του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, η οποία, όπως φαίνεται και από τα λεγόμενα των αιτητών, βρίσκεται σε στάδιο μετά από έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης με βάση την οποία επιδικάστηκε ένα ποσό υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου 1, απορρίφθηκε η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 και επιδικάστηκε ένα μεγαλύτερο ποσό υπέρ του εναγομένου 1 και εναντίον των εναγόντων στην ανταπαίτηση που υπήρχε. Θα πρέπει να πω επίσης ότι έχω με προσοχή ακούσει και με ερωτήματα μου ξεκαθαρίσει τα ζητήματα που με απασχολούσαν ως προς τις θέσεις των αιτητών, ερωτήματα τα οποία ήμουν σε θέση να θέσω έχοντας εξετάσει όλα τα σχετικά με την παρούσα διαδικασία από προηγουμένως. Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο συνοπτικός μπορώ να είμαι στο πλαίσιο αυτού που θεωρώ ότι πρέπει να αποφασιστεί στην παρούσα διαδικασία.

Διαπιστώνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι στις 19.3.2013 και ενώ από τον Ιανουάριο του 2013 και συγκεκριμένα στις 24.1.2013 είχε καταχωρηθεί το υπό κρίση memo με αριθμό 64/13, στις 19.3.2013 λοιπόν, ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα αναστολής του υπό κρίση memo ενώ έτερο διάταγμα που ζητούσε την ακύρωση του αφέθηκε να εκδικαστεί μετά από ακρόαση της αίτησης. Αυτά σημειώνονται και με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.7.2013. Υπήρξε, στις 20.3.2013, καταχώριση διά κλήσεως αίτησης η οποία ζητά την ακύρωση του εν λόγω memo. Υπήρξε καταχώριση αίτησης από την πλευρά του εναγομένου για ακύρωση και παραμερισμό του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Φυσικά η αίτηση αυτή απεσύρθη ως εκ του αποτελέσματος της ακρόασης που έγινε όσον αφορά το προσωρινό διάταγμα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα αυτό το διάταγμα ημερομηνίας 19.3.2013 να ακυρωθεί και η αίτηση να απορριφθεί.

Στο στάδιο αυτό θα ασχοληθώ πρώτα με μια άλλη πτυχή της αίτησης, έστω θεωρώντας ότι υπάρχουν στοιχεία που δεν εμποδίζουν την καταχώριση αυτής της παρούσας αίτησης. Είναι δεδομένο νομολογιακά ότι η έκδοση μονομερώς ενός διατάγματος αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα και ότι θα πρέπει να εκδίδεται ένα διάταγμα μονομερώς με τεράστια φειδώ και μόνο όπου οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Το ερώτημα εδώ που θα ετίθετο είναι: έχοντας το Δικαστήριο εξετάσει, κατόπιν ακρόασης, πανομοιότυπα αιτήματα, έχοντας ακούσει και τις δύο πλευρές, θα δικαιολογείτο στη βάση ουσιαστικά όμοιων γεγονότων να αποφάσιζε μονομερώς την έκδοση διατάγματος χωρίς να ακούσει την άλλη πλευρά, η οποία όταν ακούστηκε πέτυχε την ακύρωση του διατάγματος και την απόρριψη προηγούμενης αίτησης; Είμαι της άποψης ότι, κατά το ελάχιστο σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο θα όφειλε να θέσει τέτοιες οδηγίες ούτως ώστε ένα τέτοιο αίτημα να αποφασίζετο ακούγοντας και τις δύο πλευρές. Μου φαίνεται πολύ παράδοξο να υπήρχε μια κατάσταση πραγμάτων κατά την οποία το Δικαστήριο, έχοντας μια άλλη σύνθεση να είχε αποφασίσει το θέμα στις 10.7.2013, ακούγοντας και τις δύο πλευρές, και το ίδιο Δικαστήριο, έστω υπό άλλη σύνθεση, να προχωρούσε, σε πανομοιότυπη αίτηση και γεγονότα, να εξέδιδε μονομερώς ένα τέτοιο διάταγμα. Αυτά που αναφέρω τώρα δεν θα επηρέαζαν το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος αφού τέτοιες οδηγίες θα μπορούσαν να δοθούν ώστε να κληθεί η άλλη πλευρά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και να ακουστεί ικανοποιώντας οποιεσδήποτε ανησυχίες όσον αφορά το θέμα του κατ΄ επείγοντος.

Αυτά όσον αφορά το θέμα της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Όμως είμαι της άποψης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εξαντλείται το θέμα με οδηγίες επίδοσης στην άλλη πλευρά. Και αυτό διότι, έχοντας ακούσει την επιχειρηματολογία ως προς τη συμπεριφορά, κατ΄ ισχυρισμόν πάντοτε συμπεριφορά του εναγομένου καθ΄ ου η αίτηση και το πώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τον ίδιον σε διάβημα του προς το Δικαστήριο λόγω της δικής του στάσης, και αντιλαμβανόμενος πλήρως την επιχειρηματολογία αυτή, είμαι της άποψης ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο στην παρούσα περίπτωση, υπό το εξής σκεπτικό. Δεν μπορώ να αποφασίσω σε αυτό το στάδιο, χωρίς καν να ακούσω οποιαδήποτε από τις αιτήσεις παρακοής, ότι υφίσταται παρακοή από πλευράς του εναγομένου. Και συνεχίζοντας αυτό το εύρημα να εμποδίσω αυτόν από οποιαδήποτε άσκηση δικαιωμάτων που ενδεχομένως να είναι καθ΄ όλα νόμιμη χωρίς καν να τον ακούσω και με έναν τρόπο που ενδεχόμενα να αποτελεί κατάργηση του μέτρου που λαμβάνει. Με άλλα λόγια τίθεται το ερώτημα, είμαι εις θέσιν σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας να καταλήξω ότι θα πρέπει ένα διάταγμα όπως το ζητούμενο να εκδοθεί λόγω του ότι ο εναγόμενος είναι σε πλήρη αδιαφορία του μέρους της απόφασης που τον αφορά ενώ παράλληλα επιδιώκει την εφαρμογή ενός άλλου μέρους της απόφασης; Πιστεύω πως δεν είμαι σε τέτοια θέση με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία.

Από τα όσα ανέφερα ήδη, θεωρώ ότι είναι ξεκάθαρο και το εύρημα μου ότι με το τι ζητείται με αυτήν την αίτηση ουσιαστικά είναι η κατάργηση της ισχύος του memo, έστω για προσωρινό διάστημα. Ένα τέτοιο διάταγμα όμως σημαίνει ότι μονομερώς καταργείται κάτι που ένας από τους διαδίκους ζήτησε να εφαρμόσει προς εκτέλεση της υπέρ του απόφασης. Εάν δε μια τέτοια κατάργηση θα είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας, το οποίο θα ήταν δικαίωμα των εναγόντων σε περίπτωση που δεν υφίσταται memo έστω και προσωρινά, τότε είναι, πιστεύω, εύκολα αντιληπτό το πόσο δραστικό θα μπορούσε να ήταν ένα τέτοιο διάταγμα στην απουσία της άλλης πλευράς. Κάτι το οποίο θεωρώ ότι δεν θα μπορούσα να εκδώσω, ειδικά μάλιστα όταν το ίδιο διάταγμα είναι εκείνο, έστω και αν χρησιμοποιείται η λέξη αναστολή αντί ακύρωση, που ζητείται με την διά κλήσεως αίτηση η οποία είναι ορισμένη για να ακολουθήσει πορεία εκδίκασης.

Και έρχομαι σε ένα τελικό σημείο, αυτό το οποίο θεωρώ καταλυτικό για την παρούσα αίτηση. Και οι τρεις αιτήσεις, τόσο η αίτηση ημερομηνίας 20.3.2013 που εκκρεμεί προς εκδίκαση και είναι διά κλήσεως (είναι ορισμένη ας σημειωθεί αυτή η αίτηση στις 13.9.2013 για οδηγίες και με οδηγίες καταχώρισης ένστασης από την πλευρά του εναγομένου) όσο και η αίτηση ημερομηνίας 19.3.2013 που εκδικάστηκε και αποφασίστηκε από το Δικαστήριο, όσο και η παρούσα αίτηση, βασίζονται ουσιαστικά στα ίδια γεγονότα. Όσον αφορά το θέμα της δυσφήμισης από πλευράς εναγομένου για τους ενάγοντες, ως αποτέλεσμα της δικής του παρακοής της απόφασης, τα γεγονότα ύπαρξης τέτοιας δυσφήμισης προϋπήρχαν κατά πολύ της αίτησης ημερομηνίας 19.3.2013 όσο και της αίτησης ημερομηνίας 20.3.2013 και δεν αποτέλεσαν λόγο που να εκδικαστεί έστω και ανκαι ήταν στη διάθεση των αιτητών, δεν προωθήθηκαν από τους αιτητές. Το ότι μια τέτοια συμπεριφορά αναφέρεται ότι συνεχίζει δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπήρξε από πολύ προηγουμένως αυτή η κατάσταση πραγμάτων η οποία δεν ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπεισέρχομαι στο θέμα του κατά πόσο είναι επιτρεπτό να καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο ένα memo επί όλης της περιουσίας ενός προσώπου, εξ αποφάσεως οφειλέτη, ώστε να καλύπτει ένα πολύ μικρότερο ποσό γιατί δεν εκδικάζω την ουσία της υπόθεσης σε αυτό το στάδιο. Θα περιοριστώ στο κατά πόσο η παρούσα αίτηση, με τα χαρακτηριστικά όπως τα έχω αναφέρει, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ως τέτοια δεν θα πρέπει να ακουστεί.

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέϊνμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Ko Λτδ (2000) 1B A.A.Δ. 1014, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι:

«Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της».

Γίνεται δε αναφορά σε αυθεντίες στις οποίες έγινε αναφορά και από τους αιτητές προς υποστήριξη επιχειρήματος ύπαρξης κατάχρησης από μέρους του εναγομένου. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης για τρίτη φορά, με την πρώτη φορά να είχε αποσυρθεί από τον αιτητή, τη δεύτερη φορά να απερρίφθη λόγω μη εμφανίσεως του κατά την ακρόαση και την τρίτη φορά να απορρίπτεται ως καταχρηστική με την αναφερόμενη απόφαση. Πόσο μάλλον υφίσταται κατάχρηση όταν με τα γεγονότα της παρούσας αίτησης προκύπτει ότι ανάλογο αίτημα, πανομοιότυπο αίτημα, έστω με τη διαφοροποίηση μιας λέξης, από ακύρωση σε αναστολή, που στην ουσία απολήγει στην ίδια κατάσταση πραγμάτων, τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου έχοντας εξεταστεί στην ουσία του και αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω ασφαλώς αυτά που ανέφερα όσον αφορά τα πράγματα που θα μπορούσαν να είχαν τεθεί από τότε και ενδεχομένως να μην τέθηκαν, τα οποία και πάλιν οδηγούν σε κατάχρηση της διαδικασίας, αφού θα έπρεπε να είχαν τεθεί στην ώρα τους. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να λεχθεί κάτι περισσότερο.

Καταλήγω ότι το αίτημα, όπως τίθεται, και μετά από όλα όσα έχω αναφέρει και εξετάσει, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί καταχρηστικό από μέρους των αιτητών και θεωρώ ότι η ορθή απόφαση είναι όπως η παρούσα αίτηση, ως μονομερής αίτηση, απορριφθεί χωρίς έξοδα.

Αυτή θα ήταν και η κατάληξη της απόφασης μου και στη βάση του ότι ένα τέτοιο αίτημα τίθεται μονομερώς αντί διά κλήσεως αν δεν ήταν καταχρηστικό το αίτημα. Θα πρέπει να λεχθεί κάτι που επίσης φανερώνει ύπαρξη κατάχρησης, ότι τα όσα αναφέρονται εδώ θα απασχολήσουν στην ουσία τους το Δικαστήριο και για την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 20.3.2013 η οποία θα απασχολήσει επί της ουσίας το Δικαστήριο ακούγοντας και τις δύο πλευρές.

Για σκοπούς πληρότητας θα προσθέσω και κάτι τελευταίο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι μέρος των διαπραγματεύσεων ή της στάσης οποιασδήποτε πλευράς στη βάση οποιασδήποτε συμφωνίας. Παραπέμπω στην αναφορά στην ένορκη δήλωση για τη στάση προτιθέμενων αγοραστών. Αν λάβουμε υπόψη ότι η αναστολή ενός memo δεν οδηγεί στην ακύρωση του, τότε αυτό θα σήμαινε ότι η κατάσταση πραγμάτων, είτε με την έκδοση του διατάγματος, είτε όχι, παραμένει η ίδια, με το να υφίσταται αυτό το memo. Συνεπώς, το αν ένας προτιθέμενος αγοραστής θα αποφάσιζε να τηρήσει μια στάση διαφορετική, με ένα memo σε αναστολή αλλά υπαρκτό, μέχρι την ακύρωση του, αυτό δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην έκδοση μιας απόφασης ως αυτή που ζητείται.

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ.\


Our View: The AG and the complete inversion of all logic

ON SUNDAY a Greek newspaper carried a report that Attorney-general Petros Clerides had suspended prosecution for driving offences against his son.

Clerides, declined to comment until Monday night on a television current affairs show where although he was not specific about the reported offences – drink driving and not having an MOT – he did confirm that an offence had taken place and that he had suspended prosecution.

Article 113 of the constitution grants the Attorney-general or members of his office acting on his instructions the right to suspend any prosecution against anyone in Cyprus “exercisable at (the AG’s) discretion in the public interest”.

While no one is saying the AG acted illegally, his reasoning is however flawed.

He suggests the fact that he did not sweep the whole affair under the carpet showed transparency. He suggests the fact that he has suspended such prosecutions for other people’s children means his own son should be treated no differently. He suggests it was no big deal because the particular offence is now regulated by an on-the-spot fine and is not really an offence at all.

This is a complete inversion of all logic and a brazen example of Orwellian doublespeak.

Whether he did it above board or under the carpet, he has sent the message that some people are above the law. His, son, a lawyer was 32 years old at the time, not errant teenager who didn’t know any better and might deserve a second chance. And how was quashing such a prosecution in the public interest anyway?

If a driving offence punishable by an on-the-spot fine is not really an offence at all, why is it written in the law and why is there a fine?

If there were, as the AG said, no serious consequences on his son’s career from the driving offence, why not just pay the fine? It’s not like he could not afford it. Even if there were extenuating circumstances that we are not aware of that caused his son to commit a driving offence, the fine could have and should have been paid since it was all ‘no big deal’ anyway.

The AG says he is not ashamed of his actions and merely wanted to treat his son the same way he has treated other people’s children. Does that mean he suspends more driving prosecutions than not? If the majority are fined, then his son, by his own reasoning, should actually have been fined if he wanted to treat him like most others.

The whole point of punishing those who break the law is that they won’t offend again or worse still, harm someone by their repeated actions.

If the highest lawyer in the land can dismiss the letter of the law with a wave of his pen, there is not much hope for this country. It’s the AG’s job to lead by example but the only example that has been shown here is that the law is not worth the paper it’s written on, if you know the right people that is.

Published on April 11, 2013
Copyright © Cyprus Mail

Second Assault Interim Decision: 197/2008: Date: 12-02-2013

Ενώπιον: Στ. Λουκίδου – Βασιλείου,  Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 197/2008







Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης

Ημερομηνία: 12.2.13

Για τον Ενάγοντα: κα Σ. Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση για  κ. Γεωγιάδη)
Για την Εναγόμενη: κ. Βασιλακκάς


Με την αγωγή του ο Ενάγων αιτείται  γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες και ζημίες που έχει υποστεί από την επίθεση που δέχθηκε από τους εναγόμενους στις 14.1.08.

Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν ολοκληρωθεί η ένορκη κατάθεση του ενάγοντα, ο οποίος καταθέτει ως πρώτος μάρτυρας, καταχώρισε την παρούσα Αίτηση επιζητώνταςτροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως με την προσθήκη της ακόλουθης πρότασης ως μέρος των ισχυρισμών της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης:

«Ο Ενάγων εξαιτίας του ξυλοδαρμού υπέφερε και συνεχίζει να υποφέρει από συναισθηματικές και ψυχολογικές διαταραχές, συναισθηματική φόρτιση και/ή κατάπτωση, υπέρμετρο άγχος, αϋπνίες, αισθήματα δυσφορίας και διατάραξης της ψυχικής ισορροπίας. Εξαιτίας αυτών των συνεπειών, αναγκάστηκε να λάβει ιατρική και/ή ψυχιατρική βοήθεια και/ή υποστήριξη παράλληλα με την χορήγηση ειδικών φαρμάκων προς αντιμετώπιση των προβλημάτων.»

Ο ενάγοντας ζητά  περαιτέρω την αντικατάσταση των λεπτομερειών των ειδικών ζημιών που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης του.

Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκο δήλωση της κ. Ντόριας Βαρωσιώτου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα.

Η μη επακριβής εξειδίκευση των  ειδικών ζημιών αποδίδεται στο γεγονός ότι ο ενάγοντας ενεπλάκη ως διάδικος σε πολλές υποθέσεις με τους ίδιους διαδίκους ή και τα ίδια γεγονότα . Ο ενάγοντας ασχολείτο με όλες  τις προαναφερθείσες υποθέσεις, είχε στη κατοχή του αριθμό εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα την μη έγκαιρη εξεύρεση και ταξινόμηση των στοιχείων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα πηγαινοερχόταν και/ή παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Κύπρο για την παρακολούθηση των ακροαματικών διαδικασιών, με αποτέλεσμα να είναι πρακτικά ανέφικτο  να εντοπίζει έγγραφα τα οποία βρίσκονταν στην οικία του στην Αγγλία και ή γενικότερα να βρει χρόνο να ασχοληθεί με την αναζήτηση και ή εντοπισμό των εν λόγω εγγράφων τα οποία εντόπισε κατά την προετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης. Εισηγείται περαιτέρω ότι θα πρέπει να του επιτραπεί να αποκαλύψει τα εν λόγω έγγραφα με συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων αίτημα όμως που δεν θα απασχολήσει το δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας αίτησης.

Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας περιέπεσε στην αντίληψη του δικηγόρου του ότι οι λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς. Πέραν τούτου έχει διαπιστωθεί ότι εκ παραδρομής και/η αβλεψίας δεν έχουν δικογραφηθεί δεόντως οι ψυχολογικές και νευρολογικές επιπτώσεις που έχει υποστεί ο ενάγοντας λόγω του ξυλοδαρμού που ισχυρίζεται ότι έχει δεχτεί. Μόλις διαπιστώθηκαν οι πιο πάνω αναφερόμενες παραλείψεις ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση.

Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγομένων – Καθ’ ων η Αίτηση με την οποία  προβάλλονται διάφοροι λόγοι για την απόρριψη της αίτησης και υποστηρίζεται με την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Άδας Φλουρέντζου.

Εισηγούνται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί ο Αιτητής παραλείπει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση στην αιτούμενη τροποποίηση. Προβάλλουν περαιτέρω ότι δεν αποκαλύπτεται ο λόγος για τον οποίο οι ισχυρισμοί των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή με την τροποποίηση δεν συμπεριληφθήκαν από την αρχή στην Έκθεση Απαίτησης και θεωρούν ότι η αίτηση του ενάγοντα καταχωρήθηκε κακόπιστα.

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διάδικου που ο καθένας εκπροσωπεί και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία.


Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation, (1989) 1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως:

«(1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

(2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.

(3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.

(4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»

Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών.  (Βλέπε απόφαση στην υπόθεσηΠερικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,(1992) 1 Α.Α.Δ 704).

Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,(1994) 1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης.

Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd, (1996) 1A A.A.D 162).

Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventisκ.α., (1993) 1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (1999) 1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.)v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω).

Στην απόφαση της υπόθεσης  Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη.

Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (ανωτέρω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης.  Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.

Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση  για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω)).

Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α., (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α., (2007) 1Β Α.Α.Δ. 1005).

Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου, (1995) 1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα 1994 (1) Α.Α.Δ. 14.

Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης.

Εκείνο που ουσιαστικά προβάλλεται με την ένσταση του καθ’ου η αίτηση είναι ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης η οποία δεν δικαιολογείται από τον αιτητή.

Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου πιο πάνω.

Στην πιο πάνω υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου.  Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης.  Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938:

«Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi (1980) 1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω:

´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money.  Thatprinciple applies here.’

Περαιτέρω στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω) λέχθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση ότι η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.

Στη παρούσα περίπτωση, δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και παράλληλα δεν παραβλέπω  την συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο. Ταυτόχρονα όμως σημειώνεται ότι στην έκθεση απαίτησης περιλαμβάνονται λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων ειδικών ζημιών του ενάγοντα. Εκείνο που ουσιαστικά ζητά με την αιτούμενη τροποποίηση είναι η περαιτέρω εξειδίκευση τους είτε με την προσθήκη περαιτέρω ζημιών είτε με την επακριβή παράθεση της αξίας συγκεκριμένων αντικειμένων που σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται  να είναι χαμηλότερη από την αξία που δηλώνεται στη υφιστάμενη έκθεση απαίτησης του.  Ο ενάγοντας έδωσε την εξήγηση για την οποία δεν ήταν σε θέση να καθορίσει επακριβώς τις ειδικές ζημιές που είχε υποστεί και τούτο οφείλεται όπως ισχυρίστηκε στην δυσκολία εντοπισμού των διαφόρων εγγράφων που σχετίζονται με αυτές. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας περιέπεσε στην αντίληψη του δικηγόρου του ότι  οι ειδικές ζημιές δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς καθώς και ότι εκ παραδρομής και ή αβλεψίας δεν έχουν δικογραφηθεί  δεόντως οι ψυχολογικές και νευρολογικές επιπτώσεις που ισχυρίζεται ότι υπέστη  από την επίθεση

Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του ενάγοντα που καταθέτει ως ο πρώτος μάρτυρας και αμέσως μόλις έγιναν αντιληπτές οι αναφερόμενες παραλείψεις, καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον παράγοντα καθυστέρηση δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα.  Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (πιο πάνω) όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα:

«Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους

Περαιτέρω θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγομένων οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να αντεξετάσουν τον εναγόμενο επί των ισχυρισμών που επιχειρεί να εισάγει με την τροποποίηση καθώς και να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς με την μαρτύρια που θα παρουσιάσουν οι ίδιοι. Συνεπώς δεν ευσταθεί η θέση των εναγομένων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση καταπατούνται τα δικαιώματα τους για δίκαιη δίκη.   Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4) (1993) 1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές.

Ένα άλλο θέμα το οποίο εγείρουν  με την ένσταση τους οι εναγόμενοι είναι ότι η αίτηση του ενάγοντα γίνεται κακόπιστα. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν εντοπίζονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση  στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας. Η θέση των εναγομένων ότι ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση σε μια προσπάθεια να διορθώσει τις παραλείψεις που του υποδείχθηκαν κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας με την υποβολή ενστάσεων σε αίτημα του να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν είναι αρκετό για να αποδείξει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα. Δεν έχω πεισθεί με τα όσα αναφέρουν οι εναγόμενοι στην ένσταση τους ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους του εναγόμενου στην καταχώριση της αιτούμενης τροποποίησης, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. ΓενικούΕισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση 204/2009 ημερομηνίας 24.4.2012 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd (1979) 1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Έχω ήδη εξηγήσει πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους εναγόμενους με την τροποποίηση την οποία αιτείται ο ενάγοντας.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται.  Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α Ι ΙΙ και ΙΙΙ της αίτησης.  Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην άλλη εντός τριών  ημερών από σήμερα. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός πέντε  ημερών από τη παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης.

Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της δίκης.

(Υπ.) ………………..

Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ.

Πιστόν Αντίγραφον

Appeal submission: Case 365/2006: 22-10-2012

ΚΛΙΜΑΚΑ:€500.000 – €2.000.000


Ανώτατο Δικαστήριο Κύπρου

Κατ’ έφεσιν εκ του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 365/2006










ΑΓΩΓΗ ΑΡ.365/2006








Έστω εις γνώσιν υμών ότι oι Εναγόμενοι δια της παρούσης εφεσιβάλλουν την απόφαση (ή διαταγή) την δοθείσαν εν την άνω αγωγή κατά την 11/9/2012, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται εις την παρούσα ειδοποίηση.

Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις τους είναι εναντίον ολοκλήρου της εν λόγω αποφάσεως (ή διαταγής).


Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις τους είναι εναντίον του μέρους εκείνου της έν λόγω αποφάσεως (ή διαταγής) δι’ού αποφασίζεται (ή διατάσσεται):

  1. Η απαίτηση των Εναγόντων σε σχέση με τις αποζημιώσεις, λόγω δυσφήμισης και διά της οποίας το Δικαστήριο απεφάσισε υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ποσό των €60.000,00, πλέον νόμιμο τόκο, καθώς επίσης το μέρος της απόφασης που έκδοσε διάταγμα το Δικαστήριο με το οποίο απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 να χρησιμοποιεί την ιστοσελίδα και να διαφημίζει κείμενα που αφορούν τους Ενάγοντες, τον κον Μάριο Καραγιαννά και/ή οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα που έχουν σχέση με τους Ενάγοντες.

  1. Το μέρος της απόφασης που σχετίζεται με την ανταπαίτηση των Εναγομένων και συγκεκριμένα με το ύψος των αποζημιώσεων που έχει δώσει το Δικαστήριο, αναφορικά με τις αποζημιώσεις που προέκυψαν από την διαφορά, μεταξύ της τιμής πώλησης των ΛΚ163.000,00 και της αγοραίας αξίας του ακινήτου. Το Δικαστήριο επιδίκασε μόνο €28.500,00 αντί €119.698,00.

2 (α) Το μέρος της απόφαση στην ανταπαίτηση που απορρίφθηκε από το Δικαστήριο η απαίτηση των Εναγομένων για:

i. €18.000,00, ως πραγματικά έξοδα,

ιι. €93.372,19, ως ενοίκια για το σπίτι τους στην Αγγλία,

  1. 2.526,90, ως δικηγορικά έξοδα,

  1. τιμωρητικές αποζημιώσεις

  1. αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη

3. Το μέρος της απόφασης που επιδικάζει έξοδα εναντίον του Εναγομένου 1 και δεν επιδικάζει έξοδα υπέρ της Εναγομένης 2, καθώς επίσης το μέρος της απόφασης του που αποφασίζει τον τρόπο που θα καταβληθούν τα έξοδα, ενόψει της ύπαρξης πιστοποιητικού νομικής αρωγής.

Διεύθυνση επιδόσεως: Το Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Γεωργιάδης & Μυλωνάς, Γωνία Αγίου Παύλου & Κάδμου αρ.2, Wisdom Tower, 3ος όροφος, 1105 Λευκωσία, Τ.Κ.24144, 1701 Λευκωσία, Θυρίδα Δικαστηρίου 179.

(Υπογρ.) Γεωργιάδης & Μυλωνάς

Δικηγόροι Εναγομένων/Εφεσειόντων

Προς: Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ

Karayiannas Shopping Center

1ος όροφος, Γρ.1, Γρίβα Διγενή αρ.152

5281 Παραλίμνι, Τηλ.23743553

*Ενάγων ή Εναγόμενος, ως ή εκάστοτε περίπτωσις.

Διαγράψετε εάν δεν χρειάζεται.

Δηλώσατε τους όρους του μέρους εκείνου της αποφάσεως ή διαταγής δια τον οποίον γίνεται παράπονον.

Περαιτέρω δε έστω εις γνώσιν υμών ότι οι λόγοι της εφέσεως του και τα αιτιολογικά τούτων είναι:


  1. Το Σεβαστό Πρωτόδικο Δικαστήριο έσφαλε νομικώς και/ή διαδικαστικώς και/ή περιέπεσε σε πλάνη περί τον Νόμο:


(α) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα εφάρμοσε και/ή παρερμήνευσε την ισχύουσα νομολογία που ετέθη ενώπιον του, αναφορικά με την απαίτηση για δυσφήμιση, καθώς και τις αρχές οι οποίες διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων λόγω δυσφήμισης και ιδιαίτερα, το Δικαστήριο παρέλειψε να ακολουθήσει την σύγχρονη τάση των Δικαστηρίων και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, να περιορίζει το δικαίωμα στην φήμη προς όφελος της ελευθερίας της έκφρασης.

(β) Το Δικαστήριο φαίνεται να αυτοκαθοδηγήθηκε λανθασμένα από τα όσα ανέφερε η μειοψηφία στην υπόθεση ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ ν. ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, αγνοώντας τα όσα αναφέρθηκαν από την πλειοψηφία και τα οποία είναι δεσμευτικά ως προηγούμενο (precedent) για τα Επαρχιακά Δικαστήρια.

(γ) Τα συμπεράσματα του Δικαστηρίου ως προς το μέγεθος της ζημιάς και το πόσο εκτεταμένη ήταν η δημοσιοποίηση των κειμένων στην ιστοσελίδα, στηριζόταν σε υποθέσεις και όχι σε πραγματική μαρτυρία που είχε ενώπιον του και στην οποία θα μπορούσε να βασιστεί για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα.

(δ) Το Δικαστήριο παραγνώρισε το γεγονός ότι ο Εναγόμενος 1 για περίπου ένα έτος μετά από την ισχυριζόμενη δυσφήμιση, δεν είχε αναρτημένα τα επίδικα κείμενα στο διαδίκτυο και ότι άλλοι παράγοντες τον ώθησαν μεταγενέστερα να ανεβάσει κείμενο, όπως η πώληση του σπιτιού του σε τρίτο πρόσωπο, χωρίς να εκδοθεί προηγούμενη απόφαση από το Δικαστήριο και χωρίς να αποσυρθεί το Συμβόλαιο του από το Κτηματολόγιο, καθώς επίσης το γεγονός ότι οι Ενάγοντες τον κτύπησαν δύο φορές, με αποτέλεσμα να εμπλακεί σε άλλες ατέρμονες διαδικαστικές διαδικασίες, που του προκάλεσαν πολλή ταλαιπωρία, έξοδα και ψυχική οδύνη.

(ε) Το Δικαστήριο κακώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η Υπεράσπιση του αληθούς δημοσιεύματος, ενόψει του ότι τα συμπεράσματα του δεν βασίζονταν στην μαρτυρία που είχε ενώπιον του και την ισχύουσα Νομολογία και η κατάληξη του βασίζεται σε υποθέσεις και όχι σε γεγονότα που είχε ενώπιον του. Επίσης το δικαστήριο κακώς δεν εξετάζει την υπεράσπιση του προνομιούχου δημοσιεύματος.

(στ) Το Δικαστήριο κακώς απέρριψε την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, αγνοώντας την πρόσφατη Νομολογία που είχε ενώπιον του. Το Δικαστήριο αγνόησε το ότι, ένας μέσος αναγνώστης της ιστοσελίδας θα μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι ο Εναγόμενος 1 εκφράζει την άποψη του βασιζόμενος στην εμπειρία που είχε με τους Ενάγοντες ως πελάτης. Το Δικαστήριο αγνόησε παντελώς την παραπομπή σε παρόμοιες υποθέσεις που αφορούν δημοσιεύσεις κειμένων μέσω ιστοσελίδας, γνωστές ως «gripe sites», όπου τα Δικαστήρια θεωρούν ότι τα όσα εκφράζουν οι καταναλωτές, έστω και υπερβολικά δεν αποτελούν δυσφήμιση, αλλά έκφραση γνώμης που στηρίζεται στις εμπειρίες τους.

(ζ) Το Δικαστήριο κατά τρόπο αντιφατικό από τη μια αποφάσισε ότι ήταν παράνομος ο τερματισμός του πωλητηρίου εγγράφου από τους Ενάγοντες και ότι πράγματι πωλήθηκε το σπίτι από αυτούς, ενώ οι ίδιοι προσπάθησαν επίμονα να ισχυριστούν ψευδώς στο Δικαστήριο ότι δεν πρόκειται περί πώλησης, και από την άλλη απεφάσισε ότι οι αναφορές του Εναγομένου 1 στην ιστοσελίδα του, αποτελούν δυσφήμιση, αγνοώντας μάλιστα όλη τη μαρτυρία που είχε ενώπιον του το δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες είπαν αρκετά ψέματα.

(η) Το Δικαστήριο κακώς επιδίκασε το υπέρογκο ποσό των €60.000,00 εναντίον του Εναγόμενου 1, σε αντίθεση με τα χαμηλά ποσά που συνηθίζεται να δίνονται σε Κυπριακά Δικαστήρια σε άλλες υποθέσεις. Το Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη ως προς την μεθοδολογία υπολογισμού των αποζημιώσεων για δυσφήμιση και/ή αυτοκαθοδηγήθηκε λανθασμένα.

(θ) Το δικαστήριο βρισκόταν σε νομική πλάνη όταν επιδίκαζε αποζημειώσεις και τόκους υπέρ των Εναγόντων και έκανε τους υπολογισμούς του ως ο διάδικος να ήταν φυσικό πρόσωπο και όχι νομικό πρόσωπο, παραβλέποντας όλη την σχετική νομολογία επί του θέματος.

(ι) Το δικαστήριο έσφαλε νομικώς και/η διαδικαστικώς όταν στα πλαίσια της απόφασης του για την δυσφήμιση και/η για τον υπολογισμό των αποζημιώσεων για δυσφήμιση, έλαβε υπόψη του γεγονότα τα οποία δεν ήταν δικογραφημένα, ως προβλέπεται από την νομολογία, τους θεσμούς και την σύνηθη πρακτική στις περιπτώσεις αυτές και/ή δεν ήταν δικογραφημένα ορθά.

(κ) Το Δικαστήριο κακώς δεν έλαβε υπόψη του για σκοπούς υπολογισμού των αποζημιώσεων υπερ των εναγομένων την αγοραία αξία του ακινήτου τους στις 30/5/2007, όπου ήταν και ο χρόνος που αποφάσισαν οι Εναγόμενοι να εγκαταλείψουν την απαίτηση τους για ειδική εκτέλεση, κατά παράβαση τους ισχύουσας Νομολογίας, με αποτέλεσμα να τους αποδώσει μόνο €28.500,00 αποζημιώσεις.

(λ) Το Δικαστήριο κακώς δεν επιδίκασε τα πραγματικά έξοδα που ζήτησαν οι Εναγόμενοι, παρά του ότι είχε μαρτυρία ενώπιον του για τα ποσά, η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη.

(μ) Το Δικαστήριο κακώς απέρριψε το αίτημα των Εναγομένων να τους δοθούν τα ενοίκια που πλήρωσαν για την διαμονή τους στην Αγγλία, λόγω τους πώλησης τους οικίας τους, παρόλο που το Δικαστήριο αναγνώριζε ότι είναι ποσό που δικαιούνται να πάρουν. Το Δικαστήριο βρισκόταν σε νομική πλάνη, καθώς επίσης πλάνη περί των γεγονότων, όταν αποφάσισε ότι δεν μπορούν να πάρουν αποζημίωση για ενοίκια οι Εναγόμενοι, διότι δεν έπρεπε να πωλήσουν το σπίτι τους μετά που πήραν την επιστολή ημερ.9/3/2006. Το Δικαστήριο αγνοεί ότι οι Εναγόμενοι ξεκίνησαν την διαδικασία πώλησης του σπιτιού τους, όταν αποφάσισαν να μετακομίσουν στην Κύπρο και δεσμεύτηκαν στην αγορά του επίδικου ακινήτου, η οποία ολοκληρώθηκε μετά την αποστολή εκείνης της επιστολής. Οι Εναγόμενοι δεν αποδέχθηκαν τον τερματισμό και διεκδικούσαν, εκτός από αποζημιώσεις, ειδική εκτέλεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, διότι ήταν αναγκαίο να πωλήσουν το σπίτι τους για να έχουν τα λεφτά για την εξόφληση του επίδικου ακινήτου, χωρίς να χρειάζεται να πάρουν δάνειο.

(ν) Το Δικαστήριο κακώς δεν έκδοσε απόφαση για τα πραγματικά έξοδα υπέρ των Εναγομένων, παρά του ότι υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του και παρόλο που τα ποσά περιγράφονταν στα δικόγραφα, με την δικαιολογία ότι στο αιτητικό της ανταπαίτησης δεν περιλήφθηκαν οποιαδήποτε έξοδα, εφόσον τέτοια θέση βρίσκεται αντίθετη με την ισχύουσα Νομολογία. Περαιτέρω το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι ζημιές δεν είναι εξειδικευμένες και δεν συνδέονται με τις ανάγκες της υπόθεσης, αγνοώντας το ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί τα ποσά από τους Ενάγοντες στο στάδιο της αντεξέτασης, καθώς επίσης αναλύονται σε κατάσταση που παρέδωσε η Εναγόμενη 2. Περαιτέρω το δικαστήριο κακώς απέρριψε τα δικηγορικά έξοδα για το ποσό των €2.526,90 σε σχέση με την ετοιμασία το πωλητήριου εγγράφου.

Επίσης το δικαστήριο κακώς δεν έδωσε αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη, παρά του ότι τέτοιου είδους αποζημιώσεις δίνονται σε τέτοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με την νομολογία.

(ξ) Το Δικαστήριο κακώς επιδίκασε έξοδα εναντίον του Εναγομένου 1 σε σχέση με τη δυσφήμιση και/ή δεν εξάσκησε δικαστικά την διακριτική του ευχέρεια, παρά του ότι η γενεσιουργός αιτία της δικαστικής διαδικασίας ήταν η παράνομη συμπεριφορά των Εναγόντων να τερματίσουν την Συμφωνία, κατά παράβαση της Συμφωνίας πώλησης, κάτι για το οποίο το Δικαστήριο δικαίωσε τους Εναγόμενους. Το δικαστήριο κακώς δεν έδωσε έξοδα υπέρ τους Εναγομένης 2, παρά του ότι απορρίφθηκε η απαίτηση για λίβελλο εναντίον της.

Περαιτέρω το Δικαστήριο, παρέλειψε να λάβει υπόψη του την συμπεριφορά των Εναγόντων έναντι των Εναγομένων, την αυθαίρετη πώληση της οικίας τους σε άλλον και τον ξυλοδαρμό του Εναγομένου 1 δύο φορές, συμπεριφορές που προκάλεσαν τον Εναγόμενο 1 να δημοσιεύσει την εμπειρία του στην ιστοσελίδα που είχε δημιουργήσει. Εν πάση περιπτώσει έστω και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι το Δικαστήριο ορθά επιδίκασε έξοδα εναντίον του, κακώς δεν προβλέπεται στην απόφαση του ότι τα ποσά αυτά θα καταβληθούν από το κράτος, εφόσον έχει δοθεί νομική αρωγή στον Εναγόμενο 1.


  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη και/ή ανεπαρκή αξιολόγηση της μαρτυρίας και/ή διακατέχετο από προκατάληψη εναντίον των Εναγομένων 1 και/ή 2 και/ή είχε προαποφασίσει για την αξιοπιστία τους και/ή δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη στοιχεία της μαρτυρίας και/ή έλαβε υπόψη του επουσιώδη στοιχεία της μαρτυρίας και/ή έσφαλε νομικώς και/ή διαδικαστικώς και/ή περιέπεσε σε πλάνη σχετικά με τα πραγματικά γεγονότα και/ή παρερμήνευσε τους διαδικαστικούς κανονισμούς και την Νομολογία.


(α) Το Δικαστήριο φαίνεται να αντιμετωπίζει με προκατάληψη την αξιοπιστία και τον χαρακτήρα των Εναγομένων και/ή να είχε προαποφασίσει την αξιοπιστία τους ως μάρτυρες, ενόψει των όσων το Δικαστήριο ανέφερε στην υπόθεση αρ. 927/2007, όπου απέδωσε στον Εναγόμενο 1 στη σελ. 18, πιθανή εγκληματική ενέργεια, ενόψει του ότι μαγνητοφώνησε τηλεφωνικές συνδιαλέξεις και τις κυκλοφόρησε στο διαδύκτιο και μάλιστα παρέπεμψε τα πρακτικά στην αστυνομία, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει ποινική υπόθεση εναντίον του Εναγομένου 1.

(β) Συγκεκριμένα ο Πρωτόδικος Δικαστής Οικονόμου στην υπόθεση 927/2007, ανέφερε σε σχέση με τον Εναγόμενο 1 στην παρούσα υπόθεση, μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

“….. η παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων και ειδικά η παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων δημιουργεί απευθείας εκ του Συντάγματος αγώγιμο δικαίωμα. Παράλληλα δε, πρόκειται για ποινικό αδίκημα …..”

“…. Τίθεται γιατί θεωρώ σκόπιμο να κοινοποιηθεί η παρούσα στον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για περαιτέρω, κατά την κρίση του, διερεύνηση ποινικής ευθύνης ……..” Δηλαδή εναντίον του Εναγομένου 1.

Η πιο πάνω Αγωγή ήταν Αγωγή μεταξύ των ιδίων μερών και συγκεκριμένα ήταν απαίτηση της Εταιρείας Καραγιαννά για δυσφήμιση εναντίον του Εναγομένου 1 και απορρίφθηκε λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, ενόψει του ότι διεκδικούσαν τις ίδιες θεραπείες δυσφήμισης με αυτές που διεκδικούσαν μέσω της 365/2006.

(γ) Η προκατάληψη του Δικαστηρίου σε σχέση με τον χαρακτήρα και την αξιοπιστία των Εναγόμενων, διαφαίνεται και από τον τρόπο που προσπάθησε το Δικαστήριο να αιτιολογήσει τη μη αποδοχή της μαρτυρίας τους, στην αρχή της απόφασης του, καθώς επίσης σε άλλα σημεία κατά τα οποία επυφυλασσόμαστε να υποδείξουμε στο Δικαστήριο στο στάδιο της Ακρόασης της Έφεσης.

(δ) Το Δικαστήριο κακώς είχε εκλάβει την ψυχική οδύνη και ταλαιπωρία των Εναγομένων και την προσπάθεια τους να βρουν το δίκαιο τους, ως ένδειξη για το ότι δεν λένε την αλήθεια στο Δικαστήριο, παραβλέποντας το ότι, όσα παρέθεσε ο Εναγόμενος 1, υποστηρίζονται από άλλη ανεξάρτητη μαρτυρία και ότι στο στάδιο της αντεξέτασης, ήταν σταθερός, δεν είχε περιπέσει σε αντιφάσεις και δεν απέφευγε να απαντήσει ευθέως σε όλες τις ερωτήσεις που του υπέβαλλαν οι δικηγόροι των Εναγόντων.

(ε) Το Δικαστήριο κακώς θεώρησε τους μάρτυρες των Εναγόντων ως αξιόπιστους, παρά του ότι στο στάδιο της αντεξέτασης ως διαφαίνεται από τα πρακτικά περιέπεσαν σε πολλές αντιφάσεις, δεν απαντούσαν και/ή απέφευγαν να απαντήσουν ευθέως στις ερωτήσεις που τους υποβάλλοντο. Περαιτέρω το Δικαστήριο κακώς δεν έλαβε υπόψη του τις δηλώσεις που έκαναν οι Ενάγοντες κατά την διάρκεια της μαρτυρίας τους και οι οποίες συγκρούονταν με άλλες δηλώσεις που προσπάθησαν να προωθήσουν για τα ίδια θέματα σε άλλες διαδικασίες, είτε μέσω προφορικής μαρτυρίας, ή γραπτών δηλώσεων, ή ενόρκων δηλώσεων, κάτι που το Δικαστήριο είχε ενώπιον του ως μαρτυρία.


3. Η απόφαση και/ή τα ευρήματα του Πρωτόδικου Δικαστηρίου δεν είναι αιτιολογημένα και/ή επαρκώς αιτιολογημένα ως σαφώς ορίζει το Άρθρο 30(2) του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και η Νομολογία.


(α) Το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να δώσει ουσιαστικούς και/ή επαρκείς λόγους που το οδήγησαν στο να μην ακολουθήσει την νομολογία που παρέθεσαν οι Ενάγοντες μέσω της αγόρευσης τους. Ειδικότερα, κακώς δεν αιτιολόγησε και/ή παρέλειψε να εξηγήσει γιατί δεν έλαβε καθόλου υπόψη την νομολογία που αφορά την Δυσφήμιση και τις αποζημιώσεις, λόγω παράνομου τερματισμού του Πωλητήριου Εγγράφου και την νομολογία σε σχέση με τις αποζημιώσεις σε περίπτωση παράβαση συμφωνίας.

(β) Το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε καθόλου και/ή επαρκώς, γιατί δεν απέδωσε την δέουσα βαρύτητα στην μαρτυρία των Εναγόμενων.

(γ) Το Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε και/ή δεν αιτιολόγησε επαρκώς τα ευρήματα του, αναφορικά με τα γεγονότα και τα νομικά σημεία.

(Περαιτέρω λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την ακρόαση της Έφεσης)

(Υπογρ.) Γεωργιάδης & Μυλωνάς

Δικηγόροι Εναγομένων/Εφεσειόντων

Καταχωρήθηκε την / /2012

Πιστόν Αντίγραφον


Brit wins property dispute but must pay for defamation

A BRITISH homebuyer has said he will appeal a court order to pay compensation for an online campaign against a property developer whom the court has found guilty of the unlawful termination of a 2005 contract.

After years of battling his case, and finally having the court acknowledge that his developers had unlawfully terminated his contract, the Famagusta District Court has asked Conor O’Dwyer to pay compensation to Paralimni-based Karayannas Developers over his online campaign.

Although the court awarded O’Dwyer €141,000 in compensation, which comes to around €200,000 with interest, he has been asked to compensate the developers to the tune of some €60,000 – over €85,000 with interest – for defamation on the website, set up in March 2006 against the backdrop of a growing dispute with the developers.

“I’m being penalised because I dared express my opinion about how I was treated by the developers,” O’Dwyer said.

The website documented O’Dwyer’s interaction with the developers by scanning documents, recording conversations and posting photographs of the disputed villa.

O’Dwyer’s lawyer, Yiannos Georgiades, has been instructed to appeal the court’s decision.

In the case of defamation, Georgiades said that European law precedents weighed heavily towards the protection of freedom of speech and people’s right to express their opinion, even against major corporations.

Georgiades said they will also appeal the court’s decision not to award damages for expenses (travelling to and from the UK), loss of rent (by selling a home in the UK to settle in Cyprus) and damages for distress caused by the developers.

The O’Dwyer family sold their house to move to Cyprus with their two small children, buying property on land belonging to the developers in 2005.

They felt their agreement with the developer was breached but negotiations to find a mutually agreed solution failed.

O’Dwyer had already paid over €100,000 in instalments as per his contract and claims the house was resold without his knowledge in May 2007. His contract had been unlawfully terminated and his money never returned.

Karayannas and his son have already been found guilty twice of assault on O’Dwyer in 2006 and 2008. Concerning the second assault, the state has appealed the court’s decision to give a 12-month suspended sentence for actual bodily harm on the grounds the offence should have related to the more serious grievous bodily harm.

O’Dwyer is also waiting on a civil suit against the developers in relation to the second assault that left him six days in hospital.

Also pending is a Supreme Court appeal to a court’s decision to clear Karayannas of any wrongdoing, in relation to a private criminal prosecution.

By: Poly Pantelides Published: Saturday 15th September 2012

To see comments from British expats read this article in the Cyprus Property News
Copyright © Cyprus Property News