Bank of Cyprus v. Karayiannas and Son: Case 821/2009

Bank of Cyprus v Christoforos Karayiannas & Son LTD

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 821/2009

Μεταξύ:

Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
Εναγόντων – Αιτητών

-και-

1.MICHAEL JOHN GOULD
2.Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ

Εναγομένων- Καθ΄ής η Αίτηση 2

Ημερ.: 24 Ιανουαρίου, 2013

Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες – Αιτητές: κ. Αλ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε
Για εναγόμενη 2 – Καθ΄ής η Αίτηση: κα Ανδρέου για Α. KLYDES – TTC TEMPLE COURT CHAMBERS

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Σε αίτηση για την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον παραμερισμό (set aside) ή/ και τη διαγραφή ή/ και απόρριψη της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης)

Οι αιτητές με αίτηση δια κλήσεως εξαιτούνται διατάγματος το οποίο να διατάσσει τον παραμερισμό (set aside) ή/ και τη διαγραφή ή/ και την απόρριψη της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2.

Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ. 48 Θ.Θ. 1-9, Δ. 19 Θ.Θ. 1-27, Δ. 21 Θ.Θ. 1-15 Δ. 25, Θ.Θ. 1 -6, Δ. 26 Θ.Θ. 1-15 , Δ. 27 Θ.Θ. 1-3, Δ. 57 Θ. 1-4, Δ. 64 Θ.1(1) -(3) και 2, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και του Κοινοδικαίου καθώς επίσης και οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Μιχάλη Στυλιανού υπαλλήλου των εναγόντων – αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένου από τους ενάγοντες – αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Παραπέμπει στην απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου με ημερομηνία 8.06.2012 με το οποίο ενέκρινε την καταχώρηση τροποποιημένης έκθεσης υπερασπίσεως και ανταπαίτησης και καθόριζε χρόνο 10 ημερών εντός του οποίου θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί αλλά αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα στις 26.06.2012 οπότε το διάταγμα του Δικαστηρίου έχει καταστεί αφ΄εαυτού άκυρο (ipso facto void).

Οι ενάγοντες – αιτητές πληροφορήθηκαν αυτό το γεγονός για πρώτη φορά στις 5.10.2012 στο Δικαστήριο όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση εφόσον το έγγραφο αυτό ούτε τους επιδόθηκε ούτε και τους δόθηκε καθ΄ οιονδήποτε άλλο τρόπο.

Εκ μέρους των εναγομένων – καθ΄ών η αίτηση 2 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως με την οποία αξιώνουν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Αυτή βασίζεται σε διάφορες δικονομικές διατάξεις, στο Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση και Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

Σε αυτή προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:

(α) Οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο νόμος για τον παραμερισμό και/ή απόρριψη της τροποποιημένης υπεράσπισης δεν ικανοποιούνται στη παρούσα υπό εξέταση αίτηση,
(β) αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process), καθ΄ότι η διαγωγή των εναγόντων – αιτητών αποτελεί ασυγχώρητη και περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας,
(γ) η αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά,
(δ) είναι ανυπόστατη και αδικαιολόγητη,
(ε) δεν εμπίπτει στα πλαίσια των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορέσει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για παραμερισμό,
(στ) είναι καθυστερημένη και άνευ αιτιολογίας και δεν εμπίπτει στα πλαίσια των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορέσει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα,
(ζ) τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση είναι αναληθή,
(η) οι ενάγοντες – αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Δικαστήριο.

Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων 2 – καθ΄ών η αίτηση κ. Μάριος Καραγιαννάς ο οποίος απορρίπτει το περιεχόμενο της αίτησης. Ισχυρίζεται ότι το διάβημα των εναγόντων – αιτητών είναι δρακόντειο τιμωρητικό μέτρο και σύμφωνα με τη πλούσια νομολογία μας θα πρέπει να αποφεύγεται και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται στην υπό εξέταση υπόθεση. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοια αιτήματα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου δεν επέφερε σε δυσμενή θέση τους ενάγοντες και δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ούτε υπήρχε εσκεμμένη πρόθεση του εναγομένου 2 για τη μη συμμόρφωση τους με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σε περίπτωση παραμερισμού και διαγραφής και απόρριψης της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ο εναγόμενος 2 δεν θα έχει το δικαίωμα να ακουστεί πράγμα το οποίο αντιβαίνει στα Συνταγματικά και Ευρωπαϊκά κατοχυρωμένα δικαιώματα για δίκαιη δίκη και απονομή δικαιοσύνης. Θα είναι δυσανάλογο μέτρο καθ΄ότι η παράλειψη εμπρόθεσμης καταχώρησης της δεν είναι τέτοιας φύσης και ουσιώδης παράλειψη που να δικαιολογεί την ακύρωση και παραμερισμό της. Είναι άνευ νομικής βάσης και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου και δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες που δικαιολογείται η διαγραφή δικογράφων.

Σημειώνω ότι στους λόγους ένστασης δεν συμπεριλαμβάνεται κανένας λόγος ο οποίος να δίδει εξήγηση ή να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2 όταν η εκδοθείσα απόφαση καθόριζε χρόνο καταχώρηση της εντός 10 ημερών από της έκδοσης της δηλαδή από 8.06.2012.

Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προσφέρθηκε από οποιονδήποτε των διαδίκων προφορική μαρτυρία ούτε και οι ενόρκως δηλούντες υποβλήθηκαν σε αντεξέταση. Επακόλουθα η διαδικασία διεξήχθη με επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι συνήγοροι με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων.

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις εισηγήσεις τους υιοθέτησαν και ανέπτυξαν περαιτέρω τους πιο πάνω λόγους που εκθέτουν αντίστοιχα στην αίτηση και στην ένσταση προβάλλοντας επιχειρήματα που προέρχονται από τη νομολογία και αυθεντίες. Σε επί μέρους ζητήματα των εισηγήσεων αυτών θα γίνει αναφορά όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου.

H NOMIKH ΠΤΥΧΗ:

Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.
2. If a party who has obtained an order for leave to amend does not amend accordingly within the time limited for that purpose by the order, or if no time is thereby limited, then within fifteen days from the date of the order, such order to amend shall, on the expiration of such limited time as aforesaid, or of such fifteen days, as the case may be, become ipso facto void, unless the time is extended by the Court or a Judge.

Η Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα εξής:
1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
4. No action or proceeding shall be to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.

Ο Κανονισμός 2 της Διαταγής 25 ο οποίος προβλέπει την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να υπάρξει η συμμόρφωση προβλέπει τα ακόλουθα:

σε μετάφραση:

¨Αν διάδικος ο οποίος έχει πάρει διάταγμα για άδεια τροποποίησης δεν προβεί στην τροποποίηση βάσει του διατάγματος αυτού μέσα στο χρονικό διάστημα που καθορίζεται γι΄ αυτό το σκοπό από το διάταγμα, ή αν δεν καθορίζεται σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα, μέσα σε 15 μέρες από την ημερομηνία του διατάγματος, το διάταγμα που αφορά στην τροποποίηση, εφ΄ όσον εκπνεύσει το χρονικό διάστημα που καθορίζεται ως ανωτέρω, ή αυτό των 15 ημερών, ανάλογα με την περίπτωση, θα καθίσταται αφ΄ εαυτού άκυρο, εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο ή Δικαστή.¨

Η απόφαση Ελένη Σάββα Σάκκουλα και άλλου v. Αρέστη, (1989) 1 Α.Α.Δ. σελ. 355 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών, απόφαση την οποία εξέδωσε ο Δικαστής Αρτεμίδης σε αναφορά και στις αποφάσεις Λυσάνδρου v. Σχίζα κ.ά., (1979) 1 Α.Α.Δ. 267 και Ευαγόρου v. Χριστοδούλου κ.ά, (1982) 1 Α.Α.Δ. 771 είναι διαφωτιστική και για τούτο θα κάμω στη συνέχεια εκτενή παραπομπή σε αποσπάσματα της:

¨Στην πρώτη απόφαση … το Δικαστήριο αποφάνθηκε πως όταν καθορίζεται χρόνος για την εφαρμογή μιας διαταγής από το ίδιο το Δικαστήριο, τότε στη λήξη του χρόνου αυτού η διαταγή καθίσταται αφ΄ εαυτής άκυρη. Παρατίθεται το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: ¨Substitution of parties is permitted and /or regulated by Order 9,r.11, which sets out no limit for giving effect to an order there under. But, as the learned President who made the order appealed from pointed out, it is specifically stated in the White Book that under Order 16,r.13, of the Rules of the Supreme Court, which is the source and origin of our Order 9,r.11 such substitution must be made in compliance with the provisions of the English Order 28,r. 7, corresponding to our Order 25,r. 2. Accordingly on the expiry of the time limited by the President’s order this lapsed and all proceedings taken there under were void.” Η απόφαση αυτή υιοθετείται στην υπόθεση Ευαγόρου όπου γίνεται ειδική μνεία των προνοιών του Κανονισμού 2 της Διάταξης 25, σαν παράδειγμα περίπτωσης στην οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβιώσει διάταγμα που κατέστη αφ΄ εαυτού άκυρο, μετά τη λήξη της χρονικής περιόδου που τέθηκε για την τροποποίηση, αντικείμενο του διατάγματος¨.

Στη συνέχεια δε της ίδιας απόφασης και απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο δικαιούται να παρατείνει το χρόνο που προβλέπεται στον Κανονισμό 2 της Διάταξης 25, ή του χρόνου που το ίδιο το Δικαστήριο έχει καθορίσει, μετά τη λήξη του, αποφάσισε ότι ¨το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία και αυτό φαίνεται καθαρά από τη σχετική φράση του Κανονισμού ¨θα….. καθίσταται αφ΄ εαυτού (ipso facto) άκυρο, εκτός εάν ο χρόνος παραταθεί………………. κ.λ.π.¨

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 15 ημερών, ή αυτού που ορίζει το Δικαστήριο, το διάταγμα καθίσταται άκυρο, αν δεν γίνει η τροποποίηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο υφίσταται μόνο πριν την λήξη των 15 ημερών, ή του χρόνου που το ίδιο ορίζει, και όχι μετά που το Δικαστήριο καθίσταται ανενεργό, όταν το διάταγμα καταστεί άκυρο.¨

Στην απόφαση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου, (1991) 1 Α.Α.Δ. σελ. 945 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 951:

¨Η παρούσα περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση παράλειψης καταχώρησης τροποποιημένης γραπτής πρότασης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία γιατί εκεί, σύμφωνα με τη Δ. 25 κ. 2, με την εκπνοή της προθεσμίας εκείνης, το διάταγμα του Δικαστηρίου που επιτρέπει την τροποποίηση καθίσταται ipso facto άκυρο και επομένως εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώρηση της γραπτής πρότασης (Lyssandrou v. Schiza (ανωτέρω).

Επειδή έγινε επίκληση και της Διαταγής 57 Θεσμός 2 η οποία παρέχει την ευχέρεια σε Δικαστήριο να διατάξει την παράταση χρόνου για να γίνει κάτι ή να αρχίσει κάποια διαδικασία, θα πρέπει να αναφέρω, ότι οι πρόνοιες αυτής της διάταξης δεν εφαρμόζονται εκεί όπου υφίσταται διαταγή για εκτέλεση πράξης προγενέστερης άλλης ή εκεί όπου εξέπνευσε ο χρόνος που χορηγήθηκε σε διάδικο για εκτέλεση πράξης, με αποτέλεσμα το άλλο διάδικο μέρος να αποκτήσει το δικαίωμα, το ίδιο πλέον, εκτέλεσης της πράξης εκείνης ή να αποταθεί με σχετική αίτηση για απόρριψη (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1952 σελ. 1371, επίσης τις αποφάσεις Evand Promotions κ.α. v. Frank Rutman, (Αρ.2) (1998) 1 (Δ) Α.Α.Δ. σελ. 2123, Χόππη v. Παναγή, (1993) 1 Α.Α.Δ. 140, Παπακόκκινου κ.α. v. Δήμου Πάφου (Αρ.2), (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1712 και Stabilad v. Stephens & Carter, (1998) 4 All E.R. 129). Και όλα τα πιο πάνω παρά την ευρύτητα της εξουσίας, η οποία παρέχεται, στον τομέα αυτό και η οποία τονίζεται σε σειρά αποφάσεων (όπως μεταξύ άλλων Eleftheriades & Another v. Another v. Mavrellis & Another, (1985) 1 C.L.R. 436, Αθανασιάδης v. Αλεξάνδρου, (1991) 1 Α.Α.Δ. 945).

Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου την οποία επικαλέστηκε η πλευρά της καθ’ ής η αίτηση κρίνω ότι δεν έχει θέση εν προκειμένω και παρά το ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες το Δικαστήριο ασκεί αυτή του την εξουσία και παρέχει παρατάσεις χρόνου, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς (βλ. Αυξεντίου v. Σάββα, (2003) 1 Α.Α.Δ. σελ. 1963). Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ v. Ουστά, (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την αντίκριση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου:

¨Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 584. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει, λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας της ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από το νόμο και τους θεσμούς¨.

Όπως επεσήμανα και πιο πάνω η καθ΄ ής η αίτηση στην ένσταση της δεν δικαιολογεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο την παράλειψη της να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου εντός του χρόνου που είχε τεθεί. Παρατηρώ περαιτέρω ότι δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για εξασφάλιση διατάγματος για παράταση του χρόνου που έταξε το δικαστήριο. Το ζήτημα ετέθη για πρώτη φορά από την πλευρά των εναγόντων – αιτητών στην παρούσα, όπως φαίνεται και στο πρακτικό στις 5.10.2012 όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και για πρώτη φορά το είχε πληροφορηθεί ότι είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα το δικόγραφο.

Είναι προφανές ότι η έγκριση του αιτήματος και ο παραμερισμός της τροποποιημένης υπεράσπισης και της ανταπαίτησης δεν θα έχει καταλυτικά αποτελέσματα ούτε και εξουδετερώνει τον επιδιωκόμενο σκοπό εφόσον ήδη υπάρχει καταχωρημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση στον φάκελο της υπόθεσης για δε την ανταπαίτηση δεν εζητείτο οποιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση. Θα έλεγα όμως ότι ούτε και αποκλείεται η πλευρά της εναγομένης 2 να επανέλθει αν κρίνει αυτό σκόπιμο όπως είναι καλά καθιερωμένη νομολογιακή αρχή. Επομένως η παρούσα, δεν είναι η περίπτωση όπου η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου θα μπορούσε να εφαρμοστεί καθιστώντας αποτελεσματική την απονομή της δικαιοσύνης.

Έγινε επίκληση εκ μέρους της καθ΄ής η αίτηση των προνοιών της Διαταγής 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Κατά την άποψη μου όμως δεν συντρέχει στη περίπτωση εφαρμογή τους, καθ΄ότι η διόρθωση η οποία επιδιώκεται με τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορεί να αναχθεί σε απλή παρατυπία αλλά επιδιώκεται η ανασύσταση άκυρου δικονομικού μέτρου. Έτσι δεν υπάρχει εν προκειμένω οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεραπευθεί (βλ. Αθανασιάδης v. Aλεξάνδρου (ανωτέρω), Landbroke Group PLc κ.ά, v. Παπακόκκινου κ.ά. (1999) 1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1535, Panayiotis Georgiou (catering) Ltd κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 323).

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού (set aside) της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερομηνίας 26.06.2012 της εναγομένης 2.

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων – αιτητών και εναντίων της καθ΄ής η αίτηση – εναγομένης 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

(Υπ.) ………………………
Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ.
Source