Cyprus top 50 tax laggards

By George Psyllides

Fifty people and companies, including developers and football clubs, owe the state over €163 million in taxes it emerged on Monday, following the leak of a confidential finance ministry list submitted to parliament.

The list includes first division clubs, developers, hoteliers and other businesses that owe the state between €1.5 million and €14.7 million – the highest amount.

The state has filed lawsuits against most and has made collection arrangements with others. Restrictions have also been placed on immovable property.

Nicosia football clubs Omonia and APOEL owe around €7 million and €6 million respectively. AEL of Limassol and Anorthosis Famagusta owe €2.2 million and €3.1 million respectively. The list includes a second entry for Anorthosis, which owes €2.4 million. All the clubs have made arrangements with the state for repayment of the amounts.

The state has also filed a lawsuit against APOEL and restrictions have been placed on property.

Included in the list is NK Shacolas Group LTD, which owes €6.8 million, Miltiades Neophytou LTD, €5.7 million, Athienitis developers, €4.2 million, Giovani developers, €3.6 million, Venus Rock Estates, €2 million, Aristo developers, €1.8 million, Pafilia, €1.7 million, and Christophoros Karayiannas and Son Ltd, €1.5 million.

The list does not include amounts which have been appealed nor the names of individuals and companies who have gone bankrupt or are under administration.

It was submitted after Green party MP Giorgos Perdikis accused Finance Minister Harris Georgiades of providing cover to tax evaders.

Perdikis had asked for the names of the people and companies who owed the most to the tax department.

Georgiades said it was a matter of confidentiality, clearly stipulated in tax legislation.

“Fully respecting the right of every MP to exercise critic, I consider the references unfair and excessive, especially when restrictions arise from legal provisions that parliament has passed,” Georgiades said in a letter accompanying the list.

Confidentiality can be lifted for reasons of public interest, the minister said, but the tax commissioner decided no such reason existed in relation with the MP’s request.

However, the law also afforded the minister the power to have the final say and allows him to give the list to the house president, exclusively for parliamentary oversight reasons, with the proviso that it would be handled confidentially and its publication would be avoided so as not to hurt public trust.

Link to the list [Greek only] here: lista.pdf

1. R.X. Processing 14, 747,554
2. Mediterranean Holiday Res LTD 9, 750, 222
3. Omonia Football Club 7, 034, 885
4. N. K. Shacolas-Holdings LTD 6, 855, 827
5. APOEL Football club LTD 6, 151, 892
6. Firmworth Finance and Investments LTD 6, 088, 894
7. C.N.H. Ependysis Axias LTD 5, 888, 806
8. Miltiades Neophytou C. E. & Developers 5, 753, 877
9. Chacholis Developers LTD 5, 904, 677
10. K. Athienitis Con. Devel. Public Ltd 4, 217, 999
11. A.C.L.N. LTD 3, 994, 818
12. Tauler Consultants LTD 3, 939, 268
13. Giovani Developers LTD 3,650, 016
14. Renos Hadjioannou Farm LTD 3, 600, 533
15. Kofinou Abbatoir 3,196, 216
16. Anorthosis Football Club 3, 146, 394
17. Olveron Investments LTD 2, 876, 969
18. Suphire Securities and Fin. Serv. LTD 2, 587, 647
19. Michalis D. Zavos Investments LTD 2, 546, 936
20. C.T. Tobacco LTD 2, 505, 596
21. Kleanthis Savva Developers LTD 2, 457, 988
22. Anorthosis Ammochostos Football Club 2, 456,042
23. Paphos Mediterran Hotels LTD 2, 398, 537
24. Oikonomou Georgios 2, 386, 926
25. CYEMS CO LTD 2, 351, 329
26. Cyproperties Constructions LTD 2, 293, 585
27. AEL Football Club 2, 290, 948
28. Lagos Vaggelis 2, 230, 708
29. Makrides Zacharias 2, 222, 618
30. Marzen Holdings Company LTD 2, 217, 942
31. Sigma –Severis & Athienitis Secu. LTD 2, 182,032
32. Chacholis Development Operations LTD 2,177, 463
33. UNISYS World Trade Inc. 2, 152, 279
34. Zaquato LTD 2, 120, 367
35. Venus Rock Estates LTD 2, 068, 281
36. Global Value PLC 1, 937, 586
37. Transport Investments Holdings LTD 1, 929, 109
38 Omikron Bookmakers LTD 1, 928, 299
39. Panos Eliades LTD 1, 922, 292
40. A. & E. Transport LTD 1,910, 685
41. Aristo Developments 1, 835, 170
42. Starcloud Management LTD 1, 786, 978
43. Alexandros Demetriou & Sons LTD 1, 755, 027
44. Pafilia Property Developers LTD 1, 747, 434
45. W Investments LTD 1, 740, 771
46. M.K. Digital World (Cyprus) LTD 1, 735, 549
47. D. Zavos Group Land & BLDG Develop. 1, 609, 619
48. Gregoris Yiasemi & Sons Develop. LTD 1, 583, 283
49. Christoforos Karayiannas & Son LTD 1, 518, 283
50. Charalambou Filippos 1, 488, 784

Source: Cyprus Mail

Correspondence from the Consumer Protection Service

A letter from Vassilis Sergiou of the Competition and Consumer Protection Service of Cyprus (CCPS).
The CCPS express willingness to reopen an investigation into our complaint. We had sent the CCPS a complaint in June 2011 detailing the double selling of our house by Christoforos Karayiannas & Son Ltd.
[gview file=”” save=”1″]


Iacovou Quarries v. Karayiannas: Case 1598/2013

Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου – Κίζη, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 1598/2013








Αίτηση ημερομηνίας 15.7.2013 για Συνοπτική απόφαση

Ημερομηνία: 19 Φεβρουαρίου 2014


Για τους Ενάγοντες – Αιτητές: κ.κ. Αντωνάκης Σωτηρίου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ( Για να ακούσει απόφαση ο κ. Σταύρος Σταύρου)

Για τους Εναγομένους – Καθ΄ού η Αίτηση: κα. Ανδριάνα Κλαίδη, Temple Court Chambers (Για να ακούσει απόφαση ο κ. Κοσιάρης)


Με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικά Οπισθογραφημένο σύμφωνα με την Δ. 2 Θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους το ποσό των €1.729.89, με νόμιμο τόκο και έξοδα, ως «οφειλόμενο υπόλοιπο χρεοπιστωτικού λογαριασμού ή/και δυνάμει πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων ή/και παροχής υπηρεσιών ή/και δυνάμει τιμολογίων ή/και ως συμφωνηθείσα ή/και εύλογη αξία εμπορευμάτων ή/και υπηρεσιών ή/και δυνάμει των διατάξεων περί αδικαιολόγητου πλουτισμού ή/και άλλως πως.»

Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης οι ενάγοντες ασχολούνται μεταξύ άλλων, με την πώληση υλικών οικοδομής ή/και σιδηρικών ή/και δομικών υλικών ή/και άλλων συναφών προιόντων ή/και εμπορευμάτων.

Με την υπό κρίση Αίτηση, οι ενάγοντες αιτούνται την έκδοση Συνοπτικής Απόφασης εναντίον των εναγομένων, ισχυριζόμενοι την έλλειψη υπεράσπισης εκ μέρους των.

Νομική βάση της Αίτησης είναι η Δ. 18 θ. 1-9, Δ.48, θ. 1-12, Δ64 και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Αλέξη Τέκκη, υπαλλήλου των εναγόντων ο οποίος ομνύει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση, ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αποκαλύπτει και ότι υιοθετεί τα γεγονότα τις Έκθεσης Απαίτησης, ως αναπόσπαστο μέρος της δήλωσης του. Αναφέρει ότι οι αξιώσεις των εναγόντων είναι ορθές και γνήσιες και επιβεβαιώνει το αληθές του περιοεχομένου τους. Αναφέρει επίσης ότι στις 9.7.2007 οι ενάγοντες, στα πλαίσια της συνεργασίας τους με τους εναγομένους, άνοιξαν και διατηρούσαν χρεοπιστωτικό λογαριασμό στο όνομα των Εναγομένων, στον οποίο καταχωρούντο όλες οι εμπορικές δοσοληψίες μεταξύ των, ήτοι συναλλαγές πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων υλικών οικοδομής και άλλων συναφών προϊόντων. Έναντι του εν λόγω λογαριασμού οι εναγόμενοι κατέβαλλαν διάφορα χρηματικά ποσά και στις 12.4.2013 ο λογαριασμός των εναγομένων δείκνυε χρεωστικό υπόλοιπο €1.729.89 (Κατάσταση Λογαριασμού ημερ. 12.4.2013, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α). Οι Ενάγοντες επανειλημμένα με επιστολές τους (αντίγραφα επιστολών με ημερομηνίες 10.10.2011 και 30.11.2011, επισυνάπτονται ως Τεκμήριο Β) όχλησαν τους Εναγομένους, ώστε να εξοφλήσουν το χρέος τους, πλην όμως οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν στις οχλήσεις τους. Επιστολή, τους απέστειλαν και στις 16.4.2013 μέσω των δικηγόρων τους (αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 16.4.2013, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Γ) χωρίς όμως καμιά ανταπόκριση. Παρά τις οχλήσεις, οι εναγόμενοι παραλείπουν μέχρι και σήμερα να εξοφλήσουν το χρέος τους. Ο ενόρκως δηλών αναφέρει τέλος ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν υπεράσπιση και ότι καταχώρησαν Εμφάνιση με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση της δικαστικής διαδικασίας.

Οι εναγόμενοι καταχώρησαν Ένσταση, στη βάση του ίδιου θεσμικού πλαισίου.

Ως λόγοι Ένστασης προβάλλονται οι εξής:

«Α) Οι προυποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την έκδοση Συνοπτικής απόφασης δεν ικανοποιούνται από τους Ενάγοντες – Αιτητές.

Β) Η Αίτηση για Συνοπτική Απόφαση αποτελεί ένα εξαιρετικό μέτρο για τον καθορισμό των δικαιωμάτων των διαδίκων, εφ΄ όσον παρακάμπτει στην ουσία την πλήρη διεξαγωγή της δίκης.

Γ) Ο Ενόρκως Δηλών δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του αναφορικά με την εν λόγω υπόθεση και ως εκ τούτου είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στην εν λόγω Ένορκο Δήλωση.

Δ) Η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά, καθ΄ ότι στερείται υπόβαθρο και/ή πειστικότητα διά την έκδοση Συνοπτικής Αίτησης.

Ε) Οι Ενάγοντες – Αιτητές δεν παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία διά υποστήριξη της θέσης των.

Στ) Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process), καθ΄ ότι αιτείται διάφορα διατάγματα τα οποία δεν μπορούν να εκδοθούν από το Δικαστήριο και η συμπεριφορά και ενέργειες των Εναγόντων – Αιτητών είναι κακόπιστη.

Η) Τυχόν έκδοση των διαταγμάτων θα επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις εις τους Εναγόμενους – Καθ΄ ων η Αίτηση και δεν θα απονεμηθεί δικαιοσύνη.

Θ) Οι Ενάγοντες – Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Σεβαστό Δικαστήριο και το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την αίτηση χωρίς να εξετάσει την ουσία της.

Ι) Το αντικείμενο της αίτησης δεν υφίσταται και/ή δεν υπάρχει και η αίτηση νομικά είναι ανυπόστατη.

Κ) ΟΙ Ενάγοντες – Αιτητές δεν νομιμοποιούνται εις την παρούσα αίτηση.

Λ) Τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση είναι αναληθή.

Μ) Οι Ενάγοντες – Αιτητές δεν έχουν έρθει ενώπιον της δικαιοσύνης με καθαρά χέρια (he who comes to equity must come with clean hands).

Ν) Δεν υπάρχουν εξαιρετικές περιπτώσεις που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος.

Ξ) Η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει, καθ΄ ότι πάσχει νομικά και βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση.»

Η Ένσταση συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του ΜάριουΧριστόφορου Καραγιαννά, εκτελεστικού Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου των εναγομένων ο οποίος, όπως αναφέρει, γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης και είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί στην Ένορκη Δήλωση.

Αρνείται τους ισχυρισμούς των εναγόντων που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση του Αλέξη Τέκκη και ισχυρίζεται ότι ο τελευταίος δεν αναφέρει την πηγή της γνώσης του και ως εκ τούτου είναι αναρμόδιο πρόσωπο να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Είναι η θέση του ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προχωρήσουν την Αίτηση εναντίον των εναγομένων, καθότι η εναγομένη εταιρεία είναι ανύπρακτο πρόσωπο, ενώ το ορθό όνομα της εταιρείας είναι Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ. (Αντίγραφο σύστασης της εταιρείας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α). Ισχυρίζεται ότι ουδέποτε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, οι εναγόμενοι είχαν οποιαδήποτε συνεργασία ή δοσοληψία ή συναλλαγές με τους ενάγοντες. Περαιτέρω αναφέρει ότι «η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται αποκλειστικά σε τιμολόγια και χρεωστικό λογαριασμό, τα οποία αναφέρουν διαφορετικά πρόσωπα και φέρουν διαφορετικά νομικά ή φυσικά πρόσωπα, ενώ η αγωγή στρέφεται αποκλειστικά εναντίον ανύπαρκτης εταιρείας, ήτοι Chr. Karayiannas and Sons Developers Ltd. Περαιτέρω ουδέποτε η εταιρεία Chr. Karayiannas and Sons Developers Ltd, ως επίσης και η εταιρεία μας Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ παράγγειλε οποιαδήποτε εμπορεύματα ή δομικών υλικών και σιδερικών υλικών από τους Ενάγοντες – Αιτητές». Είναι τέλος η θέση του ότι οι εναγόμενοι έχουν καλόπιστη Υπεράσπιση (γεγονός που δεικνύεται με τους ισχυρισμούς στην ένορκη του δήλωση), στην οποία εγείρονται θέματα σε απάντηση της απαίτησης των εναγόντων που πρέπει να εκδικαστούν.

Οι νομικές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν κατ΄ επανάληψη διατυπωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο. Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτικές αποφάσεις δυνάμει της Δ. 18 ασκείται μόνο σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει λογική αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και ως εκ τούτου είναι άσκοπο να επιτραπεί στον εναγόμενο να προβάλει υπεράσπιση για σκοπούς καθυστέρησης. Η Δ. 18 προνοεί μια ειδική διαδικασία καθορισμού δικαιωμάτων χωρίς την πλήρη διεξαγωγή δίκης και κατά τρόπο που να αποκλείει τον εναγόμενο να αντικρούσει εκτενέστερα τους ισχυρισμούς του ενάγοντα. Απόφαση δυνάμει της Δ. 18 δίνεται μόνο όπου υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με τις προϋποθέσεις της Δ. 18 και όταν τα γεγονότα δεν αφήνουν περιθώρια οποιασδήποτε νόμιμης υπεράσπισης. Η τήρηση και συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις που θέτει η Δ. 18 είναι απαραίτητες για να παρέχεται στο Δικαστήριο δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση και αν ο ενάγων δεν ικανοποίησε πρώτα αυτές τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, το ζήτημα κατά πόσο ο εναγόμενος θα προβάλει ισχυρισμούς τέτοιους που θα του δίνουν δικαίωμα να υπερασπιστεί δεν εξετάζεται.

Σύμφωνα με τη Δ. 18 Θ.1(α) υπάρχουν τρείς προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται προτού το δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του εναγομένου.

(1) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6
(2) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει εμφανιστεί.
(3) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον ενάγοντα ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα και που να μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται και να δηλώνει ότι εξ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchoudi Banka A.S. (1972) 1 C.L.R. 130).

Εάν και εφόσον οι πιο πάνω προϋποθέσεις ικανοποιούνται από τον ενάγοντα, τότε το βάρος μετατοπίζεται στους ώμους του εναγομένου, ο οποίος πρέπει να δείξει στο Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρηθούν ικανοποιητικά για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. (Βλ. Kyprianides v. Ioannou (1966) 1 C.L.R. 265, CYEMS CO Ltd v. The Central Co-Operative Co. Ltd (1982) 1 A.A.Δ. 879, Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (1983) 1 C.L.R. 333, Εθνική Τράπεζα Ελλάδος Α.Ε. ν. Χ΄΄Νέστωρος (1989) 1 Α.Α.Δ. (Ε) 204, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Ltd v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 Α.Α.Δ. 239, Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd, 1996 1 (Β) ΑΑΔ 1238, Ανδρέας Σωκράτους ν. Παναγιώτου Ανδρέου κ.α., 1997 1 (Α) ΑΑΔ, 40 και Χριστάκης Αυγουστή κ.α. ν. Γεώργιου Πίριλλου, 1997 1 (Α) ΑΑΔ, 5).

Η τήρηση των πιο πάνω προϋποθέσεων σχετίζεται με την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και η μη ικανοποίηση τους, στερεί από το Δικαστήριο την δικαιοδοσία να εκδώσει συνοπτική απόφαση (Βλ. Stavrinides v. Ceskoslovenska (ανωτέρω).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, το Κλητήριο Ένταλμα είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2 θ.6 και οι εναγόμενοι καταχώρησαν Σημείωμα Εμφάνισης στις 27.6.2013. Κατά συνέπεια, ικανοποιούμαι ότι η αίτηση πληροί τις δύο πιο πάνω προϋποθέσεις.

Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσο πληρείται και η τρίτη προϋπόθεση. Είναι νομολογημένο ότι η διαδικασία της λήψης συνοπτικής απόφασης, ιδιαίτερα όσον αφορά το θέμα της επάρκειας της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, είναι πολύ αυστηρή. Αυτό επιβάλλει ο δραστικός της χαρακτήρας (Ανδρέας Θεμιστοκλέους &Υιοί Λτδ ν. Arizona Trading Co. Ltd, Πολιτική Έφεση 9728/22.10.1997, Αθηνούλλα Γ. Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ, Πολ. Έφεση 9670, ημερ, 10.7.1997.

Μια αίτηση για συνοπτική απόφαση θα πρέπει στην ουσία να συμμορφώνεται μόνο με τις αυστηρές προϋποθέσεις του Θ1.α της Δ.18. Ένας αιτητής που ζητά συνοπτική απόφαση χρειάζεται μόνο να επιβεβαιώσει ουσιαστικά την απαίτηση του. Όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική (Annual Practice) του 1970 στην σελ. 124, παράγραφος 14, 2 – 5, στα σχόλια της αντίστοιχης Αγγλικής Διαταγής 14:

«The verification may be by reference to the facts stated in the statement of claim thus: “the defendants are justly and truly indebted to the plaintiffs in the sum of £…./for and were so indebted at the commencement of this action. The particulars of the said claim appear by the statement of claim in this action”.

H ορθή πρακτική όπως αναφέρεται στην Ετήσια Δικονομική Πρακτική, επιβεβαιώνεται και από την νομολογία στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου (ανωτέρω).

Όσον αφορά την καταλληλότητα του προσώπου που καταθέτει ενόρκως σε σχέση με τα γεγονότα, το ζήτημα πραγματεύεται η υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου (ανωτέρω) η οποία αντιπαραθέτει την περίπτωση προσώπου που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα, με την περίπτωση του ομνύοντα που καταθέτει με βάση τα όσα πληροφορείται και πιστεύει και εξηγεί πως η Δ.39 θ.2 περιορίζεται σε ενδιάμεσες αιτήσεις και δεν εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση. Αναγνωρίζεται επίσης, στην ίδια υπόθεση, ότι στην περίπτωση που ο ενάγων – αιτητής είναι εταιρεία κάποιο φυσικό πρόσωπο πρέπει να ορκιστεί στη θέση της. Σύμφωνα όμως με ρητή επιταγή του πιο πάνω θεσμού πρέπει να είναι πρόσωπο που είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα. Επιπλέον στην ίδια υπόθεση τονίστηκε ότι το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ. 18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα εντός της έννοιας της Δ. 18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.

Στην κρινόμενη περίπτωση η ενάγουσα είναι εταιρεία και στη θέση της ορκίζεται ο Αλέξης Τέκκης, υπάλληλος της και δεόντως εξουσιοδοτημένος, ο οποίος διαλαλεί ότι έχει προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Προκύπτει από τα λεχθέντα του ομνύοντα (στην ένορκη του δήλωση) πως είναι πρόσωπο ικανό εντός του ορισμού της Δ.18 θ.1 για να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επαληθεύσει την αιτία της αγωγής.

Με βάση τα όσα έχω αναφέρει μέχρι τώρα, έχω ικανοποιηθεί ότι η αίτηση πληροί και τις τρείς πιο πάνω προϋποθέσεις. Συνεπώς οι εναγόμενοι έχουν το βάρος να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι έχουν καλή υπεράσπιση στην ουσία της αγωγής ή να αποκαλύψουν ή παραθέσουν τέτοια γεγονότα ή ισχυρισμούς που συνιστούν καλή υπεράσπιση.

Στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 Α.Α.Δ. 239, στις σελ. 243 – 244, αναφέρεται ότι:

«Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις Κυπριακές όσο και τις Αγγλικές αποφάσεις είναι ότι συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. Όπου όμως δίδει στην ένορκη του δήλωση αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται, ή όπου ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. Co Ltd v. The Central Co-operative Industries Co. Ltd (1982) 1 Α.Α.Δ. 897). Έτσι, είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο».

Όπως πολύ εύστοχα και περιεκτικά ετέθη το ζήτημα στην υπόθεση Melita Manufacturers Ltd v. Chris Ioannou Ltd, 1996 1 (Β) ΑΑΔ 1238, η συζήτηση αφορά στην ύπαρξη ή μη υπεράσπισης και κατ΄ ανάγκη διεξάγεται σε επίπεδο ισχυρισμών.

Εκείνο το οποίο ουσιαστικά ενδιαφέρει είναι το περιεχόμενο της συνοδεύουσας την Ένσταση ένορκης δήλωσης του Μάριου – Χριστοφόρου Καραγιαννά, από το οποίο θα πρέπει να διαπιστώσω κατά πόσον οι εναγόμενοι με ικανοποιούν ότι έχουν καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή κατά πόσον έχουν αποκαλύψει τέτοια γεγονότα τα οποία μπορούν να κριθούν ικανοποιητικά για να τους παρασχεθεί το δικαίωμα να υπερασπιστούν.

Πριν προχωρήσω με την εξέταση των ισχυρισμών των εναγομένων κρίνω σκόπιμο να τονίσω ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου με βάση την Δ.18 είναι τέτοια που πρέπει να ασκείται με ιδιαίτερη προσοχή και ένας εναγόμενος που δυνατόν να μπορεί να δημιουργήσει μέσω σχετικών γεγονότων την πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος, θα πάρει άδεια να υπερασπισθεί την υπόθεση έστω και εάν η υπεράσπιση αυτή μπορεί να μην φαίνεται ικανή να επιτύχει σε «τελική ανάλυση (Jacobs v. Booths Distillery Co (1901) 85 LB 262 και Krapp-Fisher v Grish (1963) 2 All E.R. 500).

Έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, και εφόσον το βάρος μετατοπισθεί στους ώμους του εναγομένου, πρέπει να περιέχει τέτοιες λεπτομέρειες που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του για την ύπαρξη υπεράσπισης και ότι οι γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν είναι από μόνοι τους αρκετοί [Hermes Insurance Co Ltd v. Theodorides (ανωτέρω)].

Η απλή αναφορά σε ισχυρισμούς γενικούς και αόριστους στερεί από τον εναγόμενο το δικαίωμα να τύχει άδειας από το Δικαστήριο για να καταχωρήσει Υπεράσπιση για δύο βασικούς λόγους:

(1) Όταν οι ισχυρισμοί που προβάλλονται είναι γενικοί και/ή αόριστοι το Δικαστήριο αδυνατεί να προβεί στην εξέταση τους εφόσον ελλείπει το σχετικό υπόβαθρο εκείνων των γεγονότων που το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του για να τα εξετάσει με την αναγκαία στο στάδιο αυτό λεπτομέρεια, και
(2) Η γενική και χωρίς παράθεση στοιχείων άρνηση ενός εναγόμενου προσκρούει στην νομολογιακή αρχή και βέβαια στο ίδιο το λεκτικό της Δ. 18 θ.1(α) ότι η ένσταση θα πρέπει να εμπεριέχει λεπτομερώς τις θέσεις του εναγομένου.

Στην προκειμένη περίπτωση ο Μάριος Χριστόφορος Καραγιαννάς στην ένορκη του δήλωση αναπτύσσει κατ΄ αρχήν καταχρηστικά επιχειρηματολογία (αναφέρει ότι με την Υπεράσπιση των εναγομένων θα εγερθούν πολύπλοκα νομικά ζητήματα τα οποία δεν μπορούν να αποφασιστούν χωρίς να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου), μορφή λόγου ασυμβίβαστη με το αναμενόμενο περιεχόμενο μιας ένορκης δήλωσης που θα πρέπει να περιορίζεται σε γεγονότα, σύμφωνα με την Δ. 39 θ.2 των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και την Δ.48, θ. 4 η οποία προνοεί πως οποιαδήποτε γεγονότα στα οποία στηρίζεται η ένσταση και τα οποία δεν είναι εμφανή από τον φάκελο της υπόθεσης θα αναφέρονται σε μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις οι οποίες θα συνοδεύουν την Ειδοποίηση Ένστασης.

Επί της ουσίας της υπόθεσης ο μοναδικός ουσιαστικός ισχυρισμός του ομνύοντα είναι ότι η εναγόμενη εταιρεία είναι ανύπαρκτο πρόσωπο. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ουδέποτε η εναγομένη εταιρεία όπως επίσης και η εταιρεία Χριστόφορος Καραγιαννάς &Υιός Λτδ, παρήγγειλε οποιαδήποτε εμπορεύματα από τους ενάγοντες. Ο ομνύων πέραν του ότι αντιφατικά ισχυρίζεται από την μία ότι η εναγομένη εταιρεία είναι ανύπαρκτο πρόσωπο και από την άλλη ότι ουδέποτε είχε συμβατική σχέση με τους ενάγοντες, ως προς το δεύτερο σκέλος του ισχυρισμού του δεν παραθέτει, ενώ όφειλε οποιαδήποτε συγκεκριμένα στοιχεία ή λεπτομέρειες τα οποία να επιβεβαιώνουν την θέση του, αφήνοντας έτσι τον ισχυρισμό του ατεκμηρίωτο και συνακόλουθα μετέωρο.

Είναι έκδηλο από τα πιο πάνω ότι με τα όσα τέθηκαν από πλευράς εναγομένων, δεν παρέχονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες υπεράσπισης. Η αναφορά του κ. Καραγιαννά περί μη ύπαρξης συμβατικής σχέσης, μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, είναι γενική και αόριστη και δεν αποκαλύπτει συζητήσιμη υπόθεση. Σύμφωνα με την νομολογία, ο ισχυρισμός ότι υπάρχει καλή υπεράσπιση, θα πρέπει να εξειδικεύεται με την παράθεση συγκεκριμένων γεγονότων ώστε να ικανοποιείται το Δικαστήριο ότι λογικά τα γεγονότα εγείρουν την υπεράσπιση την οποία ο εναγόμενος επικαλείται. Τίποτα από όλα αυτά δεν έχουν κάμει οι εναγόμενοι.

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του κ. Καραγιαννά ότι το όνομα της εναγομένης εταιρείας είναι λανθασμένο, θα ήθελα να πω τα εξής. Είναι σαφές ότι μια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης ενάγει και ενάγεται με το εν χρήσει όνομα της, το οποίο είναι νόμιμα εγγεγραμμένο και το οποίο μπορεί να αλλαχθεί τηρουμένων των σχετικών νομοθετικών προνοιών. Φυσικά σε κάθε ουσιώδη χρόνο η εταιρεία δεν μπορεί να χρησιμοποιεί πέραν του ενός ονόματα, προφανώς και σε δικαστική διαδικασία. Νομολογιακά έχει λεχθεί ότι μια λανθασμένη επωνυμία δεν πρέπει να επηρεάζει την ουσιαστική απόφαση του Δικαστηρίου στα θέματα που εγείρονται ενώπιον του, γι΄ αυτό και το Δικαστήριο έχει ευρεία εξουσία να διορθώνει λανθασμένες αναγραφές ονομάτων, εξουσία η οποία ασκείται να διορθώνει λανθασμένες αναγραφές ονομάτων, εξουσία η οποία ασκείται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην υπόθεση Williams & Glyn’s Bank Ltd v. The Ship “Maria” (1993) 1 ΑΑΔ 106, υιοθετήθηκε το εξής απόσπασμα από την Αγγλική υπόθεση Nittan v. Solent Steel (1981) 1 L1. L.R. 633, όπου ο Λόρδος o Denning είπε, σε σχέση με την έμφυτη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να διορθώνει λανθασμένα ονόματα, τα εξής:

“In this court we are very used to dealing with misnomers. We do not allow people to take advantage of a misnomer when everyone know what was intended.”

Εν προκειμένω όμως οι εναγόμενοι καταχώρησαν Εμφάνιση και ανέγραψαν στο Σημείωμα Εμφάνισης ότι υπερασπίζονται την εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία η οποία αναφέρεται στον τίτλο της αγωγής. Με την λανθασμένη επωνυμία, όπως οι ίδιοι φυσικά διατείνονται. Θα μπορούσαν οι εναγόμενοι αντί να καταχωρήσουν Εμφάνιση, να λάβουν άλλα μέτρα εάν πίστευαν ότι ήταν τόσο ουσιαστικό το γεγονός ότι το όνομα της εναγομένης εταιρείας, όπως αναγράφεται στον τίτλο της αγωγής, είναι λανθασμένο.

Με βάση τα όσα ανέφερα μέχρι τώρα κρίνω ότι θα πρέπει να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία και την ασκώ υπέρ της έγκρισης της αίτησης.

Διά ταύτα εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγομένων, ως η απαίτηση. Επιδικάζονται επίσης υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγομένων, τόσο τα έξοδα της αίτησης όσο και της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

(Υπ.:) ………………………………………………………
Στ. Τσιβιτανίδου – Κίζη, Ε.Δ.


ενδιάμεση απόφαση: Case 365/2006: Date 29-07-2013

Ενώπιον: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 365/2006







Και ως ετροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 24.3.2010.







Αίτηση ημερομηνίας 25.7.2013.

Ημερομηνία: 29 Ιουλίου 2013.

Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Ε. Φλουρέντζος με κ. Κλαϊδη.


Έχω με προσοχή ακούσει την αγόρευση εκ μέρους των αιτητών και θεωρώ ότι είμαι σε θέση να εκδώσω την απόφαση του Δικαστηρίου ex-tempore.

Είχα την ευκαιρία, από προηγουμένως, να μελετήσω με μεγάλη προσοχή το περιεχόμενο τόσο της αίτησης όσο και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει και υποστηρίζει μαζί με τα συνημμένα σε αυτήν τεκμήρια, όσο και το περιεχόμενο του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, η οποία, όπως φαίνεται και από τα λεγόμενα των αιτητών, βρίσκεται σε στάδιο μετά από έκδοση απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης με βάση την οποία επιδικάστηκε ένα ποσό υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγομένου 1, απορρίφθηκε η αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 και επιδικάστηκε ένα μεγαλύτερο ποσό υπέρ του εναγομένου 1 και εναντίον των εναγόντων στην ανταπαίτηση που υπήρχε. Θα πρέπει να πω επίσης ότι έχω με προσοχή ακούσει και με ερωτήματα μου ξεκαθαρίσει τα ζητήματα που με απασχολούσαν ως προς τις θέσεις των αιτητών, ερωτήματα τα οποία ήμουν σε θέση να θέσω έχοντας εξετάσει όλα τα σχετικά με την παρούσα διαδικασία από προηγουμένως. Θα προσπαθήσω να είμαι όσο πιο συνοπτικός μπορώ να είμαι στο πλαίσιο αυτού που θεωρώ ότι πρέπει να αποφασιστεί στην παρούσα διαδικασία.

Διαπιστώνεται από τα ενώπιον μου στοιχεία ότι στις 19.3.2013 και ενώ από τον Ιανουάριο του 2013 και συγκεκριμένα στις 24.1.2013 είχε καταχωρηθεί το υπό κρίση memo με αριθμό 64/13, στις 19.3.2013 λοιπόν, ζητήθηκε και εξασφαλίστηκε μονομερώς προσωρινό διάταγμα αναστολής του υπό κρίση memo ενώ έτερο διάταγμα που ζητούσε την ακύρωση του αφέθηκε να εκδικαστεί μετά από ακρόαση της αίτησης. Αυτά σημειώνονται και με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 10.7.2013. Υπήρξε, στις 20.3.2013, καταχώριση διά κλήσεως αίτησης η οποία ζητά την ακύρωση του εν λόγω memo. Υπήρξε καταχώριση αίτησης από την πλευρά του εναγομένου για ακύρωση και παραμερισμό του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Φυσικά η αίτηση αυτή απεσύρθη ως εκ του αποτελέσματος της ακρόασης που έγινε όσον αφορά το προσωρινό διάταγμα το οποίο είχε ως αποτέλεσμα αυτό το διάταγμα ημερομηνίας 19.3.2013 να ακυρωθεί και η αίτηση να απορριφθεί.

Στο στάδιο αυτό θα ασχοληθώ πρώτα με μια άλλη πτυχή της αίτησης, έστω θεωρώντας ότι υπάρχουν στοιχεία που δεν εμποδίζουν την καταχώριση αυτής της παρούσας αίτησης. Είναι δεδομένο νομολογιακά ότι η έκδοση μονομερώς ενός διατάγματος αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα και ότι θα πρέπει να εκδίδεται ένα διάταγμα μονομερώς με τεράστια φειδώ και μόνο όπου οι περιστάσεις το επιτρέπουν. Το ερώτημα εδώ που θα ετίθετο είναι: έχοντας το Δικαστήριο εξετάσει, κατόπιν ακρόασης, πανομοιότυπα αιτήματα, έχοντας ακούσει και τις δύο πλευρές, θα δικαιολογείτο στη βάση ουσιαστικά όμοιων γεγονότων να αποφάσιζε μονομερώς την έκδοση διατάγματος χωρίς να ακούσει την άλλη πλευρά, η οποία όταν ακούστηκε πέτυχε την ακύρωση του διατάγματος και την απόρριψη προηγούμενης αίτησης; Είμαι της άποψης ότι, κατά το ελάχιστο σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο θα όφειλε να θέσει τέτοιες οδηγίες ούτως ώστε ένα τέτοιο αίτημα να αποφασίζετο ακούγοντας και τις δύο πλευρές. Μου φαίνεται πολύ παράδοξο να υπήρχε μια κατάσταση πραγμάτων κατά την οποία το Δικαστήριο, έχοντας μια άλλη σύνθεση να είχε αποφασίσει το θέμα στις 10.7.2013, ακούγοντας και τις δύο πλευρές, και το ίδιο Δικαστήριο, έστω υπό άλλη σύνθεση, να προχωρούσε, σε πανομοιότυπη αίτηση και γεγονότα, να εξέδιδε μονομερώς ένα τέτοιο διάταγμα. Αυτά που αναφέρω τώρα δεν θα επηρέαζαν το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος αφού τέτοιες οδηγίες θα μπορούσαν να δοθούν ώστε να κληθεί η άλλη πλευρά σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και να ακουστεί ικανοποιώντας οποιεσδήποτε ανησυχίες όσον αφορά το θέμα του κατ΄ επείγοντος.

Αυτά όσον αφορά το θέμα της μονομερούς έκδοσης του διατάγματος. Όμως είμαι της άποψης ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν εξαντλείται το θέμα με οδηγίες επίδοσης στην άλλη πλευρά. Και αυτό διότι, έχοντας ακούσει την επιχειρηματολογία ως προς τη συμπεριφορά, κατ΄ ισχυρισμόν πάντοτε συμπεριφορά του εναγομένου καθ΄ ου η αίτηση και το πώς αυτό θα μπορούσε να επηρεάσει τον ίδιον σε διάβημα του προς το Δικαστήριο λόγω της δικής του στάσης, και αντιλαμβανόμενος πλήρως την επιχειρηματολογία αυτή, είμαι της άποψης ότι δεν ισχύει κάτι τέτοιο στην παρούσα περίπτωση, υπό το εξής σκεπτικό. Δεν μπορώ να αποφασίσω σε αυτό το στάδιο, χωρίς καν να ακούσω οποιαδήποτε από τις αιτήσεις παρακοής, ότι υφίσταται παρακοή από πλευράς του εναγομένου. Και συνεχίζοντας αυτό το εύρημα να εμποδίσω αυτόν από οποιαδήποτε άσκηση δικαιωμάτων που ενδεχομένως να είναι καθ΄ όλα νόμιμη χωρίς καν να τον ακούσω και με έναν τρόπο που ενδεχόμενα να αποτελεί κατάργηση του μέτρου που λαμβάνει. Με άλλα λόγια τίθεται το ερώτημα, είμαι εις θέσιν σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας να καταλήξω ότι θα πρέπει ένα διάταγμα όπως το ζητούμενο να εκδοθεί λόγω του ότι ο εναγόμενος είναι σε πλήρη αδιαφορία του μέρους της απόφασης που τον αφορά ενώ παράλληλα επιδιώκει την εφαρμογή ενός άλλου μέρους της απόφασης; Πιστεύω πως δεν είμαι σε τέτοια θέση με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία.

Από τα όσα ανέφερα ήδη, θεωρώ ότι είναι ξεκάθαρο και το εύρημα μου ότι με το τι ζητείται με αυτήν την αίτηση ουσιαστικά είναι η κατάργηση της ισχύος του memo, έστω για προσωρινό διάστημα. Ένα τέτοιο διάταγμα όμως σημαίνει ότι μονομερώς καταργείται κάτι που ένας από τους διαδίκους ζήτησε να εφαρμόσει προς εκτέλεση της υπέρ του απόφασης. Εάν δε μια τέτοια κατάργηση θα είχε ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας, το οποίο θα ήταν δικαίωμα των εναγόντων σε περίπτωση που δεν υφίσταται memo έστω και προσωρινά, τότε είναι, πιστεύω, εύκολα αντιληπτό το πόσο δραστικό θα μπορούσε να ήταν ένα τέτοιο διάταγμα στην απουσία της άλλης πλευράς. Κάτι το οποίο θεωρώ ότι δεν θα μπορούσα να εκδώσω, ειδικά μάλιστα όταν το ίδιο διάταγμα είναι εκείνο, έστω και αν χρησιμοποιείται η λέξη αναστολή αντί ακύρωση, που ζητείται με την διά κλήσεως αίτηση η οποία είναι ορισμένη για να ακολουθήσει πορεία εκδίκασης.

Και έρχομαι σε ένα τελικό σημείο, αυτό το οποίο θεωρώ καταλυτικό για την παρούσα αίτηση. Και οι τρεις αιτήσεις, τόσο η αίτηση ημερομηνίας 20.3.2013 που εκκρεμεί προς εκδίκαση και είναι διά κλήσεως (είναι ορισμένη ας σημειωθεί αυτή η αίτηση στις 13.9.2013 για οδηγίες και με οδηγίες καταχώρισης ένστασης από την πλευρά του εναγομένου) όσο και η αίτηση ημερομηνίας 19.3.2013 που εκδικάστηκε και αποφασίστηκε από το Δικαστήριο, όσο και η παρούσα αίτηση, βασίζονται ουσιαστικά στα ίδια γεγονότα. Όσον αφορά το θέμα της δυσφήμισης από πλευράς εναγομένου για τους ενάγοντες, ως αποτέλεσμα της δικής του παρακοής της απόφασης, τα γεγονότα ύπαρξης τέτοιας δυσφήμισης προϋπήρχαν κατά πολύ της αίτησης ημερομηνίας 19.3.2013 όσο και της αίτησης ημερομηνίας 20.3.2013 και δεν αποτέλεσαν λόγο που να εκδικαστεί έστω και ανκαι ήταν στη διάθεση των αιτητών, δεν προωθήθηκαν από τους αιτητές. Το ότι μια τέτοια συμπεριφορά αναφέρεται ότι συνεχίζει δεν αναιρεί το γεγονός ότι υπήρξε από πολύ προηγουμένως αυτή η κατάσταση πραγμάτων η οποία δεν ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπεισέρχομαι στο θέμα του κατά πόσο είναι επιτρεπτό να καταχωρηθεί στο Κτηματολόγιο ένα memo επί όλης της περιουσίας ενός προσώπου, εξ αποφάσεως οφειλέτη, ώστε να καλύπτει ένα πολύ μικρότερο ποσό γιατί δεν εκδικάζω την ουσία της υπόθεσης σε αυτό το στάδιο. Θα περιοριστώ στο κατά πόσο η παρούσα αίτηση, με τα χαρακτηριστικά όπως τα έχω αναφέρει, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας και ως τέτοια δεν θα πρέπει να ακουστεί.

Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Loukos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέϊνμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Ko Λτδ (2000) 1B A.A.Δ. 1014, αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι:

«Έχει νομολογηθεί ότι τα Δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της».

Γίνεται δε αναφορά σε αυθεντίες στις οποίες έγινε αναφορά και από τους αιτητές προς υποστήριξη επιχειρήματος ύπαρξης κατάχρησης από μέρους του εναγομένου. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτηση για αναστολή εκτέλεσης δικαστικής απόφασης για τρίτη φορά, με την πρώτη φορά να είχε αποσυρθεί από τον αιτητή, τη δεύτερη φορά να απερρίφθη λόγω μη εμφανίσεως του κατά την ακρόαση και την τρίτη φορά να απορρίπτεται ως καταχρηστική με την αναφερόμενη απόφαση. Πόσο μάλλον υφίσταται κατάχρηση όταν με τα γεγονότα της παρούσας αίτησης προκύπτει ότι ανάλογο αίτημα, πανομοιότυπο αίτημα, έστω με τη διαφοροποίηση μιας λέξης, από ακύρωση σε αναστολή, που στην ουσία απολήγει στην ίδια κατάσταση πραγμάτων, τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου έχοντας εξεταστεί στην ουσία του και αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Επαναλαμβάνω ασφαλώς αυτά που ανέφερα όσον αφορά τα πράγματα που θα μπορούσαν να είχαν τεθεί από τότε και ενδεχομένως να μην τέθηκαν, τα οποία και πάλιν οδηγούν σε κατάχρηση της διαδικασίας, αφού θα έπρεπε να είχαν τεθεί στην ώρα τους. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να λεχθεί κάτι περισσότερο.

Καταλήγω ότι το αίτημα, όπως τίθεται, και μετά από όλα όσα έχω αναφέρει και εξετάσει, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί καταχρηστικό από μέρους των αιτητών και θεωρώ ότι η ορθή απόφαση είναι όπως η παρούσα αίτηση, ως μονομερής αίτηση, απορριφθεί χωρίς έξοδα.

Αυτή θα ήταν και η κατάληξη της απόφασης μου και στη βάση του ότι ένα τέτοιο αίτημα τίθεται μονομερώς αντί διά κλήσεως αν δεν ήταν καταχρηστικό το αίτημα. Θα πρέπει να λεχθεί κάτι που επίσης φανερώνει ύπαρξη κατάχρησης, ότι τα όσα αναφέρονται εδώ θα απασχολήσουν στην ουσία τους το Δικαστήριο και για την εκδίκαση της αίτησης ημερομηνίας 20.3.2013 η οποία θα απασχολήσει επί της ουσίας το Δικαστήριο ακούγοντας και τις δύο πλευρές.

Για σκοπούς πληρότητας θα προσθέσω και κάτι τελευταίο. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να είναι μέρος των διαπραγματεύσεων ή της στάσης οποιασδήποτε πλευράς στη βάση οποιασδήποτε συμφωνίας. Παραπέμπω στην αναφορά στην ένορκη δήλωση για τη στάση προτιθέμενων αγοραστών. Αν λάβουμε υπόψη ότι η αναστολή ενός memo δεν οδηγεί στην ακύρωση του, τότε αυτό θα σήμαινε ότι η κατάσταση πραγμάτων, είτε με την έκδοση του διατάγματος, είτε όχι, παραμένει η ίδια, με το να υφίσταται αυτό το memo. Συνεπώς, το αν ένας προτιθέμενος αγοραστής θα αποφάσιζε να τηρήσει μια στάση διαφορετική, με ένα memo σε αναστολή αλλά υπαρκτό, μέχρι την ακύρωση του, αυτό δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην έκδοση μιας απόφασης ως αυτή που ζητείται.

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα.

Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ.\


Second Assault: Case 197/2008: Date 12-02-2013

Ενώπιον: Στ. Λουκίδου – Βασιλείου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 197/2008







Αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης

Ημερομηνία: 12.2.13

Για τον Ενάγοντα: κα Σ. Γεωργίου (για να ακούσει απόφαση για κ. Γεωγιάδη)
Για την Εναγόμενη: κ. Βασιλακκάς


Με την αγωγή του ο Ενάγων αιτείται γενικών και ειδικών αποζημιώσεων για σωματικές βλάβες και ζημίες που έχει υποστεί από την επίθεση που δέχθηκε από τους εναγόμενους στις 14.1.08.

Μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν ολοκληρωθεί η ένορκη κατάθεση του ενάγοντα, ο οποίος καταθέτει ως πρώτος μάρτυρας, καταχώρισε την παρούσα Αίτηση επιζητώντας τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως με την προσθήκη της ακόλουθης πρότασης ως μέρος των ισχυρισμών της παραγράφου 4 της έκθεσης απαίτησης:
«Ο Ενάγων εξαιτίας του ξυλοδαρμού υπέφερε και συνεχίζει να υποφέρει από συναισθηματικές και ψυχολογικές διαταραχές, συναισθηματική φόρτιση και/ή κατάπτωση, υπέρμετρο άγχος, αϋπνίες, αισθήματα δυσφορίας και διατάραξης της ψυχικής ισορροπίας. Εξαιτίας αυτών των συνεπειών, αναγκάστηκε να λάβει ιατρική και/ή ψυχιατρική βοήθεια και/ή υποστήριξη παράλληλα με την χορήγηση ειδικών φαρμάκων προς αντιμετώπιση των προβλημάτων.»

Ο ενάγοντας ζητά περαιτέρω την αντικατάσταση των λεπτομερειών των ειδικών ζημιών που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης του.

Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκο δήλωση της κ. Ντόριας Βαρωσιώτου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του ενάγοντα.

Η μη επακριβής εξειδίκευση των ειδικών ζημιών αποδίδεται στο γεγονός ότι ο ενάγοντας ενεπλάκη ως διάδικος σε πολλές υποθέσεις με τους ίδιους διαδίκους ή και τα ίδια γεγονότα . Ο ενάγοντας ασχολείτο με όλες τις προαναφερθείσες υποθέσεις, είχε στη κατοχή του αριθμό εγγράφων και αποδεικτικών στοιχείων με αποτέλεσμα την μη έγκαιρη εξεύρεση και ταξινόμηση των στοιχείων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Επιπρόσθετα πηγαινοερχόταν και/ή παρέμενε για μεγάλα χρονικά διαστήματα στη Κύπρο για την παρακολούθηση των ακροαματικών διαδικασιών, με αποτέλεσμα να είναι πρακτικά ανέφικτο να εντοπίζει έγγραφα τα οποία βρίσκονταν στην οικία του στην Αγγλία και ή γενικότερα να βρει χρόνο να ασχοληθεί με την αναζήτηση και ή εντοπισμό των εν λόγω εγγράφων τα οποία εντόπισε κατά την προετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας της παρούσας υπόθεσης. Εισηγείται περαιτέρω ότι θα πρέπει να του επιτραπεί να αποκαλύψει τα εν λόγω έγγραφα με συμπληρωματική ένορκη αποκάλυψη εγγράφων αίτημα όμως που δεν θα απασχολήσει το δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης της παρούσας αίτησης.

Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας περιέπεσε στην αντίληψη του δικηγόρου του ότι οι λεπτομέρειες των ειδικών ζημιών δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς. Πέραν τούτου έχει διαπιστωθεί ότι εκ παραδρομής και/η αβλεψίας δεν έχουν δικογραφηθεί δεόντως οι ψυχολογικές και νευρολογικές επιπτώσεις που έχει υποστεί ο ενάγοντας λόγω του ξυλοδαρμού που ισχυρίζεται ότι έχει δεχτεί. Μόλις διαπιστώθηκαν οι πιο πάνω αναφερόμενες παραλείψεις ο ενάγοντας καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση.

Η αίτηση συνάντησε την ένσταση των εναγομένων – Καθ’ ων η Αίτηση με την οποία προβάλλονται διάφοροι λόγοι για την απόρριψη της αίτησης και υποστηρίζεται με την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Άδας Φλουρέντζου.

Εισηγούνται μεταξύ άλλων ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί ο Αιτητής παραλείπει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για την καθυστέρηση στην αιτούμενη τροποποίηση. Προβάλλουν περαιτέρω ότι δεν αποκαλύπτεται ο λόγος για τον οποίο οι ισχυρισμοί των οποίων επιδιώκεται η εισαγωγή με την τροποποίηση δεν συμπεριληφθήκαν από την αρχή στην Έκθεση Απαίτησης και θεωρούν ότι η αίτηση του ενάγοντα καταχωρήθηκε κακόπιστα.

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων επιχειρηματολόγησαν υπέρ της θέσης του διάδικου που ο καθένας εκπροσωπεί και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε σχετική νομολογία.

Η τροποποίηση δικογράφων διέπεται από τη Δ.25, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation, (1989) 1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως:

«(1) Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.

(2) Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.

(3) Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.

(4) Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.»

Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,(1992) 1 Α.Α.Δ 704).

Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (1994) 1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης.

Όπως προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd n. TR Metals (Overseas) Ltd, (1996) 1A A.A.D 162).

Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co.κ.α. ν. A.& G. Leventis κ.α., (1993) 1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (1999) 1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω).

Στην απόφαση της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη.

Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.) v. Τ.Μ.P. Agents, (ανωτέρω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του Αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.

Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο Αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω)).

Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α., (1991) 1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α., (2007) 1Β Α.Α.Δ. 1005).

Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου, (1995) 1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας λαμβάνει υπόψη του παράγοντες με ποικίλλουσα βαρύτητα, ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Βασιλειάδης v. Πετρολίνα 1994 (1) Α.Α.Δ. 14.

Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης.

Εκείνο που ουσιαστικά προβάλλεται με την ένσταση του καθ’ου η αίτηση είναι ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης η οποία δεν δικαιολογείται από τον αιτητή.

Την δυνατότητα τροποποίησης το Ανώτατο Δικαστήριο την έθεσε στην υπόθεση Χριστοδούλου πιο πάνω.

Στην πιο πάνω υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε από την ενάγουσα μετά που ακούστηκαν εφτά μάρτυρες και μετά από επιτόπια έρευνα υπαλλήλου του κτηματολογίου. Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα με την αιτιολογία ότι οι εφεσίβλητοι θα εζημιούντο δυσμενώς αν η τροποποίηση επιτρεπόταν και η αδικία που θα τους εγίνετο δεν μπορούσε να αποζημιωθεί με έξοδα ή άλλως πως αφού μεταξύ άλλων θα απαιτείτο νέα επιτόπια έρευνα και διότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε πολύ πριν την υποβολή αίτησης. Η ενάγουσα εφεσίβαλε την απόφαση και το Ανώτατο Δικαστήριο δεχόμενο την έφεση μεταξύ άλλων ανάφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 938:
«Στην υπόθεση Nicolaides v. Yerolemi (1980) 1 C.L.R. 1, το Ανώτατο Δικαστήριο υιοθέτησε αυτό που ο Λόρδος Denning M.R.είπε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd, and Others v. Associated Newspapers Ltd [1970] 2 All E.R. 754, στην οποία ανέφερε τα πιο κάτω:
´I start with the principle, well settled, that an amendment ought to be allowed even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money. That principle applies here.’

Περαιτέρω στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (πιο πάνω) λέχθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση ότι η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης.

Στη παρούσα περίπτωση, δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρίστηκε τέσσερα και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης και παράλληλα δεν παραβλέπω την συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης σε εύλογο χρόνο. Ταυτόχρονα όμως σημειώνεται ότι στην έκθεση απαίτησης περιλαμβάνονται λεπτομέρειες των ισχυριζόμενων ειδικών ζημιών του ενάγοντα. Εκείνο που ουσιαστικά ζητά με την αιτούμενη τροποποίηση είναι η περαιτέρω εξειδίκευση τους είτε με την προσθήκη περαιτέρω ζημιών είτε με την επακριβή παράθεση της αξίας συγκεκριμένων αντικειμένων που σε κάποιες περιπτώσεις φαίνεται να είναι χαμηλότερη από την αξία που δηλώνεται στη υφιστάμενη έκθεση απαίτησης του. Ο ενάγοντας έδωσε την εξήγηση για την οποία δεν ήταν σε θέση να καθορίσει επακριβώς τις ειδικές ζημιές που είχε υποστεί και τούτο οφείλεται όπως ισχυρίστηκε στην δυσκολία εντοπισμού των διαφόρων εγγράφων που σχετίζονται με αυτές. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας περιέπεσε στην αντίληψη του δικηγόρου του ότι οι ειδικές ζημιές δεν είχαν καθοριστεί επακριβώς καθώς και ότι εκ παραδρομής και ή αβλεψίας δεν έχουν δικογραφηθεί δεόντως οι ψυχολογικές και νευρολογικές επιπτώσεις που ισχυρίζεται ότι υπέστη από την επίθεση
Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του ενάγοντα που καταθέτει ως ο πρώτος μάρτυρας και αμέσως μόλις έγιναν αντιληπτές οι αναφερόμενες παραλείψεις, καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον παράγοντα καθυστέρηση δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (πιο πάνω) όπου ελέχθησαν τα ακόλουθα:
«Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.»

Περαιτέρω θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγομένων οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να αντεξετάσουν τον εναγόμενο επί των ισχυρισμών που επιχειρεί να εισάγει με την τροποποίηση καθώς και να αντικρούσουν τους εν λόγω ισχυρισμούς με την μαρτύρια που θα παρουσιάσουν οι ίδιοι. Συνεπώς δεν ευσταθεί η θέση των εναγομένων ότι με την αιτούμενη τροποποίηση καταπατούνται τα δικαιώματα τους για δίκαιη δίκη. Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζάς και άλλος (πιο πάνω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4) (1993) 1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές.

Ένα άλλο θέμα το οποίο εγείρουν με την ένσταση τους οι εναγόμενοι είναι ότι η αίτηση του ενάγοντα γίνεται κακόπιστα. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν εντοπίζονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας. Η θέση των εναγομένων ότι ο ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αίτηση σε μια προσπάθεια να διορθώσει τις παραλείψεις που του υποδείχθηκαν κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας με την υποβολή ενστάσεων σε αίτημα του να παρουσιάσει μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν είναι αρκετό για να αποδείξει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα. Δεν έχω πεισθεί με τα όσα αναφέρουν οι εναγόμενοι στην ένσταση τους ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους του εναγόμενου στην καταχώριση της αιτούμενης τροποποίησης, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πολιτική Έφεση 204/2009 ημερομηνίας 24.4.2012 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd (1979) 1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Έχω ήδη εξηγήσει πως στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους εναγόμενους με την τροποποίηση την οποία αιτείται ο ενάγοντας.

Υπό το φως όλων των πιο πάνω η αίτηση εγκρίνεται. Εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης ως η παράγραφος Α Ι ΙΙ και ΙΙΙ της αίτησης. Τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί και παραδοθεί στην άλλη εντός τριών ημερών από σήμερα. Υπεράσπιση στην τροποποιημένη έκθεση απαίτησης να καταχωρηθεί εντός πέντε ημερών από τη παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης.

Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της δίκης.

(Υπ.) ………………..
Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον

Second Assault Supreme Court Appeal: 172/2010: Date 25-01-2013


(Ποινική Έφεση Αρ. 171/2010)

25 Ιανουαρίου, 2013






(Ποινική Έφεση Αρ. 172/2010)






(Ποινική Έφεση Αρ. 173/2010)






Θ. Παπανικολάου, για τον Εφεσείοντα.
Α. Κλαΐδης με Στ. Βασιλακκά, για τους Εφεσίβλητους.

Δ. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Γ. Ερωτοκρίτου.


ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Οι τρεις Εφεσίβλητοι αρχικά αντιμετώπισαν δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η δεύτερη το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης βλάβης κατά του Cornelius D. O´ Dwyer. Ως προς την τελευταία κατηγορία, έκρινε ότι αυτή δεν αποδείχθηκε και αθώωσε τους Εφεσιβλήτους. Ως προς την πρώτη, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε βαριά σωματική βλάβη και προχώρησε να προσθέσει τρίτη κατηγορία για πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 στην οποία βρήκε τους τρεις Εφεσίβλητους ένοχους και επέβαλε στον Εφεσίβλητο 1 πρόστιμο €2.000, ενώ στους Εφεσίβλητους 2 και 3 ποινή φυλάκισης 10 μηνών με αναστολή για δύο χρόνια.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με τρεις ξεχωριστές εφέσεις εφεσίβαλε τόσο την καταδίκη, όσο και την ποινή. Όμως στο στάδιο της προδικασίας των εφέσεων, αποσύρθηκαν οι λόγοι έφεσης που αφορούσαν στις καταδίκες και παρέμεινε μόνο ο ένας λόγος που αφορούσε στη μεν έφεση 171/10 την ανεπάρκεια της ποινής του προστίμου, στις δε άλλες δύο την αναστολή των ποινών φυλάκισης.

Οι Εφεσίβλητοι 2 και 3, υιός και πατέρας, είναι διευθυντές οικογενειακής εταιρείας αξιοποίησης γης, ενώ ο Εφεσίβλητος 1 είναι υπάλληλος τους. Ο παραπονούμενος ήταν αγοραστής μιας οικίας σε συγκρότημα κατοικιών, από την εταιρεία των Εφεσιβλήτων 2 και 3. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως τα βρήκε το δικαστήριο, μεταξύ του παραπονούμενου και των Εφεσιβλήτων 2 και 3 υπήρξαν διαφορές, σε σχέση με την οικία που είχε αγοράσει. Βασικά ο παραπονούμενος ήθελε να μην χτιστεί οτιδήποτε στη γη δίπλα από το σπίτι που αγόρασε από την εταιρεία των Εφεσιβλήτων 2 και 3. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορούσε να διασφαλιστεί. Οι μεταξύ τους διαφορές φαίνεται να επιτείνονταν, αφού ο παραπονούμενος κατά τους ισχυρισμούς τους δεν τους είχε καταβάλει διάφορα ποσά που είχαν συμφωνηθεί, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας, με αποτέλεσμα να καταλήξουν στα δικαστήρια.

Στις 14.1.2008 ο παραπονούμενος μαζί με τον Martin Mott, άγγλο φίλο του, κατευθύνθηκαν στο Φρέναρος με ξεχωριστά αυτοκίνητα, με πρόθεση ο παραπονούμενος να συλλέξει στοιχεία που θα ενίσχυαν τις θέσεις του στο δικαστήριο, έναντι των Εφεσιβλήτων και της εταιρείας τους. Έδωσε στο φίλο του μια βιντεοκάμερα χειρός και μια κατασκοπευτική κάμερα, την οποία τοποθέτησε στο καπέλο που φορούσε και του έδωσε οδηγίες να βιντεογραφεί, ενώ αυτός μετρούσε και φωτογράφιζε το σπίτι που είχε αγοράσει και το οποίο μετέπειτα είχε παραχωρηθεί στην οικογένεια κάποιας κας McDonald. Ο παραπονούμενος ήταν και αυτός εξοπλισμένος με βιντεοκάμερα, ενώ είχε και δεύτερη μικροκάμερα κρυμμένη, στην ουσία ραμμένη στη φόδρα του σακακιού του. Η νέα ιδιοκτήτρια της κατοικίας, η κα McDonald, θορυβήθηκε όταν είδε τον παραπονούμενο έξω από το σπίτι της, και τηλεφώνησε στα γραφεία της εταιρείας των Εφεσιβλήτων και μίλησε με τον Εφεσίβλητο 2, τον οποίο ενημέρωσε για την παρουσία του παραπονούμενου έξω από το σπίτι της. Ο Εφεσίβλητος 2 συνοδευόμενος από τον Εφεσίβλητο 1, κατευθύνθηκε στο σημείο που βρισκόταν ο παραπονούμενος. Ο Εφεσίβλητος 3, ειδοποιήθηκε από υπάλληλο του γραφείου του για το τηλεφώνημα της κας McDonald και επειδή ήταν στο δρόμο κατευθύνθηκε και αυτός προς το ίδιο σημείο. Όταν ο Εφεσίβλητος 3 έφτασε στο σημείο, είδε στην απέναντι μεριά του συγκροτήματος, σε αδιέξοδο δρόμο, ένα κόκκινο αυτοκίνητο, το οποίο του κίνησε την περιέργεια. Κατευθύνθηκε προς αυτό και είδε τον φίλο του παραπονούμενου, Martin Mott, να βιντεογραφεί τον παραπονούμενο, ο οποίος βρισκόταν στο συγκρότημα. Ο Εφεσίβλητος 3 παρέμεινε στο σημείο, παρακολουθώντας την κατάσταση, μέχρι να έρθει ο γιος του. Ο Martin Mott ειδοποίησε τον παραπονούμενο για την παρουσία στη σκηνή του Εφεσίβλητου 3. Τότε ο παραπονούμενος με το αυτοκίνητό του κατευθύνθηκε βιαστικά προς το χώρο που ήταν ο φίλος του. Έπρεπε όμως να περάσει μέσα από το χωριό για να φτάσει εκεί. Κατά κακή του τύχη βρέθηκε στον ίδιο δρόμο με τον Εφεσίβλητο 2. Τα αυτοκίνητα τους συγκρούστηκαν λόγω της βιασύνης και των δύο να φθάσουν στο ίδιο μέρος.

Στο σημείο της σύγκρουσης, στο κέντρο του χωριού Φρέναρος, εξελίχθηκε το επεισόδιο που οδήγησε στις κατηγορίες. Ο Εφεσίβλητος 2, όταν αντιλήφθηκε ότι το άτομο που οδηγούσε το αυτοκίνητο με το οποίο είχε συγκρουστεί ήταν ο παραπονούμενος, κατευθύνθηκε προς το μέρος του και από τα όσα του ανέφερε ο παραπονούμενος, εξοργίστηκε, με αποτέλεσμα να χάσει την ψυχραιμία του και να τον γρονθοκοπήσει στο πρόσωπο. Ο Εφεσίβλητος 2 τηλεφώνησε στη συνέχεια στον πατέρα του, ο οποίος σε πολύ σύντομο χρόνο κατέφθασε στη σκηνή. Όταν πλησίασε μαζί με το γιο του τον παραπονούμενο, ο Εφεσίβλητος 2 αντιλήφθηκε την ύπαρξη της κάμερας πάνω στον παραπονούμενο και φώναξε «κάμερα». Ο παραπονούμενος έτρεξε να φύγει, αλλά οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 τον πρόλαβαν και προσπάθησαν να του αποσπάσουν την κάμερα. Στην προσπάθεια συνέδραμε και ο υπάλληλός τους, Εφεσίβλητος 1. Ο παραπονούμενος για να προστατεύσει την κάμερα έπεσε στο έδαφος, παίρνοντας εμβρυακή θέση και προσπαθούσε να απωθήσει τους Εφεσίβλητους, κλωτσώντας τους. Ο Εφεσίβλητος 2, αποφασισμένος να πάρει την κάμερα, γονάτισε πάνω στον παραπονούμενο και ο Εφεσίβλητος 3 του ακινητοποίησε το κεφάλι, ενώ ο Εφεσίβλητος 1 έψαχνε τον παραπονούμενο για να εντοπίσει την κρυμμένη κάμερα. Μόλις αυτή εντοπίστηκε, την άρπαξε ο Εφεσίβλητος 2 και την πέταξε για να εντοπιστεί στο σημείο του επεισοδίου την επόμενη ημέρα από την Αστυνομία. Ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, η οποία επιλήφθηκε του επεισοδίου. Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε «θλαστική εκχύμωση στην αριστερή κογχική χώρα μετά εξοιδήσεως, δύο μικροεκδορές με απόσπαση της επιδερμίδας στην αριστερή κάτω γνάθο, κοντά στην κροταφογναθική άρθρωση». Παραπονείτο επίσης για πόνο στη δεξιά οσφυϊκή χώρα και στη δεξιά βουβωνική χώρα, όπου υπήρχαν μώλωπες. Έμεινε στο νοσοκομείο για τέσσερις μέρες για παρακολούθηση, χωρίς να διαπιστωθεί οτιδήποτε άλλο ή να υπάρξει οποιαδήποτε περιπλοκή.

Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου τέθηκαν τα ελαφρυντικά των Εφεσιβλήτων. Όλοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο Εφεσίβλητος 2 είναι νυμφευμένος και έχει τέσσερα ανήλικα παιδιά, το μεγαλύτερο ηλικίας 10 ετών, ενώ ο Εφεσίβλητος 1 έχει δύο ανήλικα τέκνα, το μεγαλύτερο από τα οποία είναι ηλικίας 6½ ετών. Τονίστηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο από το συνήγορο τους, ότι είχαν δεχθεί ισχυρή πρόκληση από τον παραπονούμενο, η οποία είχε μια προϊστορία τεσσάρων χρόνων. Όπως ανέφερε ο συνήγορος τους, ο παραπονούμενος τους δυσφημούσε συνεχώς μέσω δικής του ιστοσελίδας στο διαδίκτυο, με αποτέλεσμα να δεχθούν ακυρώσεις συμβολαίων. Λόγω της συνεχούς οχληρίας, υπήρχε φόρτιση όταν είδαν τον παραπονούμενο να βιντεογραφεί υλικό για να το χρησιμοποιήσει, όπως οι ίδιοι εξέλαβαν, για αναβάθμιση της ιστοσελίδας του. Επίσης, αναφέρθηκε ότι τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας των Εφεσιβλήτων 1 και 2, θα είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις στην εταιρεία τους, η οποία χωρίς την καθημερινή παρουσία τους, ενδεχομένως να κατέρρεε, ιδιαίτερα λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατεί στην Κύπρο.

Τέλος ο συνήγορος των Εφεσιβλήτων τόνισε στο πρωτόδικο δικαστήριο ότι οι Εφεσίβλητοι ήταν από την αρχή έτοιμοι να παραδεχθούν κατηγορία για πραγματική σωματική βλάβη, αλλά η Κατηγορούσα Αρχή λόγω πιέσεων από τον παραπονούμενο δεν αποδέχθηκε πρόταση της υπεράσπισης για διαφοροποίηση του κατηγορητηρίου. Όμως τελικά η κατηγορία για βαριά σωματική βλάβη δεν αποδείχθηκε και οι Εφεσίβλητοι βρέθηκαν ένοχοι για κατηγορία που πάντοτε ήταν έτοιμοι να παραδεχθούν.

Ως προς τις εφέσεις 172/10 και 173/10 το μοναδικό θέμα που καλείται το Εφετείο να αποφασίσει, είναι κατά πόσον ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο ανέστειλε τη δεκάμηνη ποινή φυλάκισης των Εφεσιβλήτων 2 και 3.

Υποστηρίζοντας τον λόγο έφεσης, κατά της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ο Γενικός Εισαγγελέας, εισηγήθηκε ότι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την αναστολή. Θεώρησε ότι υπήρξε σφάλμα αρχής και κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο παρέλειψε να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει ορθά: (α) τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και την άσκηση βίας ώστε να διαφανούν οι επιπτώσεις των επιθετικών ενεργειών των Εφεσιβλήτων στον παραπονούμενο, (β) την ανυπαρξία μεταμέλειας και (γ) του παράγοντα πρόκλησης.

Η πρωτόδικη δικαστής εξετάζοντας το θέμα της αναστολής, ανέφερε τα εξής:-

«Ερχόμενη τώρα στο θέμα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε, έχοντας πάντα κατά νου τις πρόνοιες του Υφ’ Όρων Αναστολής Εκτέλεσης της Ποινής Φυλάκισης Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/03. Σύμφωνα με την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161, τα κριτήρια που μπορούν να ληφθούν υπόψη συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, (α) την σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου (γ) την διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειάς του. Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία όπως διατυπώθηκε στις αποφάσεις Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1974) 2 C.L.R. 45, Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ. 303 και την Τζιαουχάρη (ανωτέρω), κρίνω ότι υπάρχουν τέτοια περιστατικά στην υπόθεση, ιδιαίτερα η πρόκληση την οποία υπέστηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και τέτοιες προσωπικές περιστάσεις που να συνηγορούν υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής.

Το Δικαστήριο θα δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στους Κατηγορούμενους 1 και 2 να μάθουν να επιλύουν τις διαφορές τους ειρηνικά και όχι να παίρνουν τον Νόμο στα χέρια τους. Στο χέρι τους είναι να την εκμεταλλευτούν.

Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην 3ην Κατηγορία αναστέλλεται για δύο χρόνια.» (sic)

Έχουμε εξετάσει τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, αλλά δεν συμφωνούμε ότι η απόφαση του δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης των Εφεσιβλήτων 2 και 3 εμπεριέχει σφάλμα αρχής ή κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που είχε.

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, τόσο της αγγλικής όσο και της κυπριακής, ανασταλείσα ποινή φυλάκισης παραμένει ποινή φυλάκισης. Το μόνο που διαφοροποιείται είναι η εκτέλεση της, η οποία αναστέλλεται. Ο κύριος λόγος για αναστολή ποινής φυλάκισης είναι για να αποφευχθεί ο εγκλεισμός του κατηγορουμένου στη φυλακή (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, σελ. 13).

Όπως ορθά αναφέρει και το πρωτόδικο δικαστήριο, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη απαριθμούνται στον ίδιο το Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του περί Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/72), όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την αναστολή εκτέλεσης της ποινής είναι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.

Το πρωτόδικο δικαστήριο στα πλαίσια του πρώτου πιο πάνω κριτηρίου, έλαβε υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος, τα κίνητρα διάπραξης του, καθώς και την πρόκληση που υπέστησαν οι Εφεσίβλητοι. Ως προς το δεύτερο κριτήριο, έλαβε υπόψη πρωτίστως το λευκό ποινικό τους μητρώο, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του καθενός, τις οποίες είχε καταγράψει σε άλλο σημείο της απόφασής του. Το δικαστήριο συνεκτιμώντας τους πιο πάνω παράγοντες, έκρινε ότι η ποινή μπορούσε να ανασταλεί.

Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής. Το καθήκον επιβολής ποινής βαρύνει το πρωτόδικο δικαστήριο και το Εφετείο δεν επεμβαίνει εκτός αν καταδειχθεί σφάλμα αρχής, κάτι που δεν έχει αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Μακρή ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 42). Δεν ευσταθεί το παράπονο του Εφεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος ώστε να φανούν οι επιπτώσεις στον παραπονούμενο. Αντίθετα, το πρωτόδικο δικαστήριο στη σελίδα 4 της απόφασής του, περιγράφει με λεπτομέρεια όλα τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος, από τα οποία δεν προέκυψε οποιαδήποτε περιπλοκή, γεγονός που το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει στην απόφασή του. Εν πάση περιπτώσει, σε περιπτώσεις αδικημάτων που χαρακτηρίζονται ως πλημμελήματα, εκείνο που έχει αυξημένη σημασία είναι αυτή καθ’ αυτή η άσκηση βίας, η οποία όπως ορθά τόνισε το πρωτόδικο δικαστήριο με αναφορά σε νομολογία, εξευτελίζει την προσωπικότητα του ατόμου που δέχεται την επίθεση.

Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αγνόησε ούτε την πρόκληση που δέχθηκαν οι Εφεσίβλητοι από την όλη συμπεριφορά του παραπονούμενου στην οποία απέδωσε τη δέουσα και όχι υπέρμετρη βαρύτητα. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:-

«Στην υπό κρίση υπόθεση δέχομαι ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν δεχθεί σοβαρές και συνεχείς προκλήσεις από τον Παραπονούμενο. Η μαγνητοφώνηση των πλείστων συνδιαλέξεων που ο Παραπονούμενος είχε με τον Κατηγορούμενο 1, χωρίς ο Κατηγορούμενος 1 να το γνωρίζει, στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης για το πρόβλημα που είχε προκύψει με την αγορά του σπιτιού, η δημοσιοποίηση των συνδιαλέξεων αυτών στο διαδίκτυο, οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι ψεύτες και παραπλανούν τον κόσμο και η δημοσίευση των ισχυρισμών αυτών καθώς και η παρενόχληση τόσο των πελατών των Κατηγορουμένων 1 και 2 αλλά και των εργασιών του σίγουρα δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η συμπεριφορά του Παραπονούμενου δεν μπορεί να απομονωθεί από την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα. Τέσσερεις κατασκοπευτικές κάμερες είχε ενεργοποίηση, η μια από αυτές μικροκάμερα καλά κρυμμένη στο σακάκι του, για να μετρήσει, κατά τον ισχυρισμό του, ειρηνικά το πεζοδρόμιο του σπιτιού που είχε αγοράσει και για να βγάλει φωτογραφίες.»

Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας, η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι οι προκλήσεις που δέχθηκαν οι Εφεσίβλητοι από τον παραπονούμενο «ήταν σοβαρές και συνεχείς», δεν ήταν εκτός του ορθού πλαισίου. Κατά την κρίση μας το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε ορθά τα στοιχεία της πρόκλησης ως μετριαστικό παράγοντα της σοβαρότητας του αδικήματος, εντάσσοντάς τον στα πλαίσια που χαράσσει η νομολογία ήτοι την ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου, με αποτέλεσμα το άτομο να δράσει αντίθετα απ’ ό,τι επιβάλλει η λογική (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου (1997) 2 ΑΑΔ 17, Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342 και Χ΄΄Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 468 στις οποίες υιοθετήθηκε η αγγλική προσέγγιση όπως διατυπώθηκε από τον Devlin, J, στην υπόθεση Duffy [1949] 1 All ER 932).

Ένα άλλο από τα επιχειρήματα του δικηγόρου του Εφεσείοντος, είναι ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον παράγοντα μεταμέλεια, ενώ από τα γεγονότα δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Η απάντηση των Εφεσιβλήτων ήταν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οι Εφεσίβλητοι ήταν έτοιμοι να παραδεχθούν την ελαφρότερη κατηγορία. Επειδή δεν είναι ενώπιον μας όλα τα πρακτικά, δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε το τι ακριβώς είχε λεχθεί. Όμως το πρωτόδικο δικαστήριο, με την αναφορά του στη μεταμέλεια των Εφεσιβλήτων, στην ουσία αποδέχθηκε την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης και έλαβε υπόψη τις ομολογίες των Εφεσιβλήτων που έγιναν ενώπιον του κατά τη διάρκεια της λήψης της μαρτυρίας και οι οποίες επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της τελικής απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Επίσης, το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχθηκε την εισήγηση ότι η αναβάθμιση της κατηγορίας από τις εισαγγελικές αρχές, σε βαριά σωματική βλάβη, στέρησε τους Εφεσίβλητους τη δυνατότητα να παραδεχθούν από την αρχή κατηγορία για πρόκληση πραγματικής βλάβης. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής. Η προσέγγιση του δικαστηρίου κατά την κρίση μας ήταν ορθή, υπό τις περιστάσεις που κατέστη αναγκαία η απόρριψη της αρχικής κατηγορίας και η τροποποίηση στη συνέχεια του κατηγορητηρίου.

Η επιλογή του πρωτόδικου δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή, δεν έχει καταδειχθεί ότι ήταν εσφαλμένη. Οι Εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το στοιχείο αυτό μαζί με το στοιχείο της πρόκλησης και τις υπόλοιπες προσωπικές τους περιστάσεις, τους προσέδιδε ισχυρή βάση για να αιτηθούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης (βλ. Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161).

Ερχόμαστε τώρα στην έφεση 171/10 που αφορά την επιβολή στον Εφεσίβλητο 1 ποινής προστίμου, αντί φυλάκισης. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Όπως ορθά διαπιστώνει το πρωτόδικο δικαστήριο, ο ρόλος του Εφεσίβλητου 3 ήταν αισθητά μειωμένος σε σύγκριση με τους άλλους δύο συγκατηγορούμενους του και δικαιολογείτο απόλυτα η διαφοροποίηση της ποινής που του επιβλήθηκε. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο Εφεσίβλητος 3 ψαχούλευσε τον παραπονούμενο, ενώ αυτός ήταν πεσμένος στο έδαφος, με σκοπό να εντοπίσει την κρυμμένη κάμερα την οποία και τελικά εντόπισε και έδωσε στον Εφεσίβλητο 2 ο οποίος την πέταξε. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι αν και ο Εφεσίβλητος 3 δεν κτύπησε τον παραπονούμενο, εντούτοις έλαβε μέρος στον κοινό σκοπό. Υπό αυτές τις περιστάσεις, τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης και στον Εφεσίβλητο 3, θα ήταν άδικη και λανθασμένη, εφόσον η δραστηριότητα του κατά τη διάρκεια του επεισοδίου ήταν δραστικά μειωμένη.

Οι τρεις εφέσεις απορρίπτονται.


Bank of Cyprus v. Karayiannas and Son: Case 821/2009

ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 821/2009


Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
Εναγόντων – Αιτητών


2.Χριστόφορος Καραγιαννάς & Υιός Λτδ

Εναγομένων- Καθ΄ής η Αίτηση 2

Ημερ.: 24 Ιανουαρίου, 2013

Για Ενάγοντες – Αιτητές: κ. Αλ. Κουκούνης για Ανδρέας Κουκούνης & Σία Δ.Ε.Π.Ε
Για εναγόμενη 2 – Καθ΄ής η Αίτηση: κα Ανδρέου για Α. KLYDES – TTC TEMPLE COURT CHAMBERS


Σε αίτηση για την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον παραμερισμό (set aside) ή/ και τη διαγραφή ή/ και απόρριψη της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης)

Οι αιτητές με αίτηση δια κλήσεως εξαιτούνται διατάγματος το οποίο να διατάσσει τον παραμερισμό (set aside) ή/ και τη διαγραφή ή/ και την απόρριψη της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2.

Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης αποτελούν οι περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ. 48 Θ.Θ. 1-9, Δ. 19 Θ.Θ. 1-27, Δ. 21 Θ.Θ. 1-15 Δ. 25, Θ.Θ. 1 -6, Δ. 26 Θ.Θ. 1-15 , Δ. 27 Θ.Θ. 1-3, Δ. 57 Θ. 1-4, Δ. 64 Θ.1(1) -(3) και 2, η Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Κύπρου και του Κοινοδικαίου καθώς επίσης και οι συμφυείς εξουσίες και η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του κ. Μιχάλη Στυλιανού υπαλλήλου των εναγόντων – αιτητών και δεόντως εξουσιοδοτημένου από τους ενάγοντες – αιτητές να προβεί στην ένορκη δήλωση. Παραπέμπει στην απόφαση ή διάταγμα του Δικαστηρίου με ημερομηνία 8.06.2012 με το οποίο ενέκρινε την καταχώρηση τροποποιημένης έκθεσης υπερασπίσεως και ανταπαίτησης και καθόριζε χρόνο 10 ημερών εντός του οποίου θα έπρεπε να είχε καταχωρηθεί αλλά αυτή καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα στις 26.06.2012 οπότε το διάταγμα του Δικαστηρίου έχει καταστεί αφ΄εαυτού άκυρο (ipso facto void).

Οι ενάγοντες – αιτητές πληροφορήθηκαν αυτό το γεγονός για πρώτη φορά στις 5.10.2012 στο Δικαστήριο όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση εφόσον το έγγραφο αυτό ούτε τους επιδόθηκε ούτε και τους δόθηκε καθ΄ οιονδήποτε άλλο τρόπο.

Εκ μέρους των εναγομένων – καθ΄ών η αίτηση 2 καταχωρήθηκε ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως με την οποία αξιώνουν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος των αιτητών. Αυτή βασίζεται σε διάφορες δικονομικές διατάξεις, στο Σύνταγμα, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση και Νομολογία και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

Σε αυτή προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης:

(α) Οι προϋποθέσεις που επιβάλλει ο νόμος για τον παραμερισμό και/ή απόρριψη της τροποποιημένης υπεράσπισης δεν ικανοποιούνται στη παρούσα υπό εξέταση αίτηση,
(β) αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process), καθ΄ότι η διαγωγή των εναγόντων – αιτητών αποτελεί ασυγχώρητη και περιφρονητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας,
(γ) η αίτηση είναι παράτυπη και πάσχει νομικά,
(δ) είναι ανυπόστατη και αδικαιολόγητη,
(ε) δεν εμπίπτει στα πλαίσια των περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορέσει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα για παραμερισμό,
(στ) είναι καθυστερημένη και άνευ αιτιολογίας και δεν εμπίπτει στα πλαίσια των ειδικών περιπτώσεων στις οποίες το Δικαστήριο θα μπορέσει να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα,
(ζ) τα γεγονότα που υποστηρίζουν την εν λόγω αίτηση είναι αναληθή,
(η) οι ενάγοντες – αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες από το Δικαστήριο.

Την ένσταση υποστηρίζει με ένορκη δήλωση του ο διευθύνων σύμβουλος των εναγομένων 2 – καθ΄ών η αίτηση κ. Μάριος Καραγιαννάς ο οποίος απορρίπτει το περιεχόμενο της αίτησης. Ισχυρίζεται ότι το διάβημα των εναγόντων – αιτητών είναι δρακόντειο τιμωρητικό μέτρο και σύμφωνα με τη πλούσια νομολογία μας θα πρέπει να αποφεύγεται και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται στην υπό εξέταση υπόθεση. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοια αιτήματα θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η παράλειψη των εναγομένων να συμμορφωθεί με τις οδηγίες του Δικαστηρίου δεν επέφερε σε δυσμενή θέση τους ενάγοντες και δεν υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση και ούτε υπήρχε εσκεμμένη πρόθεση του εναγομένου 2 για τη μη συμμόρφωση τους με τις οδηγίες του Δικαστηρίου και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η συγκεκριμένη συμπεριφορά αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σε περίπτωση παραμερισμού και διαγραφής και απόρριψης της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης, ο εναγόμενος 2 δεν θα έχει το δικαίωμα να ακουστεί πράγμα το οποίο αντιβαίνει στα Συνταγματικά και Ευρωπαϊκά κατοχυρωμένα δικαιώματα για δίκαιη δίκη και απονομή δικαιοσύνης. Θα είναι δυσανάλογο μέτρο καθ΄ότι η παράλειψη εμπρόθεσμης καταχώρησης της δεν είναι τέτοιας φύσης και ουσιώδης παράλειψη που να δικαιολογεί την ακύρωση και παραμερισμό της. Είναι άνευ νομικής βάσης και αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η αίτηση στερείται πραγματικού υπόβαθρου και δεν εμπίπτει στις περιπτώσεις εκείνες που δικαιολογείται η διαγραφή δικογράφων.

Σημειώνω ότι στους λόγους ένστασης δεν συμπεριλαμβάνεται κανένας λόγος ο οποίος να δίδει εξήγηση ή να δικαιολογεί την εκπρόθεσμη καταχώρηση της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των εναγομένων 2 όταν η εκδοθείσα απόφαση καθόριζε χρόνο καταχώρηση της εντός 10 ημερών από της έκδοσης της δηλαδή από 8.06.2012.

Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν προσφέρθηκε από οποιονδήποτε των διαδίκων προφορική μαρτυρία ούτε και οι ενόρκως δηλούντες υποβλήθηκαν σε αντεξέταση. Επακόλουθα η διαδικασία διεξήχθη με επιχειρηματολογία που ανέπτυξαν οι συνήγοροι με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων.

Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών στις εισηγήσεις τους υιοθέτησαν και ανέπτυξαν περαιτέρω τους πιο πάνω λόγους που εκθέτουν αντίστοιχα στην αίτηση και στην ένσταση προβάλλοντας επιχειρήματα που προέρχονται από τη νομολογία και αυθεντίες. Σε επί μέρους ζητήματα των εισηγήσεων αυτών θα γίνει αναφορά όπου χρειαστεί στη συνέχεια της απόφασης μου.


Η Διαταγή 25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα:

1. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties.
2. If a party who has obtained an order for leave to amend does not amend accordingly within the time limited for that purpose by the order, or if no time is thereby limited, then within fifteen days from the date of the order, such order to amend shall, on the expiration of such limited time as aforesaid, or of such fifteen days, as the case may be, become ipso facto void, unless the time is extended by the Court or a Judge.

Η Διαταγή 27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει τα εξής:
1. Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
2. If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
3. The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.
4. No action or proceeding shall be to objection on the ground that a merely declaratory judgment or order is sought thereby, and the Court may make binding declarations of right whether any consequential relief is or could be claimed, or not.

Ο Κανονισμός 2 της Διαταγής 25 ο οποίος προβλέπει την προθεσμία εντός της οποίας θα πρέπει να υπάρξει η συμμόρφωση προβλέπει τα ακόλουθα:

σε μετάφραση:

¨Αν διάδικος ο οποίος έχει πάρει διάταγμα για άδεια τροποποίησης δεν προβεί στην τροποποίηση βάσει του διατάγματος αυτού μέσα στο χρονικό διάστημα που καθορίζεται γι΄ αυτό το σκοπό από το διάταγμα, ή αν δεν καθορίζεται σ΄ αυτό το χρονικό διάστημα, μέσα σε 15 μέρες από την ημερομηνία του διατάγματος, το διάταγμα που αφορά στην τροποποίηση, εφ΄ όσον εκπνεύσει το χρονικό διάστημα που καθορίζεται ως ανωτέρω, ή αυτό των 15 ημερών, ανάλογα με την περίπτωση, θα καθίσταται αφ΄ εαυτού άκυρο, εκτός αν ο χρόνος παραταθεί από το Δικαστήριο ή Δικαστή.¨

Η απόφαση Ελένη Σάββα Σάκκουλα και άλλου v. Αρέστη, (1989) 1 Α.Α.Δ. σελ. 355 στην οποία με παρέπεμψαν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των αιτητών, απόφαση την οποία εξέδωσε ο Δικαστής Αρτεμίδης σε αναφορά και στις αποφάσεις Λυσάνδρου v. Σχίζα κ.ά., (1979) 1 Α.Α.Δ. 267 και Ευαγόρου v. Χριστοδούλου κ.ά, (1982) 1 Α.Α.Δ. 771 είναι διαφωτιστική και για τούτο θα κάμω στη συνέχεια εκτενή παραπομπή σε αποσπάσματα της:

¨Στην πρώτη απόφαση … το Δικαστήριο αποφάνθηκε πως όταν καθορίζεται χρόνος για την εφαρμογή μιας διαταγής από το ίδιο το Δικαστήριο, τότε στη λήξη του χρόνου αυτού η διαταγή καθίσταται αφ΄ εαυτής άκυρη. Παρατίθεται το πιο κάτω σχετικό απόσπασμα: ¨Substitution of parties is permitted and /or regulated by Order 9,r.11, which sets out no limit for giving effect to an order there under. But, as the learned President who made the order appealed from pointed out, it is specifically stated in the White Book that under Order 16,r.13, of the Rules of the Supreme Court, which is the source and origin of our Order 9,r.11 such substitution must be made in compliance with the provisions of the English Order 28,r. 7, corresponding to our Order 25,r. 2. Accordingly on the expiry of the time limited by the President’s order this lapsed and all proceedings taken there under were void.” Η απόφαση αυτή υιοθετείται στην υπόθεση Ευαγόρου όπου γίνεται ειδική μνεία των προνοιών του Κανονισμού 2 της Διάταξης 25, σαν παράδειγμα περίπτωσης στην οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να αναβιώσει διάταγμα που κατέστη αφ΄ εαυτού άκυρο, μετά τη λήξη της χρονικής περιόδου που τέθηκε για την τροποποίηση, αντικείμενο του διατάγματος¨.

Στη συνέχεια δε της ίδιας απόφασης και απαντώντας στο ερώτημα κατά πόσο το Δικαστήριο δικαιούται να παρατείνει το χρόνο που προβλέπεται στον Κανονισμό 2 της Διάταξης 25, ή του χρόνου που το ίδιο το Δικαστήριο έχει καθορίσει, μετά τη λήξη του, αποφάσισε ότι ¨το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια εξουσία και αυτό φαίνεται καθαρά από τη σχετική φράση του Κανονισμού ¨θα….. καθίσταται αφ΄ εαυτού (ipso facto) άκυρο, εκτός εάν ο χρόνος παραταθεί………………. κ.λ.π.¨

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος των 15 ημερών, ή αυτού που ορίζει το Δικαστήριο, το διάταγμα καθίσταται άκυρο, αν δεν γίνει η τροποποίηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να παρατείνει το χρόνο υφίσταται μόνο πριν την λήξη των 15 ημερών, ή του χρόνου που το ίδιο ορίζει, και όχι μετά που το Δικαστήριο καθίσταται ανενεργό, όταν το διάταγμα καταστεί άκυρο.¨

Στην απόφαση Αθανασιάδη v. Αλεξάνδρου, (1991) 1 Α.Α.Δ. σελ. 945 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελ. 951:

¨Η παρούσα περίπτωση διαφέρει από την περίπτωση παράλειψης καταχώρησης τροποποιημένης γραπτής πρότασης μέσα στην ταχθείσα προθεσμία γιατί εκεί, σύμφωνα με τη Δ. 25 κ. 2, με την εκπνοή της προθεσμίας εκείνης, το διάταγμα του Δικαστηρίου που επιτρέπει την τροποποίηση καθίσταται ipso facto άκυρο και επομένως εξαφανίζεται η πηγή της εξουσιοδότησης για την καταχώρηση της γραπτής πρότασης (Lyssandrou v. Schiza (ανωτέρω).

Επειδή έγινε επίκληση και της Διαταγής 57 Θεσμός 2 η οποία παρέχει την ευχέρεια σε Δικαστήριο να διατάξει την παράταση χρόνου για να γίνει κάτι ή να αρχίσει κάποια διαδικασία, θα πρέπει να αναφέρω, ότι οι πρόνοιες αυτής της διάταξης δεν εφαρμόζονται εκεί όπου υφίσταται διαταγή για εκτέλεση πράξης προγενέστερης άλλης ή εκεί όπου εξέπνευσε ο χρόνος που χορηγήθηκε σε διάδικο για εκτέλεση πράξης, με αποτέλεσμα το άλλο διάδικο μέρος να αποκτήσει το δικαίωμα, το ίδιο πλέον, εκτέλεσης της πράξης εκείνης ή να αποταθεί με σχετική αίτηση για απόρριψη (βλ. Ετήσια Δικονομική Πρακτική του 1952 σελ. 1371, επίσης τις αποφάσεις Evand Promotions κ.α. v. Frank Rutman, (Αρ.2) (1998) 1 (Δ) Α.Α.Δ. σελ. 2123, Χόππη v. Παναγή, (1993) 1 Α.Α.Δ. 140, Παπακόκκινου κ.α. v. Δήμου Πάφου (Αρ.2), (1998) 1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1712 και Stabilad v. Stephens & Carter, (1998) 4 All E.R. 129). Και όλα τα πιο πάνω παρά την ευρύτητα της εξουσίας, η οποία παρέχεται, στον τομέα αυτό και η οποία τονίζεται σε σειρά αποφάσεων (όπως μεταξύ άλλων Eleftheriades & Another v. Another v. Mavrellis & Another, (1985) 1 C.L.R. 436, Αθανασιάδης v. Αλεξάνδρου, (1991) 1 Α.Α.Δ. 945).

Η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου την οποία επικαλέστηκε η πλευρά της καθ’ ής η αίτηση κρίνω ότι δεν έχει θέση εν προκειμένω και παρά το ότι σε ενδιάμεσες διαδικασίες το Δικαστήριο ασκεί αυτή του την εξουσία και παρέχει παρατάσεις χρόνου, ανεξάρτητα από οποιουσδήποτε κανονισμούς (βλ. Αυξεντίου v. Σάββα, (2003) 1 Α.Α.Δ. σελ. 1963). Στην υπόθεση Τουβλοποιεία Γίγας Λτδ v. Ουστά, (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 109 στη σελ. 112 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά με την αντίκριση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου:

¨Η φύση και τα όρια της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου εξετάστηκαν στη Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 584. Όπως προκύπτει, σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει, λόγω της ταύτισης της με το Δικαστήριο και της αναγκαιότητας της ύπαρξης της για τη λειτουργία του Δικαστηρίου ως Δικαστηρίου δικαίου. Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητης από το νόμο και τους θεσμούς¨.

Όπως επεσήμανα και πιο πάνω η καθ΄ ής η αίτηση στην ένσταση της δεν δικαιολογεί καθ΄οιονδήποτε τρόπο την παράλειψη της να συμμορφωθεί με το διάταγμα του Δικαστηρίου εντός του χρόνου που είχε τεθεί. Παρατηρώ περαιτέρω ότι δεν έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια για εξασφάλιση διατάγματος για παράταση του χρόνου που έταξε το δικαστήριο. Το ζήτημα ετέθη για πρώτη φορά από την πλευρά των εναγόντων – αιτητών στην παρούσα, όπως φαίνεται και στο πρακτικό στις 5.10.2012 όταν η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση και για πρώτη φορά το είχε πληροφορηθεί ότι είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα το δικόγραφο.

Είναι προφανές ότι η έγκριση του αιτήματος και ο παραμερισμός της τροποποιημένης υπεράσπισης και της ανταπαίτησης δεν θα έχει καταλυτικά αποτελέσματα ούτε και εξουδετερώνει τον επιδιωκόμενο σκοπό εφόσον ήδη υπάρχει καταχωρημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση στον φάκελο της υπόθεσης για δε την ανταπαίτηση δεν εζητείτο οποιαδήποτε ουσιαστική τροποποίηση. Θα έλεγα όμως ότι ούτε και αποκλείεται η πλευρά της εναγομένης 2 να επανέλθει αν κρίνει αυτό σκόπιμο όπως είναι καλά καθιερωμένη νομολογιακή αρχή. Επομένως η παρούσα, δεν είναι η περίπτωση όπου η σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου θα μπορούσε να εφαρμοστεί καθιστώντας αποτελεσματική την απονομή της δικαιοσύνης.

Έγινε επίκληση εκ μέρους της καθ΄ής η αίτηση των προνοιών της Διαταγής 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Κατά την άποψη μου όμως δεν συντρέχει στη περίπτωση εφαρμογή τους, καθ΄ότι η διόρθωση η οποία επιδιώκεται με τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορεί να αναχθεί σε απλή παρατυπία αλλά επιδιώκεται η ανασύσταση άκυρου δικονομικού μέτρου. Έτσι δεν υπάρχει εν προκειμένω οτιδήποτε το οποίο θα μπορούσε να θεραπευθεί (βλ. Αθανασιάδης v. Aλεξάνδρου (ανωτέρω), Landbroke Group PLc κ.ά, v. Παπακόκκινου κ.ά. (1999) 1 (Γ) Α.Α.Δ. σελ. 1535, Panayiotis Georgiou (catering) Ltd κ.ά. v. Κυπριακής Δημοκρατίας (1996) 3 Α.Α.Δ. 323).

Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού (set aside) της τροποποιημένης Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ημερομηνίας 26.06.2012 της εναγομένης 2.

Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων – αιτητών και εναντίων της καθ΄ής η αίτηση – εναγομένης 2 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο τα οποία θα είναι όμως πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας.

(Υπ.) ………………………
Χρήστος Φιλίππου, Ε.Δ.

Criminal Fraud Appeal: Case 19/2011: Date 10-09-2012


(ΣΧ. ΜΕ 20/2011)








(ΣΧ. ΜΕ 19/2011)









Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εμφαίνονται από το φάκελο του Δικαστήριο και συνοπτικά έχουν ως εξής:

Η θέση του Εφεσείοντα είναι ότι οι Εφεσίβλητοι 1, 2, 3 και 4 είναι ένοχοι για το αδίκημα της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον, κατά παράβαση του ‘Αρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η θέση των Κατηγορουμένων εν ολίγοις είναι ότι, το Άρθρο 303 Α του Ποινικού Κώδικα σκοπό έχει να προστατεύσει μόνο τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη της γης και τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και, εάν ακόμα θεωρηθεί ότι προστατεύονται και άλλα πρόσωπα, όπως οι καταπιστευματοδόχοι, δεν πρέπει να γίνει δεκτή η θέση του Εφεσείοντα ότι έχει καταστεί νόμιμος δικαιούχος από την στιγμή κατάθεσης του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου στο Κτηματολόγιο.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, την απόφαση του οποίου δια της παρούσας εφεσιβάλλουμε, έκρινε ότι ο Εφεσείοντας δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης και συνεπώς οι Εφεσίβλητοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν απ’ όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.

Στο σημείο αυτό, κρίνεται σχετικό να σημειωθεί ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, αποφάσισε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του δικηγόρου των Κατηγορουμένων, ότι απουσίαζαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συνοπτικά οι θέσεις του δικηγόρου των Κατηγορουμένων ήταν ότι, έχει τερματιστεί μονομερώς η Συμφωνία πώλησης του ακινήτου και ότι ο κύριος και η κυρία ODwyer, παρόλο που κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο την Συμφωνία αγοράς του ακινήτου, δεν κατέστησαν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου, κάτι που δεν συνάδει με την ισχύουσα Νομολογία.



Αποτελεί θέση των Εφεσείοντων ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε νομική πλάνη και λανθασμένα αποφάσισε ότι δεν αποδείχθηκε το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, ήτοι ότι οι Εφεσείοντες κατέστη ιδιοκτήτες της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αγνοώντας και/ή μη δίνοντας τη δέουσα βαρύτητα τόσο στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του όσο και στη νομολογία και επιχειρηματολογία που παρέθεσαν οι Εφεσείοντες δια της γραπτής τους αγόρευσης, αποφάσισε λανθασμένα ότι, «Το γεγονός ότι κατέθεσαν το Αγοραπωλητήτιο Έγγραφο (Τεκμήριο 1) στο Κτηματολόγιο δεν σημαίνει ότι αυτόματα και στο διηνεκές έχουν καταστεί οι «ιδιοκτήτες» (όπως οι ίδιοι το εννοούν) της κατοικίας».

Το εύρημα αυτό του Σεβαστού Δικαστηρίου, συγκρούεται με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διέπει το θέμα αυτό και η οποία ορίζει ότι με την εγγραφή του συμβολαίου στα κτηματολογικά αρχεία, ο αγοραστής καθίσταται ιδιοκτήτης της γης κατά το δίκαιο της επιείκειας.

Συγκεκριμένα, στην υπόθεση 1. Αντρίκκος Νίκου Χρίστου 2. Ελένη Αντρίκκου ν. Γιώργου Γεωργίου 1 Α.Α.Δ. (1999), σελ. 940 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά με τη νομική θέση του προσώπων που εγγράφουν πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου στο Κτηματολόγιο:

Εφόσον οι εφεσείοντες απέκτησαν, με την εγγραφή του συμβολαίου στα κτηματολογικά αρχεία, δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης, κατέστησαν οι ιδιοκτήτες της γης, κατά το δίκαιο της επιείκειας, και ο πωλητής εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος (constructive trustee) των δικαιωμάτων τους, τηρουμένων των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων βάσει της σύμβασης. Η αρχή αυτή απεικονίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Snells Equity”, p. 195:-

As soon as specifically enforceable contract for the sale of land is made, the purchaser becomes the owner of the land in equity, and the vendor becomes a constructive trustee of the land for the purchaser, subject in each case to their respective rights and duties under the contract.

Στην Κύπρο, όπως έχουμε εξηγήσει, δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης κτάται μόνο με την εγγραφή της σύμβασης πώλησης βάσει του ΚΕΦ.232. Καθίσταται πρόδηλο ότι οι εφεσείοντες απέκτησαν όχι μόνο κατοχή του διαμερίσματος αλλά και το δικαίωμα ιδιοκτησίας του.

(υπογραμμίσεις δικές μας).

Σχετική επίσης είναι η υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστήριου Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα (1998) 1Β Α.Α.Δ. 881, όπου στην σελίδα 891, αναφέρονται τα ακόλουθα:

Το διαμέρισμα είχε πωληθεί σε τρίτους, οι οποίοι είχαν εγγράψει τη σύμβαση, βάσει του ΚΕΦ. 232, παρεμβάλλοντας κώλυμα στη διάθεση του διαμερίσματος από τον εφεσίβλητο στους εφεσείοντες ή σε οποιαδήποτε άλλο.”

Οι Εφεσείοντες, για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών τους ότι ήταν οι δικαιούχοι ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, κάλεσαν ως μάρτυρα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου τον κ. Πετεινάρη, λειτουργό του Κτηματολογίου, ο οποίος κρίθηκε από το Δικαστήριο ως ανεξάρτητος με την υπόθεση μάρτυρας και τη μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο αποδέχθηκε στο σύνολο της. Ο κ. Πετεινάρης κατέθεσε ότι οι Εφεσείοντες καταχώρησαν το πωλητήριο έγγραφο της επίδικης οικίας (Τεκμήριο 1) στο Κτηματολόγιο και ανέφερε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι, με την καταχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο «κατοχυρώνεται ο αγοραστής να μην μπορεί να το πωλήσει ξανά ο πωλητής».

Περαιτέρω, ο κ. Πετεινάρης ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι, για να μπορέσει να γίνει αποδεκτό ένα πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο, το οποίο αφορά πώληση ακινήτου σε δεύτερο αγοραστή, είναι απαραίτητη η συγκατάθεση του πρώτου αγοραστή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι, κάτι τέτοιο δεν έγινε.

Σημαντικό στοιχείο απόδειξης των ως άνω αναφερομένων, είναι επίσης το περιεχόμενο της ιστοσελίδας της ίδιας της Εφεσίβλητης 1 Εταιρείας (Τεκμήριο 10), όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα της καταχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο και τα δικαιώματα που πηγάζουν από αυτήν, και το οποίο παραθέτω κάτωθι αυτολεξί:

10) How long after delivery can I expect to receive my title deeds?

Title Deeds generally take a minimum of two to four years depending on the property purchase. This does not mean that you cannot sell your property at any time before that. From the minute your contract of sale is registered at the land registry department the property is officially yours and you can sell your property the next minute.”

Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι οι Εφεσείοντες απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το πωλητήριο έγγραφο αναφορικά με την επίδικη οικία καταχωρήθηκε δεόντως στο Κτηματολόγιο και, συνεπώς, αυτό τους κατέστησε τους νόμιμους ιδιοκτήτες, κατά το δίκαιο της επιείκειας, της εν λόγω οικίας.

Επομένως, λανθασμένα κατά την ταπεινή μας θέση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν απαιτείτο η συγκατάθεση του Εφεσείοντα προτού οι Εφεσίβλητοι να προβούν στην επίδικη συναλλαγή, ήτοι την πώληση της εν θέματι οικίας στην Εφεσίβλητη 4, εφόσον αυτό αντίκειται στην πάγια και καλά θεμελιωμένη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή αναιτιολόγητα και/ή όχι επαρκώς αιτιολογημένα αποφάσισε ότι «η παρούσα διαδικασία δεν είναι η κατάλληλη για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν οι παραπονούμενοι είναι «δυνητικά ιδιοκτήτες» του ακινήτου (σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας) ή όχι» και ότι «η καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης είναι πρόωρη» (σελ. 20).

Ως εξηγείται και ανωτέρω, είναι η θέση μας ότι, το εάν οι Εφεσείοντες είναι ή όχι ο δικαιούχοι ιδιοκτήτες του ακινήτου μπορεί να καθοριστεί με την απόδειξη κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, γεγονός που αυτόματα τους καθιστά με βάση τη νομολογία, ιδιοκτήτες του ακινήτου σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας. Η κατάθεση αυτή στην προκειμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί εφόσον η μαρτυρία του Κτηματολογικού Λειτουργού, κ. Πετεινάρη ο οποίος το επιβεβαίωσε δια της μαρτυρίας του, έχει γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο.

Επομένως, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, μη αποδεχόμενο την θέση των Εφεσειόντων ότι έχουν καταστεί δυνητικά ιδιοκτήτες της εν θέματι οικίας, δεν έλαβε υπόψη του σε ικανοποιητικό βαθμό μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του η οποία αποδείκνυε αναμφισβήτητα τη θέση αυτή.

Τέλος, με την εν λόγω απόφαση το Πρωτόδικο Δικαστήριο συγκρούεται με προγενέστερη απόφαση του αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως ζήτημα, όπου αποφάσισε ότι συνυπάρχουν όλα τα στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα.


Είναι περαιτέρω θέση των Εφεσειόντων ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα απεφάνθη ότι η μαρτυρία που είχε ενώπιον του δεν αποδείκνυε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, ήτοι τον σκοπό της καταδολίευσης.

Ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη και/ή εσφαλμένα αξιολόγησε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και δια της οποίας αποδεικνύετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή υπό τις περιστάσεις έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση του δικαιούχου ιδιοκτήτη της επίδικης κατοικίας.

Περαιτέρω, το Πρωτόδικο Δικαστήριο περιέπεσε σε πλάνη όσον αφορά τον χρόνο του σκοπού καταδολίευσης, κρίνοντας ότι ο σκοπός της καταδολίευσης των κατηγορούμενων έπρεπε να υφίσταται κατά το χρόνο κατάθεσης του Συμβολαίου στο Κτηματολόγιο από τους παραπονούμενους.

Αποτελεί ταπεινή μας πεποίθηση ότι το Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του για το χρόνο που έγινε η εν λόγω «συναλλαγή». Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν έδωσε καθόλου και/ή τη δέουσα βαρύτητα στο Τεκμήριο 8, στην ύπαρξη του οποίου δεν γίνεται καμία αναφορά στην απόφαση του, το οποίο φέρει τον τίτλο “Legal Undertakings to sell and purchase” και αποτελεί σύμβαση μεταξύ της Εφεσίβλητης 1 Εταιρείας και της Εφεσίβλητης 4. Το Τεκμήριο 8 αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σχετικά:

B. Whereas the 1st Party has sold the above stated property to a third pαrty

4. Whereas the 2nd Party hereby undertakes to purchase the aforesaid property from the 1st Party within thirty days, commencing form the date of cancellation and withdrawal of the contract of sale of the third party, which is presently registered at the land registry department in relation to the property as more particularly stated herein.

11. It is agreed between the Parties that in the event that the contract of sale of the Third Party is not removed and or cancelled from the register of the land registry department by the 30th of December 2010 the following options may be exercised by the 2nd Party…”.

Είναι η θέση μας ότι, τα πιο πάνω αποδεικνύουν τόσο την ύπαρξη γνώσης από τους Εφεσίβλητους περί την πώληση του εν λόγω ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο όσο και την υποχρέωση ακύρωσης του σχετικού πωλητηρίου εγγράφου προγενέστερα της πώλησης του εν θέματι ακινήτου εκ νέου σε άλλο πρόσωπο.

Επιπλέον, αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί και η ύπαρξη επιστολών προς την Εφεσίβλητη 4 δια τις οποίες οι Εφεσείοντες, τόσο προσωπικά όσο και διά μέσω των δικηγόρων τους, της γνωστοποιούσε ότι αυτοί είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της επίδικης οικίας. Συγκεκριμένα, οι Εφεσείοντες απέστειλαν την ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 19.3.2007 (Τεκμήριο 5) και κατόπιν τούτου την επιστολή ημερομηνίας 17.5.2007 δια μέσω των τότε δικηγόρων τους, Αντώνης Ανδρέου & Σια, (Τεκμήριο 6) η οποία επιδόθηκε προσωπικά στην Κατηγορουμένη 4 στις 19.5.2007, το περιεχόμενο των οποίων είναι αυτόδηλο.

Ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, εξ όσων αναφέρονται πιο πάνω και με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι Εφεσείοντες κατάφεραν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι, οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή εύλογα υπό τις περιστάσεις θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι δεν μπορούσαν να συναλλάτονται με το επίδικο ακίνητο, ήτοι να καταρτίσουν την πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία (Τεκμήριο 8) αναφορικά με το εν θέματι ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση των Εφεσειόντων καθότι είχε καταχωρηθεί δεόντως εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1).

Περαιτέρω, ο σκοπός της καταδολίευσης αποδεικνύεται και δια του Τεκμηρίου 14 το οποίο προσκόμισε ο κ. Πιττάτζιης, ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου ως μάρτυρας της υπεράσπισης, και το οποίο έγγραφο αποτελεί επιστολή ημερομηνίας 10/4/06 και αναφέρει στους Εφεσείοντες, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«…Even for any reason in the end of the day it is decided that they had no legal ground to cancel it due to your behavior they do not want you in their property and they hereby notify you that they are not willing to complete the house and deliver it to you.»…

Πέραν του πιο πάνω αποσπάσματος, είναι η θέση μας ότι προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου του Τεκμηρίου 14 ότι, οι Εφεσίβλητοι 1, 2 και 3 δεν είχαν σκοπό να παραδώσουν την επίδικη οικία στους Εφεσείοντες, και ότι παράνομα το πώλησαν και/ή το έδωσαν προς χρήση στην Εφεσίβλητη 4, η οποία και γνώριζε ότι η οικία ανήκε στους Εφεσείοντες.

Ενώ λοιπόν οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και ή όφειλαν υπό τις περιστάσεις να γνωρίζουν ότι, οι Εφεσείοντες είχαν καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο και ότι μόνο το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει το νόμιμο ή όχι του τερματισμού του πωλητηρίου συμβολαίου και συνακόλουθα τη δέσμευση του από αυτό, αυτοί προχώρησαν κατά παράβαση του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα σε συναλλαγή επί του επίδικου ακινήτου, χωρίς τη συγκατάθεση των Εφεσειόντων, οι οποίοι είχαν καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο, ακριβώς για τον σκοπό εξασφάλισης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επί του ακινήτου και για την αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων όπως αυτών στις οποίες περιέπεσαν. Είναι ξεκάθαρο ότι η Εφεσίβλητη 4 δεν θα μπορούσε να αγοράσει ή να χρησιμοποιήσει το ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση των νόμιμων ιδιοκτητών, οι οποίοι είναι οι Εφεσείοντες.

Περαιτέρω, αναφορικά με τη φύση της μαρτυρίας που είναι ικανή να αποδείξει την ένοχη γνώση (mens rea) ενός Κατηγορουμένου για ένα επίδικο θέμα, σχετική είναι η υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους v Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 22 όπου αποφασίστηκε το εξής:

“Ορθά επισήμανε το Κακουργιοδικείο ότι η ένοχη γνώση είναι κάτι που συνήθως συμπεραίνεται από τα γεγονότα. Οι «κρυφοί» λογαριασμοί, όπως χαρακτηρίστηκαν από το Κακουργιοδικείο, έδειχναν την ένοχη γνώση του εφεσείοντα και των λοιπών συγκατηγορουμένων του”.

Σε άλλο σημείο της ίδιας υπόθεσης το Δικαστήριο τόνισε τα εξής:

“Εξετάσαμε με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση και καταλήγουμε ότι η απόφαση του Κακουργιοδικείου, ότι ο εφεσείων όταν εξέδιδε το σχετικό πιστοποιητικό στο οποίο βασίστηκε η αίτηση Α716/00, το έπραττε γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ψευδές, είναι ορθή. Η παρατήρηση του Κακουργιοδικείου ότι η γνώση δεν είναι κάτι που μπορεί να αποδεικνύεται πάντοτε με άμεση μαρτυρία αλλά εξυπακούεται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης υποστηρίζεται από τη νομολογία και συγγράμματα στα οποία αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο (βλ. Youssef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 289, 295 και Archbold Criminal Pleadings Evidence and Practice 36η έκδοση, σελ. 364, παραγρ. 10-10).

Συνεχίζοντας το Δικαστήριο ανέφερε:

“Στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, 219 λέχθηκε ότι «η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν είναι κάτι που συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης”.

Κατά την ταπεινή μας άποψη το βάρος της μαρτυρίας που έχει προσκομιστει από τους Εφεσείοντες ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι τέτοιο, που αποδεικνύει ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν είχαν την συγκατάθεση των Εφεσειόντων για να συναλλάσσονται για την ακίνητη περιουσία των Εφεσειόντων, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν ότι οι Εφεσίβλητοι δεν προσήψαν οποιαδήποτε ικανά στοιχεία ώστε να την αντικρούσουν, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η ένοχη γνώση των Εφεσίβλητων έχει αποδειχθεί. Τα επί μέρους γεγονότα και περιστατικά όπως τα ανέδειξε και απέδειξε η Κατηγορούσα Αρχή με την μαρτυρία της, είναι ικανά, ορώμενα εις την ολότητα τους, να οδηγήσουν κάθε Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν υπό τις περιστάσεις ότι, όταν συναλλάσσονταν με το ακίνητο των Εφεσειόντων, δεν είχαν την συγκατάθεση τους να πράξουν κάτι τέτοιο. Συνεπώς στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε όλα αυτά τα γεγονότα ή τις περιστάσεις, βάσει των οποίων οι Εφεσίβλητοι όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν είχαν την συγκατάθεση των Εφεσειόντων για να συναλλάσσονται με την ακίνητη τους περιουσία, σε συσχετισμό με το γεγονός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν προσήψαν οποιαδήποτε μαρτυρία για να αντικρούσουν την απόδειξη των εναντίον τους αυτών ενοχοποιητικών γεγονότων και περιστατικών, τότε το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας τον σκοπό καταδολίευσης των Εφεσίβλητων.

Συνεπώς, είναι η θέση μας την οποία ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και/ή ερμήνευσε λανθασμένα την παράγραφο 3 του Άρθρου 303 Α του Ποινικού Κώδικα, όπου παρατίθεται και/ή επεξηγείται η έννοια του «σκοπού της καταδολίευσης».


Είναι περαιτέρω η θέση μας ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένη αξιολόγηση της ένορκης μαρτυρίας του Εφεσείοντα 1.

Συγκεκριμένα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι ο μάρτυρας «προσήλθε στο εδώλιο μόνο για να πει τη δική του εκδοχή και θέση και όχι για να διαφωτίσει το Δικαστήριο επί όλων των πτυχών και πλευρών της υπόθεσης» (σελ. 19).

Το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε καθόλου και/ή σε ικανοποιητικό βαθμό την αξιοπιστία του Εφεσείοντα 1, δίνοντας λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα υπέρμετρη βαρύτητα στο γεγονός ότι σε κάποιες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας αρνήθηκε να απαντήσει και/ή απάντησε ότι αυτές αφορούσαν νομικό θέμα που θα απαντούσε ο δικηγόρος του στη συνέχεια.

Είναι η θέση μας ότι το Σεβαστό Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα έκρινε ότι ο μάρτυρας δεν είναι αξιόπιστος, εφόσον το συμπέρασμα αυτό δεν συνάδει και/ή είναι αντίθετο με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που έχουν κατατεθεί.


Κατά την ταπεινή μας πεποίθηση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα την επιλογή των Εφεσιβλήτων να μην καταθέσουν είτε ενόρκως είτε να προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου.

Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τέθηκε ως επίδικο θέμα η ένοχη γνώση των Εφεσίβλητων, γεγονός για το οποίο τέθηκε ισχυρή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου υπό των Εφεσειόντων, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε καθόλου υπόψη την άρνηση των Εφεσίβλητων να προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε εσφαλμένα την άρνηση των Εφεσίβλητων, χωρίς την παροχή οιασδήποτε αιτιολογίας επ’ αυτού, να καταθέσουν ενόρκως δια να δώσουν κάποια εξήγηση σχετικά με το κατά πόσο γνώριζαν ή όχι ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση των παραπονουμένων για να συναλλάσσονται με το επίδικο ακίνητο, ιδιαίτερα αφού τέτοια εξήγηση ενέπιπτε στη δική τους αποκλειστική γνώση.

Το Σεβαστό Δικαστήριο αγνόησε τα όσα αναφέρθηκαν δια της γραπτής αγόρευσης των Εφεσειόντων αναφορικά με το ζήτημα αυτό και δεν έδωσε καθόλου και/ή επαρκή αιτιολογία δια τους λόγους που απέρριψε τη θέση των Εφεσειόντων.

Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει κάθε δικαίωμα να μην δώσει ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του Κατηγορουμένου και απλά να προβεί είτε σε ανώμοτη δήλωση, ή ακόμη και να μην αναφέρει τίποτα στο δικαστήριο, αφήνοντας την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την υπόθεση της, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός Κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας.(βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic (1978) 2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195).

Παρόλα αυτά, προκύπτει από τη νομολογία ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν του στην ετυμηγορία του, το γεγονός της άρνησης του Κατηγορουμένου να δώσει ένορκη μαρτυρία στο δικαστήριο.

Σχετική είναι η υπόθεσηVrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, στην οποία το δικαστήριο κάνοντας μια αναδρομή στην Αγγλική νομολογία επί του θέματος, δήλωσε ότι:

“In the light of all the foregoing we have no hesitation in holding that Appellant 1 was rightly convicted of the premeditated murder of his wife. In this respect it is to be noted that at his trial Appellant 1 chose, as it was his right to do, not to give evidence on oath, but to make an unsworn statement from the dock; he stated, inter alia, that he was innocent and that he had no reason to kill his wife. Without, in the least, departing from, or doubting, the principle that it is not to be expected of an accused person to prove his innocence, but it is up to the prosecution to establish his guilt beyond reasonable doubt, we are of the view that the failure of Appellant 1, as an accused, to give evidence in his own defense is a factor related, in the circumstances of the present case, to the issue of his guilt.”

Επίσης, στην υπόθεση R. v. Corrie and Watson ([1904] 68 J.P. 294), το Δικαστήριο επικυρώνοντας την καταδίκη του Κατηγορουμένου για την κατηγορία του παράνομου στοιχήματος δήλωσε χαρακτηριστικά:

I agree that no inference ought to be drawn in support of a weak case on the ground that the defendants were not called to give evidence; but where transactions are proved which are capable of an innocent explanation, and if the defendants could have given it, and there is prima facie evidence that the person is carrying on an illegal business, I do not think it improper for the jury to draw a conclusion from the fact that the defendants were not called”.

Πρόσθετα, μια κατατοπιστική απόφαση η οποία επεξηγεί ποιά θα πρέπει να είναι εκείνα τα γεγονότα ή χαρακτηριστικά μιας υπόθεσης τα οποία θα οδηγήσουν το δικαστήριο να συνυπολογίσει στο πόρισμα της ενοχής, την άρνηση του Κατηγορουμένου να καταθέσει ενόρκως, είναι η R. v. Burdett [1820] 4 B. and Ald. 95, at p. 120)’ όπου αναφερθήκαν τα εξής:

No person is to be required to explain or contradict until enough has been proved to warrant a reasonable and just conclusion against him, in the absence of explanation or contradiction; but when such proof has been given, and the nature of the case is such as to admit of explanation or contradiction if the conclusion to which the prima facie case tends be true, and the accused offers no explanation or contradiction, can human reason do otherwise than adopt the conclusion to which the proof tends?” .

Περαιτέρω, στην πρόσφατη υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους v Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 22 το δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω το νομικό καθεστώς που διέπει την άρνηση του κατηγορουμένου να δώσει ένορκη κατάθεση και να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες όπου επίδικο θέμα είναι η ένοχη γνώση (mens rea) του κατηγορουμένου:

Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic (1978) 2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση”.

Το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από την μελέτη των πιο πάνω αποφάσεων είναι ότι το Δικαστήριο όταν έχει ενώπιον του κάποια υπόθεση στην οποία η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε τέτοια στοιχεία, τα οποία αποτελούν ικανοποιητική μαρτυρία για την απόδειξη της ενοχής του Κατηγορουμένου, σε συσχετισμό και με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία, ενώ τούτο ήταν επιβεβλημένο βάσει των γεγονότων της υπόθεσης, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να προσανατολιστεί προς την έκδοση απόφασης ενοχής εναντίον του Κατηγορουμένου. Τα γεγονότα που επιβάλλουν την παροχή ένορκης κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να αφορούν ένα επίδικο θέμα για το οποίο ο Κατηγορούμενος μπορεί να δώσει κάποια εξήγηση ή διευκρίνηση, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου ο Κατηγορούμενος έχει άμεση και αποκλειστική γνώση για το συγκεκριμένο θέμα.

Ενόψει των ως άνω αναφερομένων, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με την επιλογή των Εφεσίβλητων να μην καταθέσουν ενόρκως και να μην προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου.


Είναι η θέση μας ότι, οι Εφεσείοντες κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να αποδείξουν ότι οι Εφεσίβλητοι είναι ένοχοι δια την διάπραξη του αδικήματος της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο.

Ως εκ των όσων αναφέρονται πιο πάνω, οι Εφεσείοντες αιτούνται την ακύρωση της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης ως εσφαλμένης, με έξοδα υπέρ των Εφεσειόντων.


Δικηγόροι Εφεσειόντων

Καταχωρήθηκε την / / 2011

Αντίγραφο στάληκε για επίδοση την ίδια μέρα στους κ.κ.:

1. Christoforos Karayiannas & Sons Ltd

φ/δι κον Χριστόφορο Καραγιαννά

Οδός Γρίβα Διγενή αρ.152, Παραλίμνι – τηλ.99637751

2. κον Χριστόφορο Καραγιαννά

Οδός Γρίβα Διγενή αρ.152, Παραλίμνι – τηλ.99637751

3. Κον Μάριο Καραγιαννά

Οδός Οδυσσέα Ελύτη αρ.7

Φρέναρος, Αμμόχωστος – τηλ.99430914

4. Κα Michelle McDonald

Αμμοχώστου αρ.48,

Άγιος ΣέργιοςComplex, Κατοικία αρ.30

Φρέναρος Αμμόχωστος

γραπτές παρατηρήσεις με Γιάννος Γ Γεωργιάδη 365/2006

ΚΛΙΜΑΚΑ:€500.000 – €2.000.000


ΑΓΩΓΗ ΑΡ. 365/06





1. Cornelious Desmond O’Dwyer, εξ Αγγλίας
2. Michaella Margaret O’Dwyer, εξ Αγγλίας



ΑΓΩΓΗ ΑΡ. 365/06




1. Cornelius Desmond O’Dwyer, εξ Αγγλίας
2. Michaela Margaret O’Dwyer, εξ Αγγλίας




Προβαίνω στην παρούσα γραπτή αγόρευση προς υποστήριξη των θέσεων των πελατών μας, Εναγομένων 1 & 2 στην παρούσα αγωγή.

Τα γεγονότα της υπόθεσης φαίνονται στα δικόγραφα και την μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον σας κατά την ακρόαση της υπόθεσης και ένα συντομία έχουν ως ακολούθως:


Ο κος Cornelius Desmond O’Dwyer (Εναγόμενος 1) και η κα Michaella Margaret O’Dwyer (Εναγόμενη 2) από την Αγγλία, είναι παντρεμένοι και έχουν δύο μικρά παιδιά.

Περίπου τον Μάιο του 2005 απεφάσισαν να πωλήσουν το σπίτι τους στην Αγγλία και να μετακομίσουν στην Κύπρο για μια καλύτερη ζωή, όπως έκαναν πάρα πολλοί Άγγλοι, ιδιαίτερα πριν να επέλθει οικονομική ύφεση στο νησί. Ο στόχος τους ήταν να πάρουν ένα ανεξάρτητο σπίτι περίπου ΛΚ170.000,00 στις ελεύθερες περιοχές Αμμοχώστου, με κήπο και πισίνα σε μια οικιστική περιοχή. Ένας κτηματομεσίτης τους σύστησε την εταιρεία των Εναγόντων ως μία αξιόπιστη εταιρεία, στην οποία θα μπορούσαν να βασιστούν για να αγοράσουν το σπίτι που ζητούσαν. Αφού είδαν διάφορα σπίτια, τελικά επέλεξαν το επίδικο σπίτι, το οποίο, ως τους εξήγησαν και ως φαινόταν από τα σχέδια που τους παρουσίασαν, ήταν γωνιακό, στην δεξιά του πλευρά συνόρευε με δρόμο και στην απέναντι πλευρά του δρόμου θα υπήρχε μια ανάπτυξη από τους Ενάγοντες με ισόγειες κατοικίες, κατά τρόπο που να μην επηρεάζεται η ιδιωτική ζωή των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι ικανοποιήθηκαν με αυτή την επιλογή και έτσι προχώρησαν και υπέγραψαν σχετικό συμβόλαιο για την αγορά του ακινήτου, ημερομηνίας 23 Αυγούστου 2005, Τεκμήριο 4 στην παρούσα αγωγή. Το εν λόγω συμβόλαιο υπογράφτηκε εκ μέρους των Εναγομένων από την δικηγόρο Μάριον Κάρτερ του δικηγορικού γραφείου Κάρτερ & Κλαΐδης και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου με σκοπό την προστασία των δικαιωμάτων των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι κατέβαλαν τμηματικά στους Ενάγοντες το συνολικό ποσό των ΛΚ66.000,00. Τα ποσά αυτά οι Εναγόμενοι τα πήραν από δάνειο μετά από υποθήκη που έβαλαν στο σπίτι τους στην Αγγλία, μέχρι αυτό να πουληθεί. Οι Εναγόμενοι δεν χρειάστηκε να υποθηκεύσουν το εν λόγω ακίνητο εδώ στην Κύπρο, εφόσον είχαν όλους τους πόρους που χρειαζόντουσαν για την αγορά του.

Δυστυχώς, ενόψει των αρνητικών εξελίξεων που έχουν προκύψει αναφορικά με αυτή την αγορά, οι Εναγόμενοι κατέληξαν να μην έχουν ούτε σπίτι, αλλά ούτε τα λεφτά τους πίσω. Επιπλέον σπατάλησαν τα λεφτά που είχαν πάρει από την πώληση του σπιτιού τους στην Αγγλία, σε δικηγορικά έξοδα και άλλα έξοδα, ενόψει των πολλών διαδικασιών που ανοίχθηκαν εδώ στην Κύπρο.

Οι Εναγόμενοι ένιωθαν ασφαλείς να προβούν στην εν λόγω αγορά ενόψει του ότι, τόσο οι Ενάγοντες, όσον και οι τότε δικηγόροι τους, τους διαβεβαίωσαν και συμβούλεψαν ότι με την κατάθεση του συμβολαίου στο Κτηματολόγιο αυτοί θα είναι οι ιδιοκτήτες (δικαιούχοι) και ότι εάν θέλουν την επομένη μέρα μπορούν να το πουλήσουν. Οι σχέσεις των Εναγομένων με τους Ενάγοντες ήταν πολύ φιλικές προτού γίνει η πράξη και στις αρχές μετά τη υπογραφή του συμβολαίου και οι Εναγόμενοι είχαν καλή επικοινωνία μαζί τους. Τους είχαν εξηγήσει από την αρχή τα σχέδια τους για μετακόμιση στην Κύπρο, την πώληση του σπιτιού τους στην Αγγλία και ότι τα παιδιά τους θα πήγαιναν σχολείο εδώ στην Κύπρο.

Αναπτύχθηκε μια αλληλογραφία μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων αναφορικά με το κτίσιμο του σπιτιού και των πληρωμών, η οποία αντικατοπτρίζεται σε όλα τα ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ τους και στις επιστολές των δικηγόρων των. Η εν λόγω αλληλογραφία έχει καταχωρηθεί ενώπιον του δικαστηρίου και αποτελούν τεκμήρια της υπόθεσης.

Στις 20 Ιανουαρίου 2006 οι Εναγόμενοι πήραν ένα ηλεκτρονικό μήνυμα από την Michelle Anglou, με φωτογραφίες του σπιτιού και αντιλήφθηκαν ότι υπήρχαν κάποια λάθη στην κατασκευή στο εσωτερικού του σπιτιού. Συγκεκριμένα διαπίστωσαν ότι οι Ενάγοντες δεν είχαν προβεί στις αλλαγές που ζήτησαν να γίνουν οι Εναγόμενοι στην οικία τους. Στις 30 Ιανουαρίου 2006 πήραν ηλεκτρονικό μήνυμα από την Μάριον Κάρτερ, που περιλάμβανε την απόδειξη για την πληρωμή για την ολοκλήρωση του σκελετού και πιστοποιητικό Πολιτικού Μηχανικού για το στάδιο της τοιχοποιίας. Οι Εναγόμενοι μετέφεραν άμεσα το ποσό των ΛΚ26.027.50 στους τότε δικηγόρους τους, τα οποία κατατέθηκαν στον λογαριασμό τους στις 2 Φεβρουαρίου 2006.

Ο Εναγόμενος 1 απεφάσισε να μεταβεί στην Κύπρο για να επιθεωρήσει το σπίτι και να συζητήσει με τους Ενάγοντες για τα λάθη που εντόπισε και έτσι στις 6 Φεβρουαρίου 2006 έφτασε στην Κύπρο και πήγε στο εργοτάξιο την ίδια μέρα. Με μεγάλη του έκπληξη αντιλήφθηκε ότι οι Ενάγοντες προχώρησαν με ανάπτυξη δίπλα από το σπίτι του, κατά τρόπο πολύ διαφορετικό από ότι τους παρουσίασαν ότι θα γινόταν. Κατασκεύασαν τρεις διώροφες κατοικίες στο σημείο δίπλα από την οικία τους, εκεί που θα υπήρχε δρόμος ως φαίνεται, τόσο από το πρόχειρο σχέδιο που τους είχαν δώσει, όσο και από τα σχέδια που επισυνάπτονται στο συμβόλαιο. Η εν λόγω ανάπτυξη θα επηρέαζε την ιδιωτική τους ζωή στον κήπο τους, που ήταν ένα από τα βασικά κριτήρια που τους οδήγησε να αγοράσουν εκείνο το συγκεκριμένο σπίτι και όχι κάποιο άλλο. Από αυτό το σημείο και μετά, είναι έκδηλο ότι ο Εναγόμενος 1 άρχισε να ανησυχεί για την αξιοπιστία των Εναγόντων, καθώς επίσης προειδοποιήθηκε από κάποιο άλλο Άγγλο να είναι προσεκτικός με τον Καραγιαννά. Αυτές οι ανησυχίες του Εναγομένου 1 τον οδήγησαν στο να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός και απεφάσισε να αρχίσει να ηχογραφεί τις συνομιλίες του μαζί τους.

Ο Εναγόμενος 1 αναστατωμένος έσπευσε να συναντήσει τους Ενάγοντες για να ζητήσει εξηγήσεις, αλλά αυτοί δεν δέχτηκαν να τον δουν, διότι ήταν απασχολημένοι. Τον είδε η Michelle Anglou και του έδωσε ένα τοπογραφικό με την νέα ανάπτυξη, όπου διαφάνηκε ότι το καινούργιο τοπογραφικό δεν συμφωνούσε με το παράρτημα Β του συμβολαίου. Τελικά ο Μάριος Καραγιαννάς συνάντησε τον Εναγόμενο 1 την Πέμπτη 9 Φεβρουαρίου 2006 στο επίδικο σπίτι. Την ίδια μέρα η Michelle Anglou του τύπωσε και του έδωσε μια κατάσταση, όπου φαίνονταν οι πληρωμές που έγιναν και οι μελλοντικές πληρωμές (Τεκμήριο 46). Την επομένη στις 10 Φεβρουαρίου 2006 γύρω στις 9:00 το πρωί, συναντήθηκε και πάλι με τον Μάριο Καραγιαννά και την Michelle Anglou. Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 1, ο Μάριος ήταν απότομος και το κλίμα δεν ήταν ευχάριστο. Ο Μάριος του είπε να πάει να συζητήσει το θέμα με την σύζυγο του και να του εισηγηθεί λύσεις για διευθέτηση του θέματος.

Ο Εναγόμενος 1 επέστρεψε στην Αγγλία την ίδια μέρα και ετοίμασε λεπτομερή επιστολή με εισηγήσεις προς επίλυση του θέματος, την οποία απέστειλε στις 13 Φεβρουαρίου 2006 (τεκμήριο 20). Οι Ενάγοντες δεν απάντησαν στην εν λόγω επιστολή των Εναγομένων με σκοπό την εξεύρεση μιας λύσης στο πρόβλημα που παρουσιάστηκε και απλά στις 14 Φεβρουαρίου 2006 ο Μάριος απάντησε ότι ο δικηγόρος τους θα απαντούσε στην εν λόγω επιστολή. Μετά από επίμονες προσπάθειες από τον Εναγόμενο 1 να πάρει απάντηση, την 1η Μαρτίου 2006, οι δικηγόροι των Εναγόντων τους απέστειλαν ηλεκτρονικό μήνυμα (τεκμήριο 24) με το οποίο τους έλεγε τα εξής:
“…We do not consider that our clients are in breach of contract in any way. Our clients have fulfilled their obligations in accordance with the contract terms and at this stage we can only advise that either comply with your obligations as per the contract or cancel the same”.

Είναι έκδηλο ότι οι Ενάγοντες μέσω του δικηγόρου τους έδιναν την επιλογή στους Εναγόμενους, να συνεχίσουν με την υλοποίηση της σύμβασης, η εάν δεν τους αρέσει, να την τερματίσουν. Δεν φαίνεται να προειδοποιούν τους Εναγόμενους για όποιες καθυστερήσεις στις πληρωμές τους για οποιοδήποτε στάδιο, αλλά ούτε τους καλούν γραπτώς όπως προβλέπεται στο συμβόλαιο παράγραφος 3.2, να καταβάλουν τυχόν καθυστερημένες δόσεις μέσα σε 15 μέρες από την ημερομηνία της ειδοποίησης και ότι, εάν δεν το πράξουν, θα τερματίσουν το συμβόλαιο.

Ως αποτέλεσμα αυτής της σύντομης απάντησης των Εναγόντων και της έλλειψης διάθεσης από μέρους τους για επίλυση του προβλήματος, ο Εναγόμενος 1 αναγκάστηκε, παρόλο που ήταν δυσαρεστημένος, να προχωρήσει με την υλοποίηση της συμφωνίας και παράλληλα να δημιουργήσει ιστοσελίδα, στην οποία θα του δινόταν η ευκαιρία να παρουσιάσει την εμπειρία του και τα παράπονα του εναντίον των Εναγόντων. Την ιστοσελίδα τη δημιούργησε στις 4 Μαρτίου 2006 και έβαλε εκεί ένα μικρό κείμενο που περιέγραφε τα γεγονότα. Στις 6 Μαρτίου 2006 ήρθε στην Κύπρο και στις 7 Μαρτίου το 2006, πήγε το πρωί στο γραφείο των Εναγόντων αλλά δεν ήταν εκεί. Μίλησε με την Michelle Anglou και της είπε ότι, παρόλο που ήταν δυσαρεστημένοι δεν θα τερματίσουν το συμβόλαιο. Συνάντησε τους Ενάγοντες τελικά το απόγευμα της ίδιας μέρα και είπε και σε αυτούς ότι ήταν δυσαρεστημένοι, αλλά δεν θα τερμάτιζαν το συμβόλαιο και ότι θα παρουσιάσει την εμπειρία του στην ιστοσελίδα που ετοίμασε με την ονομασία Την επομένη η Μάριον Κάρτερ παρέδωσε στους Ενάγοντες επιταγή με ημερομηνία 8 Μαρτίου 2006, για το ποσό των ΛΚ26.027,50 για την τοιχοποιία, λεφτά τα οποία είχε ήδη λάβει από τους Εναγόμενους από τις 2 Φεβρουαρίου 2006 και τα κρατούσε μέχρι να επιλυθούν τα προβλήματα που είχαν προκύψει μεταξύ των συμβαλλομένων και τα οποία προσπαθούσαν να επιλύσουν μέσω συζήτησης και ανταλλαγής αλληλογραφίας. Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να πάρουν το εν λόγω ποσό και έτσι η Μάριον Κάρτερ παρέδωσε στους δικηγόρους των Εναγόντων στις 14 Μαρτίου 2006, επιστολή μαζί με την επιταγή, η οποία επιστράφηκε και μετά έγινε προσπάθεια επίδοσης της μέσω επιδότη ανεπιτυχώς. (βλέπε τεκμήρια 25 και 26).

Στις 9 Μαρτίου 2006 οι Μάριος Καραγιαννάς και ο πατέρας του Χριστόφορος Καραγιαννάς κτύπησαν τον Εναγόμενο 1 και του κατάστρεψαν την κάμερα του.
Την ίδια μέρα ο δικηγόρος των Εναγόντων απέστειλε επιστολή στους Εναγόμενους (τεκμήριο 9), σύμφωνα με την οποία τους ανακοινώνει ότι οι πελάτες του ακυρώνουν το συμβόλαιο και ότι, ακόμη και εάν διαφανεί ότι δεν νομιμοποιούνται να το ακυρώσουν, δεν επιθυμούν να τελειώσουν το σπίτι και να τους το παραδώσουν.

Στις 10 Μαρτίου 2006 ο Εναγόμενος 1 πήγε στο γραφείο του τότε δικηγόρου τους Ανδρέα Κλαΐδη για συμβουλές και στις 11 Μαρτίου 2006 επέστρεψε στην Αγγλία και αντικατέστησε το κείμενο που είχε ανεβάσει στην ιστοσελίδα του υπό μορφή ημερολογίου, με μια γενική δήλωση (τεκμήριο 67), η οποία παρέμεινε εκεί μέχρι τις 24 Φεβρουαρίου 2007, όπου και επανέφερε το κείμενο που είχε αρχικά τοποθετήσει και μετέπειτα ενημέρωνε την ιστοσελίδα ανάλογα με τις εξελίξεις.

Στις 9 Ιουνίου 2006 καταχωρήθηκε η εν λόγω αγωγή, μέσω της οποίας οι Ενάγοντες ζητούν τον τερματισμό του συμβολαίου και αποζημιώσεις για παράβαση συμβολαίου, καθώς επίσης ζητούν αποζημιώσεις για δυσφήμιση για την περίοδο 7 Μαρτίου 2006 μέχρι την 15 Μαρτίου 2006. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση δια της οποίας ζητούν δήλωση ότι το συμβόλαιο δεν έχει τερματιστεί, ειδική εκτέλεση και αποζημιώσεις και διαζευκτικά αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, ειδικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις.

Το 2007 οι Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν με μεγάλη τους έκπληξη, ότι το σπίτι τους πουλήθηκε σε άλλο πρόσωπο τον Μάιο του 2007, στην Michelle McDonald.

Το 2008 όταν επισκέφθηκε το σπίτι του για να βγάλει φωτογραφίες για σκοπούς παρουσίασης τους ως τεκμήρια στην παρούσα υπόθεση, ο Εναγόμενος 1 κτυπήθηκε από τον Μάριο Καραγιαννά, τον πατέρα του Χριστόφορο Καραγιαννά και από άλλο τρίτο πρόσωπο, με αποτέλεσμα να παραμείνει 6 μέρες στο Νοσοκομείο. Για αυτό το αδίκημα καταδικάστηκαν σε 12 μήνες φυλάκιση με αναστολή, για το οποίο εκκρεμεί Έφεση εναντίον της αναστολής. Αρκετά από τα δημοσιεύματα που ανέβασε ο Εναγόμενος 1 στο διαδίκτυο περί τα μέσα του Φεβρουαρίου 2007, δεν είναι επίδικα και αφορούσαν τους ξυλοδαρμούς του, την πώληση του σπιτιού του σε τρίτο άτομο και την καθυστέρηση που προέκυπτε στις διαδικασίες σε σχέση με την προστασία των δικαιωμάτων του.

Στο στάδιο της ακρόασης οι Εναγόμενοι δήλωσαν ότι ζητούν αποζημιώσεις και όχι ειδική εκτέλεση, ενόψει του ότι, μετά την επιστολή του δικηγόρου Γιώργου Πιττάτζιη εκ μέρους της Michelle McDonald, ημερομηνίας 30/5/2007, ότι αυτή αγόρασε το σπίτι καλή τη πίστη και δεν επιθυμούσε να φύγει από μέσα και ότι δεν είχαν βάση αγωγής εναντίον τους, έτσι εγκατέλειψαν την πρόθεση τους να διεκδικήσουν ειδική εκτέλεση από εκείνο το σημείο και μετά.

Ενώπιον σας έδωσαν μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόντων ο Μάριος Καραγιαννάς, ο Σάββας Κυριάκου ειδικός ηλεκτρονικών υπολογιστών, ο Χριστόφορος Καραγιαννάς, ο Χριστόδουλος Χρίστου πολιτικός μηχανικός, ο Νέστωρας Νικηφόρου δικηγόρος, ο Μάριος Σάββας μεταφραστής, η Michelle Anglou πρώην υπάλληλος των Εναγόντων, ο Anthony Kay ιδιοκτήτης της εταιρείας Sold On Cyprus, ο Κωνσταντίνος Τσαγγαράς πρώην υπάλληλος της BuySell και η Βαρναβούλλα Καραγιαννά. Για τους Εναγόμενους έδωσαν μαρτυρία οι Εναγόμενοι 1 και 2 και ο κύριος Χαράλαμπος Πετρίδης, ειδικός εκτίμησης ακινήτων.

Είναι εμφανές ότι οι Ενάγοντες δεν ήρθαν ενώπιον του δικαστηρίου για να πουν την αλήθεια και προσπάθησαν μέσω της μαρτυρίας τους να παραπλανήσουν το δικαστήριο και να δημιουργήσουν εντυπώσεις, δια μέσων υπερβολών και ψευδομαρτυρίας.

Οι Εναγόμενοι παρουσίασαν τα γεγονότα όπως πραγματικά εξελίχθηκαν, τεκμηριώνοντας τους ισχυρισμούς τους με αποδεικτικά στοιχεία.

Ο ισχυρισμός των Εναγόντων ότι νομιμοποιούνται να τερματίσουν την συμφωνία πώλησης λόγω παράβασης της συμφωνίας από τους Εναγόμενους και συγκεκριμένα επειδή παρέλειψαν να καταβάλουν δύο πληρωμές στους Ενάγοντες, αυτή της τοιχοποιίας και αυτή του επιχρίσματος, είναι τόσο έκδηλα ανυπόστατη, που θεωρώ ότι δεν είναι καν αναγκαίο να καταβάλω μεγάλη προσπάθεια να πίσω το Δικαστήριο προς αυτή την κατεύθυνση.

Απλά θεωρώ σκόπιμο να τονίσω ότι σε καμία περίπτωση, όπως παραδέχθηκαν και οι ίδιοι οι Ενάγοντες, δεν έστειλαν την προειδοποίηση που προβλέπει το Άρθρο 3.2, της σύμβασης.

Το αντίθετο, οι Ενάγοντες με επιστολή τους ημερομηνίας 1η Μαρτίου, παρακίνησαν τους Εναγόμενους, είτε να προχωρήσουν με την αγορά του ακινήτου, ή να το τερματίσουν εάν ήθελαν οι Εναγόμενοι.

Υπάρχει σωρεία αποφάσεων που καταπιάνεται με το θέμα του τερματισμού πωλητηρίου εγγράφου και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δύναται ένα μέρος να τερματίσει ένα συμβόλαιο. Ως φαίνεται από την νομολογία, ακόμα και στην περίπτωση που υπάρχει καθυστέρηση στην πληρωμή κάποιου ποσού κατά παράβαση της σύμβασης, αυτό από μόνο του δεν νομιμοποιεί τον τερματισμό του συμβολαίου, αλλά χρειάζεται ο συμβαλλόμενος να καταστήσει πρώτα τον χρόνο πληρωμής ως ουσιώδη όρο της συμφωνίας. Σχετικές με αυτή την αρχή είναι οι πιο κάτω υποθέσεις:

Στην υπόθεση IRIS DEVELOPMENT LTD v. ΤΑΚΗ ΛΑΖΑΡΙΔΗ, ημερ. 25/9/2000, Πολιτική Έφεση αρ.10180, αναφέρονται τα εξής στην σελίδα 1510:
«Το άρθρο 55(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 προβλέπει ότι αν ένας από τους συμβαλλόμενους αναλάβει υποχρέωση να προβεί σε ορισμένες ενέργειες εντός ορισμένου χρόνου και παραλείψει να πράξει τούτο, το μέρος της σύμβασης που δεν εκπληρώθηκε ακόμα καθίσταται ακυρώσιμο κατ’ εκλογή του άλλου μέρους αν πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν να καταστήσουν το χρόνο ουσιώδη όρο της σύμβασης. Παρόμοια πρόνοια υπάρχει και στον Ινδικό Περί Συμβάσεως Νόμο και στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9η Έκδοση, στη σελ.386, διαβάζουμε τα ακόλουθα:
«… Courts of Equity have introduced a presumption, chiefly, if not wholly applied, in cases between vendors and purchases of land, that time is not of the essence of contract.»

Επίσης στην υπόθεση PARASKEVAS & OTHER v. LANTAS (1988) 1 CLR, 285, σελ.290-291, λέχθηκαν τα εξής:
«In his reasons for judgment the trial Judge explains that the time of payment of the installments was of the essence and, consequently, the failure of the purchasers to meet stipulations regulating the payment of the installments, entitled the vendor to terminate the contract. It is evident that in so holding the Judge misinterpreted the decision of the Supreme Court in Charalambous v. Vakana (1982) 1 CLR 310 (the Judgment of the Court was given by Stylianides, J.), and case cited therein, and failed to appreciate that equity has superseded the common law rule that contractual stipulations effecting payment are of the essence of the agreement. Now the rule is that time stipulations of the agreement unless they are so declared to be for reasons mutually in the contemplation of the contracting parties. The same principles govern the application of s.55 of the Indian Contract Act, 43 1 A.26 and Stickney v. Keeble and Another (1915) A. C. 386). In this case not only the parties did not make the time of payment of the purchase price of the essence of the agreement but, on the contrary, they made provision of the payment of interest, a fact in itself suggestive that time was not intended to be of the essence. Therefore, time was not initially of the essence of the contract as indeed counsel for the respondent candidly acknowledged. Was, then, the time of payment made of the essence by the subsequent notice of the vendor? »

(Βλέπε και Melaisi v. Georghiki Eteria (1979) I CLR 748, Stickney v. Keeble and another (1915) A.C. 386, Smith v. Hamilton (1950) 2 All E.R. 928 και Jamshed Khodaram Irani v. Burjorji Dhunjibhai (1915) 32 T.L.R. 156).
Στην Pollock & Mulla (ανωτέρω) αναφέρεται ότι, και όπου ο χρόνος δεν είναι ουσιώδεις, μπορεί να καταστεί τέτοιος, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (σελ.389):
«Even in the case of sale of land, time can be made of the essence of the contract by giving a notice to the other side guilty of undue delay to perform the contact in the reasonable time. This can also be done in a contract the stipulation of time as the essence has been waived».

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω διαφαίνεται ότι, στην παρούσα υπόθεση υπήρχε επιλογή στους πωλητές να καταστήσουν τον χρόνο καταβολής οποιασδήποτε από τις δόσεις ως ουσιώδη όρο, βάσει του άρθρου 3.2 της Σύμβασης, όμως σε καμία περίπτωση δεν έπραξαν κάτι τέτοιο. Επίσης σε σχέση με την καταβολή της δόσης που αφορά το επίχρισμα, ούτε καν ενημερώθηκαν οι Εναγόμενοι ότι θα έπρεπε να την καταβάλουν και σε σχέση με τα λεφτά για την τοιχοποιία, φαίνεται ότι εκκρεμούσε λόγω των διαφορών που είχαν προκύψει. Οι Ενάγοντες όφειλαν με γραπτή ειδοποίηση να καταστήσουν τον χρόνο πληρωμής αυτής της δόσης ως ουσιώδη, πάντοτε σύμφωνα με τους όρους του συμβολαίου, προτού προχωρήσουν με τερματισμό.

Η επιστολή του δικηγόρου τους ημερομηνίας 9 Μαρτίου και η μεταγενέστερη πώληση του ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο, αποτελεί παράβαση του συμβολαίου και οι Εναγόμενοι δικαιούνται αποζημιώσεις.


Οι Εναγόμενοι μέσω της ανταπαίτησης τους διεκδικούν:
(α) αποζημιώσεις που προκύπτουν από την διαφορά μεταξύ της τιμής πώλησης των ΛΚ163.000,00 και της αγοραίας αξίας του ακινήτου, ήτοι €119.698,00
(β) την επιστροφή του ποσού των ΛΚ66.000,00 (€112.767,69), πλέον νόμιμο τόκο
(γ) €18.000,00 πραγματικά έξοδα, που αφορούν πτήσεις, διαμονή, διατροφή, ενοίκια αυτοκινήτων και άλλα, ως φαίνεται στον πίνακα που έχω ετοιμάσει και επισυνάπτεται στην Αγόρευση μου ως ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ Α
(δ) GBP 75.483,00 (€93.372,19) δια ενοίκια για τη διαμονή τους στην Αγγλία
(δ) €2.562,90 ως δικηγορικά έξοδα για την ετοιμασία του συμβολαίου
(ε) τιμωρητικές αποζημιώσεις, έξοδα, νόμιμο τόκο και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνει ως εύλογη και δίκαιη το Δικαστήριο
(στ) δικηγορικά έξοδα και τόκους

Η αγοραία αξία του ακινήτου σύμφωνα με την νομολογία υπολογίζεται κατά την ημερομηνία παράβασης, ή σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη ημερομηνία, όπου αποκρυσταλλώνεται ότι το αναίτιο μέρος σταμάτησε να επιμένει σε ειδική εκτέλεση.
Αναφορικά με τις αποζημιώσεις που δικαιούται το αναίτιο μέρος να λάβει μετά από παράβαση συμβολαίου, σχετικά είναι τα πιο κάτω:

Το περίγραμμα Chitty on Contracts 30th ed., Volume 1 – General Principles, paragraph 26-091, αναφέρει τα εξής:
«Full details of the damage recoverable for breaches of contracts relating to the sale of lease of land (including breaches of the covenants in a conveyance or lease) should be sought elsewhere. In respect of contracts made after September 27. 1989 the restrictive rule in Bain v Fothergill (which limited the vendor’s liability) no longer applies. Thus, a vendor who breaks his contract by failing to convey the land to the purchaser is liable to damages for the purchaser’s market value of the property at the fixed time for completion (or at a later time so long as it was reasonable for the purchaser to continue to seek performance, less the contract price. The purchaser may claim the loss of profit he intended to make from a particular use of the land (e.g. by converting a building into flats and offices) only if the vendor had actual or imputed knowledge of special circumstances showing that the purchaser intended to use the land in the way».

Στην υπόθεση MICHAEL SAAB v. THE HOLY MONASTERY OF AYIOS NEOPHYTOS, Civil Appeal No.6176, ημερ. 19/10/1986), σελ.500, αναφέρονται τα εξής:
«…Though normally damage are assessed out at the date of breach, where the party persists for good cause to have the contract enforced, notwithstanding the breach, damage may be assessed as at a subsequent date – In this sense Principle of Wroth v. Tyler (1973) 1 All E.R. 897 not exceptional but in line with the common law rule for the assessment of damages. Interest – Recovery of, as an item of special damage in case of a breach of contract – Though a remote item of damage which is not ordinarily recoverable it may be recovered when it is specifically pleaded and it appears that loss of interest ought reasonably to have been within the contemplation of the parties at the time of execution of the contract».

Επίσης η υπόθεση SYMEON CHARALAMBOUS v. ANDROULLA VAKANA, Civil Appeal No.6180, ημερ.20/5/1982, σελ.312 αναφέρει τα εξής:
«… the contract price and the market value at the time the respondent sold the property to the third person; that as the purchase price in the contact broken between the parties was £1.950 and the respondent sold the land to another person on 25.11.1977 for £4.000 the appellant is entitled to £2.050 damages and to the amount of £80 his deposit; …»

Στην σελίδα 319 της ίδια υπόθεσης αναφέρεται:
«…The question as to the date at which damages should be assessed was considered in a number of cases in the past. The view expressed that the damages should be assessed as at the time of the breach.

In Horsler v. Zorr (1975) 1 All E.R. 584, at p.586, Megarry, J., as he then was, indicated that there is no inflexible rule that common law damages must be assessed at the date of the breach.

In Johnson and Another v. Agnew (1979) 1 All E.R. 883 (H.L.), Lord Wilberforce said this at page 896:
“The general principle for the assessment of damages is compensatory, i.e. that the innocent party is to be placed, so far as money can do so, in the same position as if the contact had been performed. Where the contract is one of sale, this principle normally leads to assessment of damages as at the date of the breach, a principle recognised and embodied in s.51 of the Sale of Goods Act 1893. But this is not an absolute rule; if to follow it would give rise to injustice, the court has power to fix such other date as may be appropriate in the circumstances.

In cases where a breach of a contract for sale has occurred, and the innocent party reasonably continues to try to have the contact completed, it would to me appear more logical and just rather than tie him to the date of the original breach, to assess damages as at the date when (otherwise than by his default) the contract is lost”.»

Eπίσης βλέπε ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΑΦΥΓΙΩΤΗΣ ν ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΗ, Πολιτική Έφεση αρ.9150, ημερ.19/12/1997, BEARD v PORTER, Court of Appeal, dated 22/7/1947, (1948) 1 K.B. 321, ΔΑΦΝΟΣ ΔΡΥΑΝΗΣ & ΑΛΛΟΙ ν. ΚΩΣΤΑ ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ, Πολιτική Έφεση αρ.8923, ημερ.15/5/1998. Βλέπε επίσης JOHNSON AND ANOTHER RESPONDENTS v AGNEW APPELLANT, House of Lords, dated, 8/3/1979, (1979) 2 WLR 487, (1980) A.C. 367, επίσης βλέπε DIAMOND v CAMPBELL-JONES AND OTHERS, Chancery Division, dated 4/2/1960, (1957 D. No.482), (1961) Ch.22.

Σύμφωνα με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, οι Εναγόμενοι φαίνεται ότι διεκδικούσαν την εκτέλεση του συμβολαίου με την παράδοση του ακινήτου σε αυτούς, μέχρι τις 30/5/2007, όπου έμαθαν για την παράνομη πώληση του σπιτιού τους σε τρίτο πρόσωπο και μετά που πήραν επιστολή από τους δικηγόρους της νέας αγοράστριας που τους ενημέρωνε ότι δεν προτίθετο να εγκαταλείψει το σπίτι και ότι το αγόρασε καλή τη πίστει. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω ισχύουσα Νομολογία, οι Εναγόμενοι δικαιούνται ως αποζημίωση την διαφορά μεταξύ της τιμής του ακινήτου, ως φαίνεται στην εκτίμηση που έκανε ο εκτιμητής κύριος Χαράλαμπος Πετρίδης για την αξία του ακινήτου τον Μάιο του 2007 η εκτίμηση του οποίου παρέμεινε ανεντείλεκτη, δηλ. €398.200,00 και του ποσού των €278.502,00 (ΛΚ163.000,00), ήτοι το ποσό των €119.698,00.

Περαιτέρω δικαιούνται ως αποζημιώσεις που προκύπτουν φυσιολογικά κατά την φυσική ροή των πραγμάτων, κάτι που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν κατά τον χρόνο της σύμβασης ότι θα προέκυπταν συνεπεία της σύμβασης, ως ακολούθως:
1. Ενοίκια 1000 στερλίνες μηνιαίως που καταβάλλουν οι Εναγόμενοι για την διαμονή τους στην Αγγλία, από τις 6/12/2006 που πώλησαν το σπίτι τους για την αγορά της επίδικης κατοικίας και τα οποία μέχρι σήμερα ανέρχονται στις περίπου €93.372,19
2. €2.562,90 δικηγορικά έξοδα που πλήρωσαν για ετοιμασία του συμβολαίου αγοράς
3. €18.000,00 πραγματικά έξοδα, ως διαφαίνεται από τις αποδείξεις που έχει καταχωρήσει η Εναγόμενη 2, σε σχέση με τα ταξίδια που αναγκάστηκαν να κάνουν στην Κύπρο.

«When upon a contract for the sale of land the purchaser wrongfully refuses to complete, the measure of damage is, similarly, the loss incurred by the purchaser as the natural and direct result of the repudiation of the contract by vendor. These damages include the return of any deposit paid by the purchaser with interest together with expenses which he has incurred in investigating titles and other expenses within the contemplation of the parties, and where there is evidence that the value of the property at the date of repudiation was greater than the agreed purchase price, damages for loss of bargain.»

Βλέπε επίσης ΗΛΙΑΣ ΑΡΙΣΤΟΔΗΜΟΥ ν ΤΑΚΗ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ, Πολιτική Έφεση αρ.6831, ημερ.11/5/1990, η οποία αναφέρει:
«… Το εύρημα του δικαστηρίου ότι ο εφεσείων είχε παραβιάσει τους όρους της παραγράφου 7 κρίνεται εύλογο και επικυρώνεται. Οι αποζημιώσεις για παράβαση συμβατικών όρων καθώς και το ύψος των αποζημιώσεων ρυθμίζονται από τις διατάξεις του άρθρου 73(1) του Κεφ.149. περιλαμβάνει ζημιά η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων ή που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ότι θα προέκυπτε ως αποτέλεσμα της παράβασης. Οι πρόνοιες της παραγράφου αυτής του άρθρου 73 του Περί Συμβάσεων Νόμου εξετάστηκαν σε έκταση στην υπόθεση Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Neophytos (1982) 1. CLR 499, p.519 a.s.

Η αποκατάσταση στη θέση που θα βρισκόταν το αθώο μέρος αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης αποτελεί τη συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων. Κατά κανόνα αυτό επιτυγχάνεται με την επιδίκαση εκείνων των αποζημιώσεων που κατά λογική πρόβλεψη κατά το χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας.

Η δαπάνη για την επέκταση και διαμόρφωση του κτιρίου είχε καταβληθεί αποκλειστικά για το σκοπό δημιουργίας προϋποθέσεων λειτουργίας του κέντρου όπως οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας. Παρόλο που το δικαστήριο στη σύντομη απόφαση του δεν επεξηγεί τη βάση πάνω στην οποία καθορίστηκε η αποζημίωση, είναι πρόδηλο ότι έκρινε ότι η δαπάνη δεν είχε το αναμενόμενο όφελος και συνεπώς συνιστούσε ζημιά η οποία προέκυψε φυσιολογικά ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας εκ μέρους του εφεσείοντα».
Βλέπε επίσης JEAN LOUIS STEUERMAN v DAMPCOURSING LTD, Case No. HT02 181, High Court of Justice Queens Bench Division Technology and Construction Court, ημερ.16/5/2002, (2002) EWHC 939 (TCC), 2002 WL 1039753, παράγραφος 60, η οποία αναφέρει τα εξής:
«60. As it turned out, the period of interruption for the reparation works was far longer than expected, due to the fault of the defendants.»

«…The cost of renting property in that area is high and no one has suggested that the sum agreed is excessive for the area. I find that the defendants are liable in the sum claimed.»

Περαιτέρω οι Εναγόμενοι δικαιούνται αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη. Ως φαίνεται από την Αγγλική Νομολογία, τέτοιους είδους ζημιές δίνονται και σε εργοληπτικές υποθέσεις, νοουμένου ότι ο σκοπός της σύμβασης αφορούσε άνεση και απαλλαγή από ταλαιπωρία. Σχετικό είναι το Άρθρο Construction Law Journal, 1988, Damages for heartache: the award of general damages for inconvenience and distress in building cases, Kim Franklin, (αντίγραφο επισυνάπτεται), το οποίο αναφέρει:
«Traditionally the view was that on a breach of contract damage could not be given for mental distress but only for physical inconvenience such as *Const. L.J. 265 having to walk five miles home or live in an overcrowded house. That mould was broken, as were so may others, by Lord Denning M.R. in the well-known holiday case of Jarvis v. Swan Tours. He there said: “if the contracting party breaks his contract, damages can be given for the disappointment, the distress, the upset and frustration caused by the breach”».

Επίσης στην σελίδα 6 του ιδίου Άρθρου αναφέρει:
«The recent case of Hayes and Another v. Dodd and Another has established that damages for anguish and vexation will be awarded for breach of contract only if the object of the contract is comfort or pleasure or the relief of discomfort. Although such damages are therefore recoverable in building cases they are not recoverable if the object of the contract is simply the carrying out of a commercial transaction».

Περαιτέρω βλέπε Άρθρα Construction Law Journal, 1992, More heartache: a review for the award of general damages in building case, Kim Franklin και Construction Law Journal, 1992 και Commonwealth claims for inconvenience in building matters, Ian H. Barnett. (αντίγραφα επισυνάπτονται)
Έχοντας υπόψη την πιo πάνω Nομολογία πιστεύω ότι οι Εναγόμενοι δικαιούνται τα πιo κάτω ποσά:
1. ΛΚ66.000,00 ήτοι €112.767,69, πλέον τόκους,
2. €119.698,00 (€398.200,00 – €278.502,00) που είναι η διαφορά μεταξύ της αγοραίας αξίας τον Μάιο του 2007 και της αξίας πώλησης. (βλέπε σελ.8 της εκτίμησης του κου Χαράλαμπου Πετρίδη),
3. €18.000,00 έξοδα διακίνησης, διαμονής και φαγητού, για αναγκαία ταξίδια που έκαναν για την υπόθεση,
4. €93.372,19, ενοίκια για την διαμονή τους στην Αγγλία
5. €2.562,90 για έξοδα ετοιμασίας συμβολαίων
6. Δικηγορικά Έξοδα
7. Νόμιμους Τόκους.


Αναφορικά με την απαίτηση των Εναγόντων για δυσφήμιση, είναι η ταπεινή μου γνώμη ότι δεν έχουν αποδείξει την απαίτηση τους. Θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω το Δικαστήριο πιο κάτω στην Αγόρευση μου σε διαφωτιστική Νομολογία, καθώς επίσης στην στάση των Δικαστηρίων άλλων χωρών, αναφορικά με δημοσιεύματα που γίνονται δια μέσου ιστοσελίδων από απλούς καταναλωτές, με στόχο να εκφράσουν τα παράπονα τους εναντίον μεγάλων εταιρειών, μετά από συνδιαλλαγές που είχαν μαζί τους.

Στην παρούσα υπόθεση οι Ενάγοντες προς υποστήριξη της απαίτησης τους για δυσφήμιση, παρέδωσαν στο Δικαστήριο αντίγραφα της αρχικής ιστοσελίδας που ανέβασε στο διαδίκτυο ο Εναγόμενος 1, καθώς επίσης κάποια άλλα μεταγενέστερα δημοσιεύματα που δεν αφορούν την επίδικη διαφορά. Είναι εμφανές από μια ανάγνωση του κειμένου που ανάρτησε ο Εναγόμενος 1, ότι πρόκειται για εξιστόρηση γεγονότων τύπου ημερολογίου και παράθεση των εντυπώσεων και παραπόνων που είχε ο εναντίον των Εναγόντων και που είχε σχέση με την αγορά από αυτούς, του επίδικου ακινήτου. Διαφαίνεται ότι ο Εναγόμενος 1 πιστεύει ότι οι Ενάγοντες τον κορόιδεψαν και του είπαν ψέματα ότι το σπίτι που αγόραζε θα ήταν γωνιακό και ότι δεν θα γειτνίαζε με διώροφες κατοικίες και ότι με αυτό τον τρόπο τον ξεγέλασαν να αγοράσει το σπίτι. Προς υποστήριξη των θέσεων του παραθέτει έγγραφα που του δώσανε, βιντεογραφήσεις και τηλεφωνικές συνομιλίες. Αναμφίβολα οποιοσδήποτε εισέλθει και διαβάσει τα όσα έγραψε ο Εναγόμενος 1, θα καταλάβει ότι οι χαρακτηρισμοί του, αποτελούν την δική του γνώμη για τους Ενάγοντες, βασισμένη σε όσα είχε παραθέσει εκεί.

Είναι αξιοσημείωτο ότι οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν κανένα μάρτυρα που να είχε διαβάσει ,εκτός από τους ίδιους, το περιεχόμενο της ιστοσελίδας αυτής κατά τον επίδικο χρόνο, δηλαδή από τις 7 Μαρτίου μέχρι 15 Μαρτίου 2006. Εξάλλου, όπως έχει διαφανεί από την μαρτυρία που δόθηκε ενώπιον σας, χρειάζονται αρκετές μέρες και έξοδα μέχρι να είναι εφικτός ο εντοπισμός μιας νεοσύστατης ιστοσελίδας στο διαδίκτυο με την μέθοδο της έρευνας, από ένα χρήστη του διαδικτύου που δεν γνωρίζει το όνομα της ιστοσελίδας. Είναι η γνώμη μου ότι απέτυχαν οι Ενάγοντες να αποδείξουν ότι τα κείμενα που υπήρχαν στην ιστοσελίδα τους έχουν διαβαστεί από οποιονδήποτε κατά το επίδικο χρόνο, εκτός από τους ιδίους. Επίσης δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία δια της οποίας να φαίνεται ότι υπέστησαν οποιαδήποτε ζημιά, ως αποτέλεσμα του συγκεκριμένου κειμένου που ανέβασε ο Εναγόμενος 1 στο διαδίκτυο, κατά ή περί τις 4 Μαρτίου 2006 και το οποίο κατέβασε στις ????????? Μαρτίου 2006 και το είχε κατεβασμένο μέχρι τις 27 Φεβρουαρίου 2007. Ούτε παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία που να φαίνεται ότι υπήρξε κακοβουλία από μέρους του Εναγομένου 1.

Σύμφωνα με την νομοθεσία μας σε περίπτωση δημοσίευσης δυσφημιστικού σχολίου υπάρχουν οι πιο κάτω υπερασπίσεις:

Ειδικές υπερασπίσεις σε αγωγή για δυσφήμιση:

“19. Σε αγωγή για δυσφήμιση απoτελεί υπεράσπιση-

(α) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv αληθές:

Νoείται ότι, όταv τo δυσφημιστικό δημoσίευμα περιέχει δυo ή περισσότερες ξεχωριστές κατηγoρίες κατά τoυ εvάγovτα, υπεράσπιση βάσει της παραγράφoυ αυτής δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε μιας κατηγoρίας, αv τo μέρoς τoυ δημoσιεύματoς πoυ δεv απoδείχτηκε ως αληθές δεv βλάπτει oυσιωδώς τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα, αφoύ ληφθεί υπόψη τo αληθές τωv υπόλoιπωv κατηγoριώv

(β) ότι τo δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή ήταv έvτιμo σχόλιo για θέμα δημoσίoυ συμφέρovτoς:

Νoείται ότι όταv τo δυσφημιστικό δημoσίευμα συvίσταται εv μέρει στov ισχυρισμό γεγovότωv και εv μέρει στηv έκφραση γvώμης, υπεράσπιση έvτιμoυ σχoλίoυ δεv καταρρίπτεται για μόvo τo λόγo ότι δεv απoδεικvύεται τo αληθές κάθε ισχυρισμoύ γεγovότoς, αv η έκφραση γvώμης απoτελεί έvτιμo σχόλιo αφoύ ληφθoύv υπόψη αυτά τα oπoία ισχυρίζovται ή αvαφέρovται στo δυσφημιστικό δημoσίευμα για τo oπoίo έγιvε η αγωγή τα oπoία απoδεικvύovται:

Νoείται περαιτέρω ότι η βάσει της παράγραφoυ αυτής υπεράσπιση δεv επιτυγχάvει αv o εvάγωv απoδείξει ότι η δημoσίευση δεv έγιvε καλή τη πίστει εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ (2) τoυ άρθρoυ 21 τoυ Νόμoυ αυτoύ.

(γ) ότι η δημoσίευση τoυ δυσφημιστικoύ δημoσιεύματoς ήταv πρovoμιoύχα δυvάμει τωv άρθρωv 20 και 21

(δ) ότι η δυσφήμιση έγιvε χωρίς πρόθεση δυvάμει τoυ άρθρoυ 22.

(Περιπτώσεις κατά τις oπoίες η δημoσίευση δυσφημιστικoύ δημoσιεύματoς είvαι υπό επιφύλαξη πρovoμιoύχα)

21.-(1) Η δημoσίευση δυσφημιστικoύ δημoσιεύματoς είvαι πρovoμιoύχα, υπό τηv επιφύλαξη ότι έγιvε καλή τη πίστει, στις ακόλoυθες περιπτώσεις, δηλαδή-

(α) αv η σχέση μεταξύ τoυ πρoσώπoυ από τo oπoίo και τoυ πρoσώπoυ πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση είvαι τέτoια ώστε τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε vα τελεί υπό voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα δημoσιεύσει αυτό πρoς τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση και o τελευταίoς έχει αvτίστoιχo συμφέρov στη λήψη τoυ δημoσιεύματoς ή τo πρόσωπo πoυ δημoσίευσε έχει έvvoμo πρoσωπικό συμφέρov πoυ χρειάζεται πρoστασία, και τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση τελεί υπό αvτίστoιχo voμικό, ηθικό ή κoιvωvικό καθήκov vα πρoστατεύσει τo εv λόγω συμφέρov:

Νoείται ότι η δημoσίευση δεv υπερβαίvει είτε κατ’ έκταση είτε κατ’ oυσία τo εύλoγα επαρκές υπό τις περιστάσεις.

(β) αv τo δημoσίευμα είvαι μoμφή η oπoία πρoσάπτεται από κάπoιo κατά της συμπεριφoράς άλλoυ, ως πρoς oπoιoδήπoτε θέμα σε σχέση με τo oπoίo o πρώτoς έχει εξoυσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί τoυ άλλoυ, ή ως πρoς τo χαρακτήρα τoυ άλλoυ στo μέτρo πoυ εκδηλώvεται στη συμπεριφoρά αυτή

(γ) αv τo δημoσίευμα είvαι καταγγελία ή κατηγoρία από πρόσωπo εvαvτίov άλλoυ πρoσώπoυ σε σχέση με τη συμπεριφoρά αυτoύ σε oπoιoδήπoτε θέμα, ή σε σχέση με τo χαρακτήρα αυτoύ στo μέτρo πoυ εκδηλώvεται στη συμπεριφoρά αυτή, η oπoία έγιvε σε πρόσωπo πoυ έχει εξoυσία, συμβατικά ή άλλως πως, επί τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ σε σχέση με τη συμπεριφoρά αυτή ή θέμα, ή η oπoία έγιvε σε πρόσωπo πoυ έχει με vόμo εξoυσία vα διερευvά τη συμπεριφoρά αυτή ή θέμα ή vα δέχεται καταγγελίες σε σχέση με τη συμπεριφoρά αυτή ή θέμα

(δ) αv τo δημoσίευμα δημoσιεύεται για τηv πρoστασία τωv δικαιωμάτωv ή τωv συμφερόvτωv τoυ πρoσώπoυ πoυ τo δημoσιεύει, ή τoυ πρoσώπoυ πρoς τo oπoίo γιvόταv η δημoσίευση, ή κάπoιoυ τρίτoυ για τov oπoίo εvδιαφέρεται τo πρόσωπo πρoς τo oπoίo έγιvε η δημoσίευση

(ε) αv τo δημoσίευμα είvαι ακριβoδίκαιη και ακριβής αvαφoρά αυτώv πoυ έχoυv λεχθεί, πραχθεί ή δημoσιευτεί σε oπoιoδήπoτε voμoθετικό σώμα τo oπoίo δυvατό vα ιδρυθεί στo μέλλov.

(2) Η δημoσίευση δυσφημιστικoύ δημoσιεύματoς δεv θεωρείται ότι έγιvε καλή τη πίστει από πρόσωπo εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ (1), τoυ άρθρoυ αυτoύ, αv καταδειχθεί ότι-

(α) Τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός δεv πίστευε αυτό ως αληθές ή

(β) τo δημoσίευμα ήταv αvαληθές, και αυτός πρoέβηκε στη δημoσίευση χωρίς vα καταβάλει εύλoγη φρovτίδα για τηv εξακρίβωση τoυ αληθoύς ή τoυ αvαληθoύς αυτoύ ή

(γ) πρoβαίvovτας στη δημoσίευση, εvήργησε με σκoπό βλάβης τoυ πρoσώπoυ πoυ δυσφημείται σε βαθμό σημαvτικά μεγαλύτερo ή κατά τρόπo σημαvτικά διαφoρετικό τoυ εύλoγα αvαγκαίoυ για τo κoιvό συμφέρov ή για τηv πρoστασία τoυ ιδιωτικoύ δικαιώματoς ή συμφέρovτoς σε σχέση με τo oπoίo αξιώvει πρovόμιo.

(3) Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με δημoσίευση δυσφημιστικoύ δημoσιεύματoς, αv η δημoσίευση αυτή θα μπoρoύσε vα θεωρηθεί πρovoμιoύχα βάσει τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ (1), και εγερθεί η υπεράσπιση τoυ πρovoμίoυ, τo βάρoς της απόδειξης ότι η δημoσίευση αυτή δεv έγιvε καλή τη πίστει φέρει o εvάγovτας.”

Ο Εναγόμενος 1 στην παρούσα υπόθεση λέει ότι, τα όσα έχει αναφέρει στην ιστοσελίδα του είναι αλήθεια, εφόσον κατά τον ίδιο, του είχαν υποσχεθεί ένα πράγμα και μετά του παρέδωσαν κάτι άλλο. Ο χαρακτηρισμός που τους αποδίδει προκύπτει από τα όσα είχαν προκύψει από τις συζητήσεις που έκανε μεταξύ τους, τα έγγραφα που του παρέδωσαν και την αλλαγή που έκαναν στην ανάπτυξη της γης τους, η οποία δεν συνάδει με το αρχικό σχέδιο που του παρέδωσαν και το παράρτημα Β της σύμβασης ημερ.23/8/2005.

Αλλά και εάν ακόμα το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι οι Εναγόμενοι απέσυραν το βάρος της απόδειξης τους για την υπεράσπιση της αλήθειας (Justification), τότε αναμφίβολα τα όσα έχει πει ο Εναγόμενος 1 αποτελούν έντιμο σχολιασμό ή αποτελούν υπό επιφύλαξη προνομιούχα δημοσίευση.

Στην υπόθεση ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΓΑΛΗΝΙΩΤΗΣ ν. 1. ΕΚΔΟΤΙΚΟΥ ΟΙΚΟΥ ΔΙΑ ΛΤΔ Κ.Α., Πολιτική Έφεση αρ.116/2008, ημερ.15/3/2011, αναφέρονται τα εξής:
«ο έντιμος σχολιασμός, από την άλλη, το βάρος του οποίου επίσης είναι στους ώμου του εναγόμενου, περιλαμβάνει τρία στοιχεία υπεράσπισης (i) ότι οι επίδικες λέξεις αποτελούν σχόλιο και όχι δήλωση γεγονότων, (ii) ότι αποτελούν έντιμο ή εύλογο (“fair”) σχολιασμό επί γεγονότων ορθώς διατυπωμένων και (iii) ότι αποτελούν σχολιασμό επί θέματος δημοσίου συμφέροντος. Εάν το σχόλιο αλλοιώνει ή παραποιεί τα γεγονότα η υπεράσπιση του εντίμου σχολιασμού εκπίπτει. Το σχόλιο επίσης πρέπει να γίνεται έντιμα και να μην έχει ως πηγή του κακόβουλο κίνητρο, ενώ γενικώς πρέπει να αποδειχθεί ότι τα γεγονότα επί των οποίων το σχόλιο γίνεται, είναι αληθή, το δε σχόλιο δικαιολογείται και από την άποψη ότι είναι της φύσεως που θα μπορούσε να γίνει από έναν έντιμο άνθρωπο. Συμπληρώνεται εδώ ότι λόγω της δυσκολίας που ενυπάρχει πολλές φορές στο διαχωρισμό γεγονότος και σχολίου και της ανάμειξης των δύο στο αυτό δημοσίευμα, δημιουργήθηκε και το λεγόμενο «rolled-up plea» που στην ουσία αποτελεί υπεράσπιση για τον έντιμο και εύλογο σχολιασμό και όχι για την αλήθεια του κειμένου».

Στην υπόθεση ΘΕΟΦΑΝΗΣ ΚΑΡΑΒΙΑΣ ν ΣΤΑΥΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΥ, Πολιτική Έφεση αρ.343/2008, ημερ.20/3/2012, το Πρωτόδικο Δικαστήριο απεφάσισε ότι, τα όσα έχει πει ο Εφεσίβλητος/Εναγόμενος δημόσια και μάλιστα από τηλεοπτικό σταθμό, αποτελούν έντιμο σχόλιο, παρόλο που η υπεράσπιση της αλήθειας δεν έγινε αποδεχτή.

Τα δυσφημιστικά λόγια που χρησιμοποιεί ο Εναγόμενος σε εκείνη την περίπτωση, δεν προσομοιάζουν σε βαθμό καθόλου με τα όσα περιέχονται στην ιστοσελίδα του Εναγομένου 1. Στην πιο πάνω υπόθεση ήταν πολύ πιο άσχημα και έντονα.

Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος σε εκείνη την υπόθεση αναφέρει τα εξής εναντίον κάποιου γιατρού.
«Αυτό το πέτυχαν με τη δημιουργία εξιλαστήριων θυμάτων και τη συγγραφή ενός σεναρίου για πρόκληση εντυπώσεων. Στο στήσιμο του σεναρίου και στη δημιουργία του κατάλληλου κλίματος για να καταδικαστούν αθώοι και για ν’ απαλλαγούν εσαεί πιθανοί ένοχοι, ενεπλάκησαν πολλά άτομα.

Το πέτυχαν με τη δημιουργία εξιλαστήριων θυμάτων και τη συγγραφή ενός σεναρίου για φοιτητές προς εντυπωσιασμό και όχι για ειδικούς γιατρούς με χρόνια πείρα και καθημερινή εμπλοκή στη μάχιμη ιατρική..
Σεναριογράφος, ο πραγματογνώμονας, ο οποίος απέφυγε όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναφερθεί και να διερευνήσει την έννοια της λέξης ανοξία, εγκεφαλικός θάνατος και αναισθησιολογικός θάνατος…

ο σεναριογράφος πραγματογνώμονας απέφυγε, όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναφερθεί και να διερευνήσει την έννοια της λέξης ανοξία… Κάποιοι που ήταν στο ναό του χειρουργείου ξέρουν καλύτερα από τους άλλους τι συνέβηκε και οι δύο γιατροί που καταδικάστηκαν είναι αθώοι…

…… η όλη διαδικασία της έρευνας στην υπόθεση του χαμού του 14χρονου Γιώργου δυστυχώς στόχευε στην απόκρυψη των πραγματικών τουλάχιστον ή των πιθανών πραγματικών αιτιών του θανάτου, με κύριο στόχο την συγκάλυψη τυχόν ευθυνών.»

Η απόφαση του Πρωτόδικου Δικαστηρίου υιοθετήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο κατά πλειοψηφία. Η έντιμη Δικαστής Παπαδοπούλου, στην σελ.13 της απόφασης αναφέρει τα εξής:
«Τόσο το Σύνταγμα μας όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβασις διά την προάσπισιν των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, (η «Σύμβασις»), προστατεύουν φυσικά δικαιώματα, όπως το δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης – (Άρθρο 19 του Συντάγματος και 10 της Σύμβασης) – και το δικαίωμα της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου – (Άρθρο 2 της Σύμβασης). Και τα δύο πιο πάνω δικαιώματα, ως εκ της φύσεως τους, θα πρέπει να τυγχάνουν σεβασμού από όλους, και τα δικαστήρια, εξετάζοντας υποθέσεις όπως η παρούσα, θα πρέπει να εξισορροπούν τα δύο αυτά δικαιώματα, ώστε να μην υπάρχει παραβίαση τους. Λεπτομερής ανάλυση των αρχών που διέπουν το θέμα της εξισορρόπησης των δύο αυτών δικαιωμάτων γίνεται, με αναφορά σε νομολογία του Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, στην Εκδ. Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου (2007) 1 Α.Α.Δ. 856, στην οποία αναφέρεται:- (σελ.871-872)

Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No.9815/82, Ser. A. vol. 103 (1986) 8 E.H.R.R. 407, at para.41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία».

Περαιτέρω αναφέρει:
«Στην υπόθεση Barford v. Denmark, App. No.11508/85, Ser. A. vol149 (1991) 13 E.H.R.R. 493, το Δικαστήριο τόνισε ότι η έννοια της αναλογικότητας δε σημαίνει ισότητα μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων, αλλά ότι οι στόχοι του Άρθρου 10(2) της Σύμβασης θα πρέπει να αντιπαραβάλλονται με την αξία της ανοικτής συζήτησης θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Το δικαστήριο, για να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των πιο πάνω συμφερόντων, δεν πρέπει να παραγνωρίζει τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων».

Αυτό που ζητείται στις περιπτώσεις λίβελου, σύμφωνα με την Νομολογία, είναι να δημιουργείται μια ισορροπία μεταξύ της ελευθερίας του λόγου, με τα ενδιαφέροντα ενός προσώπου στην προστασία της φήμης του.

Σε μια Αμερικανική υπόθεση του έννατου Περιφερειακού Δικαστηρίου της Καλιφόρνιας, στην John M. Gardner v Tom Martino, οι Ενάγοντες πώλησαν ένα σκάφος σε κάποιο άτομο, ο οποίος ήταν δυσαρεστημένος και πήγε σε ένα ραδιοφωνικό πρόγραμμα του Tom Martino. Ο Tom Martino ακούγοντας τα παράπονα του αγοραστή, ανέφερε ότι οι ιδιοκτήτες του καταστήματος έλεγαν ψέματα όταν είπαν ότι έλεγξαν τη βάρκα μετά που έκαναν κάποιες επιδιορθώσεις. Το Δικαστήριο δικαίωσε τον Εναγόμενο, λέγοντας ότι, το τι είπε αποτελούσε γνώμη, παρόλο που δεν αποδείχτηκε ότι τα γεγονότα στα οποία βασίστηκε ήταν αλήθεια.

Η απόφαση του πιο πάνω Περιφερειακού Δικαστηρίου υιοθετήθηκε από το Εφετείο, βλέπε John M. Cardner v Tom Martino, Νο. 06-35437, D.C. Νο. CV-05-00769-BR/HU, σελ. 4837, και λέχθηκαν τα εξής:
«…[4] Because Martino’s “lying” statements were made in reliance on the facts outlined on air by Feroglia in the minutes preceding his commentary, like in Partington and unlike in Manufactured Home Communities, no reasonable listener could consider Martino’s comments to imply an assertion of
objective facts rather than an interpretation of the facts equally available to Martino and to the listener. See Partington, 56 F.3d at 1156. As we stated in Partington, when it is clear that the allegedly defamatory statement is “speculat[ion] on the basis of the limited facts available,” 56 F.3d at 1156, it represents a non-actionable personal interpretation of the facts. See id.; see also Haynes v. Alfred A. Knopf, Inc., 8 F.3d 1222, 1227 (7th Cir. 1993) (“[I]f it is plain that the speaker is expressing a subjective view, an interpretation, a theory, conjecture, or surmise, rather than claiming to be in possession of objectively verifiable facts, the statement is not actionable.”).

Επίσης στη σελ. 4838 αναφέρεται:
«…[6] We conclude that the Appellants have not presented substantial evidence to support a prima facie case that Martino’s reliance on Feroglia’s story was unreasonable or negligent. The declarations submitted by the Appellants show that Feroglia’s statements may have been false, but do not show that Martino was negligent or unreasonable in relying on Feroglia’s story, given the nature of talk shows, such as his. At most the declarations show only that Martino’s show did not contact Appellants before putting Feroglia’s call on the air, but such prior investigation is not required in the context of a radio show that takes live calls on the air. Additionally, Appellants were given the opportunity to call in to the program and explain their version of events but chose not to do so.

[7] We decline to apply a lesser standard than the “reasonable reliance” standard because it would be unreasonable to require a speaker to determine the actual truth or falsity of every fact the speaker relies on before stating his or her opinion. A lesser standard than the “reasonable reliance” standard, as proposed by Appellants, would chill speech and frustrate the purpose of the First Amendment.

Επίσης στη σελ. 4839, λέχθηκε:
«…[8] Martino’s “lying” statements were also not sufficiently factual to imply a false factual assertion. Rather, the statements were more like the accusation that Underwager was “perseverating” regarding his professional credentials — an accusation that is a “nonactionable rhetorical hyperbole, a vigorous epithet used by those who considered [the appellant’s] position extremely unreasonable.” Underwager, 69 F.3d at 367 (internal quotation marks omitted). Martino made at least two loose, hyperbolic statements during the broadcast, which were an obvious exaggeration (“Polaris sucks” and “Polaris Industries plus Mt. Hood Polaris equals sucks”), so that it would be understood that the contested statements were the type of obvious exaggeration generally employed on Martino’s program and held to be nonactionable in Underwager, 60 F.3d at 361, not false factual assertions.»

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση Flux v Moldova Application No. 28702/03, (2010) 50 E.H.R.R.34, 20 Nevember 2007, απεφάσισε:

«…2. Freedom of expression: interference; “prescribed by law”; “protection of the reputation or rights of others”; “necessary in a democratic society”; proportionality; politician; issue of public interest (article 10)
H4 (a) The decisions of the domestic courts and the award of damages made against the applicant amounted to an interference with its right to freedom of expression under art.10(1).
The interference had had a legal basis in the relevant domestic law and the provisions in question were accessible and foreseeable; accordingly, it had been “prescribed by law” for the
purposes of art.10(2) . Further, the interference had served the legitimate aim of protecting the
reputation of S. [23]–[25]
H5 (b) The applicant had been held liable for being unable to prove the truth of several of the
statements contained in the article in question. The relevant paragraph of the article had
consisted of both statements of fact and value judgments. The domestic courts had found that
the entire paragraph was untrue, including the value judgments. While the existence of facts
could be demonstrated, it was not possible to prove the truth of a value judgment and a
requirement to that effect infringed freedom of opinion, which was a fundamental part of the right secured by art.10 . The applicant could not have been expected to prove the “truth” of its own opinions about the published facts, which the domestic courts had not held to be incorrect.
H11 (h) In summary, given the importance of the issues raised in the article in question, the fact that most of the article had not been considered to be untrue or abusive, that the applicant had faced particular difficulties in proving events which had occurred long before the proceedings were initiated, that any damage caused to S would have substantially diminished with the passage of time, that some of the statements for which the applicant had been held liable Page2 constituted value judgments not susceptible of proof and the high level of the award of damages made by the domestic courts, the interference had not corresponded to a pressing social need and thus had not been necessary in a democratic society. Accordingly, there had been a violation of art.10 . [35]».

Στην υπόθεση Branson v Bower [2001] E.M.L.R. 32, 24 May 2001, ο γνωστός επιχειρηματίας Richard Branson κίνησε αγωγή εναντίον μιας εφημερίδας, η οποία δημοσίευσε ένα Άρθρο που του απέδιδε ότι είχε ανέντιμα κίνητρα, όταν ανακοίνωσε ένα διαγωνισμό για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Συγκεκριμένα στην εισαγωγή της απόφασης του Εφετείου, αναφέρονται μεταξύ άλλων τα εξής:

«……The defendant in his defence denied the meanings alleged and pleaded defences of justification, fair comment and qualified privilege. On the trial of a preliminary issue the judge ruled that the words complained of were comment and not statements of fact. The claimant appealed…..»

Το Εφετείο υιοθέτησε την πρωτόδικη απόφαση και είπε τα εξής:
8 The judge, having set out the facts, recorded arguments on behalf of the respondent based upon the jurisprudence of the European Court of Human Rights in the context of Article 10 of the European Convention on Human Rights. He then said:
In this jurisdiction it happens that we have a civil law of defamation which is sophisticated and highly developed and includes a range of defences for the media. Furthermore it has been stated on a number of occasions, at the highest judicial level, that our law in this respect is consistent with the imperatives and safeguards of the European Convention. (See for example the remarks of Lord Goff in Attorney-General v. Guardian Newspapers (No. 2) [1990] 1 A.C. 109 at 283–284, and of Lord Keith in Derbyshire County Council v. Times Newspapers [1993] A.C. 534 at 551.) It is clearly my duty to apply English domestic law and, in doing so, to have regard to the principles of the Convention as explained and developed in Strasbourg.

It cannot be stated baldly, in my judgment, as a matter of English law, that a defendant can be exonerated from the need to prove the truth of factual defamatory statements if it is unreasonable or impossible to do so. It is well established, for example, that a person is regarded as having a good name, and defamatory words are presumed to be false unless and until a defendant takes on the burden of proving them to be true. That principle was reaffirmed as recently as March 1999 in the Court of Appeal in McDonald’s Corporation v. Steel [unreported]. Nevertheless the law of defamation recognises that it is unreasonable *804 to require a defendant to prove the truth of every defamatory statement, and provision is duly made. For example, we have the rule that a defendant only has to prove the libel to be substantially true. What has to be justified is the real “sting” of the libel. That principle has been supplemented by s.5 of the Defamation Act 1952.

If the allegations can truly be classified as comment rather than fact, then a defendant is not required to prove the words to be objectively true. He will have a complete defence if he can bring himself within the defence of fair comment. There may be difficulties, on any given set of facts, about whether the words are to be classified as comment or not, but the principle is clear. So, too, a journalist will not be required to prove words to be true if they were published pursuant to a legal, social or moral duty and the subject matter was of legitimate public interest. See e.g. Blackshaw v. Lord [1984] Q.B. 1and Reynolds v. Times Newspapers to which I have already referred.

It is by affording defences of this kind that English law gives effect to the general (and in itself uninformative) proposition that it is not always reasonable for a journalist, or other defendant in libel proceedings, to have to establish the objective truth of what he has said. I must be guided by these principles, rather than deciding subjectively whether, on the facts of this or any other case, it seems to me reasonable for a defendant to have to establish a defence of justification. It is necessary, after all, to remember that the European Convention itself values predictability and certainty so that citizens can know so far as possible, if necessary with legal advice, what the legal consequences of their conduct may be.

Furthermore exceptions to the right to freedom of expression as contemplated by Article 10(2) must be “prescribed by law”, whether it be judge-made common law or statutory provision. That is a further reminder that one has to apply domestic law, so far as one’s limitations permit, in a principled and rational manner. If one applies the English law of defamation properly, there should be no reason to think that the principles underlying the Convention are infringed. One area in which there might appear to be a divergence, relevant in the present case, between English jurisprudence and that of Strasbourg is that relating to how to treat a journalist’s attribution of motives. The traditional English view is exemplified in the words of Bowen L. J. in Edgington v. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459 at 483 to the effect that: “The state of a man’s mind is as much a fact as the state of his digestion.”

This approach has in the past been reflected also in the law of fair comment. See, for example, Campbell v. Spottiswoode [1863] B. & S. 769 at 776 and the discussion in Gatley on Libel and Slander (9th ed.), at paragraphs 12.24 to 12.26. More recently, however, the courts have been readier to treat the attribution of motive, in some cases, as matters of inference or comment. Miss Page submits that they should, indeed, be even readier to do so in the light of Neilson & Johnsen v. Norway. In the end, however, as the court in Strasbourg recognised, any such classification must depend upon the words actually used and upon their context.

In any event, the boundary between fair comment and justification *805 sometimes becomes a little fuzzy when the court has to address defamatory words couched in the form of the author’s inferences of fact from the material set out or referred to in the body of an article. English law recognises in such cases that the validity of inferences can be a matter of opinion and thus susceptible to a defence of fair comment. Thus, if a journalist makes inferences as to someone’s motives, that may be treated as the expression of an opinion even though the inference drawn may be to the effect that there exists a certain state of affairs (including a state of mind): see Gatley (9th ed.), paragraph 12.10 and Kemsley v. Foot [1952] A.C. 345 at 356. I see no obvious inconsistency between these important principles of English law and what was said so recently in Neilson & Johnsen v. Norwayat paragraph 50. It was clear that the court in Strasbourg was addressing the wording of particular statements in their context, and that they were intended to convey the applicants’ own opinions. It was also said that they were thus akin to value judgments. I do not need to go so far as to draw any such analogy here. The first ruling I have to give is whether the words complained of should be classified now as comment or fact; or whether I should leave the issue to be resolved by the jury at trial as Miss Rogers submits is the appropriate course.

In my judgment, Mr Bower seems to have been expressing a series of opinions about the motives of the claimant, based on inferences from facts identified or referred to in his article. In order for fair comment to succeed, Mr Bower will need to prove the underlying facts from which the inference is drawn. He will need also at trial to pass the usual objective test that operates in the law of fair comment; that is to say, to show that the opinions are such that a reasonable person could hold them in the light of the facts proved at trial (or admitted). It will be for Sir Richard Branson, if he can, then to prove that Mr Bower was malicious in what he wrote.

Miss Page has pointed out that any reasonable reader will see straight away from the nature of the allegations, relating as they do to the claimant’s state of mind, that Mr Bower cannot have direct knowledge and that he must accordingly have been expressing his own views or inferences. There is here no uncertainty about that, such as to require the jury to express its own conclusion on the issue of fact or comment. I am bound to say that I agree with Miss Page’s submission about that.

Στην υπόθεση Steel & Morris v United Kingdom, [2005] E.M.L.R. 15, 15 February 2005, δύο άτομα που δεν ήταν δημοσιογράφοι, κυκλοφόρησαν δυσφημιστικό υλικό εναντίον των McDonalds. Το υλικό αυτό περιείχε πολύ σοβαρές κατηγορίες, όπως για παράδειγμα ότι η Εταιρεία είναι ανήθικη, εκμεταλλεύεται τα μικρά παιδιά κλπ.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει:
«..Η18 7. The defamation proceedings and their outcome amounted to an interference with the applicant’s rights to freedom of expression. The interference was prescribed by law. The issue was whether the interference was necessary in a democratic society.

Hertel v Switzerland (1999) E.H.R.R. 534 followed.
H19 8. Is necessary the proportionality of any interference, a distinction was drawn between statements of fact and value judgments. Facts might be demonstrated but the truth of value judgments was not susceptible of proof. Where a statement amounted to a value judgment, the proportionality of any interference might depend on whether there was a sufficient factual basis for the impugned statement, since even a value judgment without any factual basis might be excessive.
Feldek v Slovakia (2001-VIII) ECHR followed.

H20 9. Political expression, including expression on matters of public interest and concern, required a high lrvrl of protection under Art. 10. The leaflet contained very serious allegations on topic of general concern.

Thorgeirson v Ireland (1992) 14 E.H.R.R. 843 and Hertel v Switzerland (1999) 28 E.H.R.R. 534 followed.

H21 10. It was irrelevant that the applicants were the applicants were not lournalists. In a democratic society small and informal campaign groups had to be able to carry on their activities effectively. There was a strong public interest in enabling groups and individuals outside the mainstream to contribute to be public debate by disseminating information and ideas on matters of general public interest.

Περαιτέρω σας παραπέμπω σε ένα καινούριο κεφάλαιο, που εισήχθη πρόσφατα με την εξέλιξη της τεχνολογίας, γνωστό ως “Gripe Site”, το οποίο αποτελεί ένα εργαλείο για όσους απλούς αδύναμους ανθρώπους ετοιμάζουν μια ιστοσελίδα για να εκφράσουν τα παράπονα τους εναντίον μεγάλων εταιρειών, με τους οποίους είχαν εμπορικές συναλλαγές. Φαίνεται ότι τα Δικαστήρια θεωρούν ότι, τα όσα εκφράζουν οι καταναλωτές μέσω αυτών των ιστοσελίδων, έστω και υπερβολικά, δεν αποτελούν δυσφήμιση εφόσον αποτελούν έκφραση γνώμης που στηρίζεται στις εμπειρίες τους.

1. Court Finds ‘Gripe Site’ Is Protected Free Speech, Not Defamation New York Law Journal/November 1, 2005
2. Rivera Technology Law – Internet Defamation Lawyer – Gripe Sites
3. Strategies for Blocking Internet “Gripe” Sites and Internet Complaint Sites
4. Court Protects Blogger Gripe Sites
5. 92-year-old’s website leaves oil giant Shell-shocked (The Guardian, Monday 26 October 2009)

Έχοντας υπόψη την πιο πάνω Νομολογία και την τάση, τόσο των Κυπριακών Δικαστηρίων, όσο και των Ευρωπαϊκών, αλλά και των Δικαστηρίων της Αγγλίας και Αμερικής όπου ισχύουν οι ίδιες αρχές με την Κύπρο και στηριζόμενος στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και τις συνθήκες και τον τρόπο που ανέβασε την ιστοσελίδα του στο διαδίκτυο ο Εναγόμενος 1, δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της δυσφήμισης και η απαίτηση των Εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί.

Θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω το δικαστήριο σας στην πολύ χρήσιμη καθοδήγηση που έκανε ο δικαστής Diplock J αναφορικά με το κατά πόσο ένα σχόλιο είναι έντιμο, στην υπόθεση Silkin v. Beaverbrook Newspapers Ltd. and Another [1958] 1 WLR 743, Tab 5, at 749:
“Would a fair-minded man holding strong views, obstinate views, prejudiced views, have been capable of making this comment? If the answer to that is yes, then your verdict in this case should be a verdict for the defendants. … If you were to take the view that it was so strong a comment that no fair-minded man could honestly have made it, then the defence fails and you would have to consider the question of damages.”See also Halsbury’s Laws of England, Vol 28, 4th ed (Reissue:1997), para 145.

Επίσης σημαντικό είναι τα όσα έχε αναφέρει ο Lord Nicholls σε σχέση με το τι αποτελεί κακόβουλη σχόλιο στην υπόθεση tse wai chun paul v. ALBERT CHENG (2000) 3 HKCFAR 339 at p 360I to 361D:
“My conclusion on the authorities is that, for the most part, the relevant judicial statements are consistent with the views which I have expressed as a matter of principle. To summarise, in my view a comment which falls within the objective limits of the defence of fair comment can lose its immunity only by proof that the defendant did not genuinely hold the view he expressed. Honesty of belief is the touchstone. Actuation by spite, animosity, intent to injure, intent to arouse controversy or other motivation, whatever it may be, even if it is the dominant or sole motive, does not of itself defeat the defence.»
Επίσης σημαντικά είναι όσα λέχθηκαν στην Merivale v Carson, Court of Appeal (1887) 20 QBD 275; 58 LT 332; 4 TLR 125, Lord Esher MRQ (the meaning of fair comment):
“ is the article in the opinion of the jury beyond that which any fair man, however prejudiced or however strong his opinion may be, would say of the work in question Every latitude must be given to opinion and to prejudice, and then an ordinary set of men with ordinary judgment must say whether any fair man would have made such a comment on the work” “ mere exaggeration, or even gross exaggeration, would not make the comment unfair. However wrong the opinion expressed may be in point of truth, or however prejudiced the writer, it may still be within the prescribed limit.”
“in some other case the alleged libel would not be beyond the limits of fair criticism, and it could be shown that the defendant was not really criticizing the work, but was writing with an indirect and dishonest intention to injure the plaintiffs, still the motive would not make the criticism a libel….” the mind of the writer would not be criticised.
Field J in his guidance to the jury gave a very wide limit: “if it is no more than fair, honest, independent, bold, even exaggerated, criticism, then your verdict will be for the defendant.

Είναι έκδηλο Εντιμότατε από τα γεγονότα ότι ο Εναγόμενος 1 δημοσίευσε τα όσα δημοσίευσε, διότι γνήσια πίστευε ότι οι Ενάγοντες τον ξεγέλασαν και τον αδίκησαν. Ήθελε να μοιραστεί την εμπειρία του και με άλλους πιθανούς αγοραστές ακινήτων, καθώς επίσης να προσελκύσει δωρεάν συμπαράσταση και συμβουλές για το πρόβλημα του από άλλα άτομα. Ο στόχος του δεν ήταν κακόβουλος. Απλά χρησιμοποίησε την ονομασία lying builder και μετά παράθεσε τα γεγονότα παραθέτοντας έγγραφα στα οποία βασίστηκε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, ότι τον ξεγέλασαν οι Ενάγοντες.

Είναι θεμιτό να δίνεται η ευκαιρία στους καταναλωτές να εκφράζουν τα παράπονα τους, διότι αυτό βοηθά και άλλους καταναλωτές να είναι προσεκτικοί και αναμφίβολα αποβλέπει στο δημόσιον συμφέρον και προστατεύει το δικαίωμα της ελευθερίας της σκέψης και της ελευθερίας του λόγου.

Είναι γι’ αυτό τον λόγο που τα δικαστήρια ανέχονται ακόμα και υπερβολές στους αρνητικούς χαρακτηρισμούς και εκφράσεις που χρησιμοποιούνται από άτομα εναντίον εταιρειών η προσώπων, με τους οποίους είχαν εμπορικές συναλλαγές και έμειναν δυσαρεστημένοι.

Συνοψίζοντας για τους λόγους που έχω αναφέρει πιο πάνω, θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η απαίτηση των Εναγόντων.

Αναφορικά με την ανταπαίτηση των Εναγόμενων 1 και 2, πιστεύω ότι κατάφεραν να αποδείξουν στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι οι Ενάγοντες παραβίασαν τους όρους της Συμφωνίας και διεκδικούν αποζημιώσεις ως η απαίτηση τους, πλέον έξοδα, ως αναλύουμε πιο πάνω στην Αγόρευση μας.

Καταχωρήθηκε την 29 / 5 / 2012
Γιάννος Γ. Γεωργιάδης
Δικηγόρος Εναγόμενων 1 και 2


Complaint to the Competition and Consumer Protection Service

Dear Mr Christos Solomonides,

Violations of Consumer Protection Regulations

I am writing to you as the enforcement agency of unfair commercial practices. I would like you to repair the harm caused by my property developer and to take appropriate action against misleading industry advertising. The property industry in Cyprus falsely claims that a contract deposited at the land registry secures your rights and prevents your house being sold again without your consent.

As you may recall, I copied you on a letter dated 19th May 2011 to the Attorney General of the Republic regarding a double selling fraud under Section 303a of the criminal code. I have attached that letter along with their response dated 3rd June 2011 (Attachments 01 & 02). In my letter I requested final clarification and asked a few direct questions:-

“…as the law stands today, how many times can a property developer sell the same house before it becomes a criminal offence? And how much money can the developer keep from each buyer? In our case the same house was sold twice and the developer kept all our money paid (some 50% of the house price).”

The response is clear, that even with the deposit of a contract in the land registry, it is not a criminal offence for a developer to sell the same property over and over again and keep the money from each purchaser. Once again, according to the attorney general this is a civil issue and he gives no indication of plans to criminalise:-

“Having carefully examined the content of your letter we form the view that the raised issues concern matters falling within the sphere of civil law for which the Attorney General of the Republic, being the exclusive legal adviser of the government, cannot offer any advice. You may, if you wish to pursue such matters further before the civil courts of Cyprus, consult a practising lawyer of your choice.”

I consider any fair and reasonable jurisdiction would prohibit in all circumstances the double selling of the same property and would prosecute this act as a criminal fraud. However, the Republic seems adamant in protecting this developer and the courts have left it open for others to follow.

I am copying this letter to the Office of Fair Trading (OFT) in the UK and will be writing to them separately. I will be informing the OFT and our MEP’s of this breach of consumer protection and seeking the immediate cessation of selling Cypriot ‘off-plan’ property within the UK. There can be little doubt that this is the most dangerous of unfair practises facing buyers today.

The double selling of our house
On the 23rd August 2005 my wife and I bought a house from Christoforos Karayiannas and Son Ltd. It was an ‘off plan’ property with a delivery date of the 1st July 2006. Our contract was deposited in the land registry for specific performance. In February 2006 we disagreed with the developers because of changes they had made to the plans which were in breach of contract. At this stage, the property was midway through construction and we had paid CYP £66,000 in payments. Despite the changes to the plans which ruined the privacy of our garden, we felt we had little choice but to continue with the purchase and kept up all payments.

After increased animosity, the developers tried to bully us out of contract. They wished to sell our house at a higher price and remove us as critics from the development site. At this stage the developers wrote stating that they will “retain the money already paid” and “will never ever deliver to you [us] the house”. A civil case for breach of contract was started (Case No. 356/2006).

In February 2007 we discovered that our house had been resold to another British family. On the 20th March 2007 we wrote to the family but got no response. We followed this up with a letter from our lawyer on the 17th May 2007 (Attachment 03) and a reply came back on the 30th May 2007 (Attachment 04) stating that they had bought in good faith after they were told a previous contract had been cancelled. This was first brought to the attorney generals attention late 2007 requesting criminal proceedings under section 303a of the criminal code.

Criminal Code section 303A.
(1) Any person who, with intent to defraud, deals in immovable property belonging to another is guilty of a felony and is liable to imprisonment for seven years.

(2) For the purposes of the present section a person shall be deemed to be dealing in immovable property where (a) [that person] Sells to another, or rents to another, or mortgages to another or encumbers in any way, or makes available for use by another immovable property, or

(b) advertises or otherwise promotes the sale or renting out or mortgaging or charging in any way to another of immovable property or the use thereof by another, or

(c) concludes an agreement for the sale to another, or the renting out to another, or the mortgaging to another, or the charging in any way to the benefit of another, or the use by another of immovable property, or

(d) accepts the immovable property which is the object of the dealing as this is defined in the present subsection. On the 2nd September 2008 our lawyer wrote another letter chasing the attorney general for action (Attachment 05). In November 2008 we got the response that the file had been studied and that it had been ascertained that no criminal offence has been committed (Attachment 06). My family was left with little choice but to pay for a private criminal prosecution under the above law.

Private Criminal Prosecution
During the case we presented evidence that satisfied the essential prima facie elements to the judge. This included, our contract still lodged at the land registry, proof our house was resold and occupied and a High Court precedent stating that a contract in the land registry secures ones rights as beneficial owner. In common law jurisdictions, prima facie denotes evidence that – unless rebutted – would be sufficient to prove a particular proposition. The accused gave no evidence, choosing to remain silent, as is their right. At the conclusion of the case in January 2011, the judge even without hearing a rebuttal seemingly went against her own prima facie decision. The judge sided with the developer and the occupant and acquitted them of all charges. This shocking conclusion was covered in the Cyprus Mail (Attachment 07). I have attached my lawyer’s final submission and the judges ruling (Attachments 08 & 09).

Civil Case
Despite filed in 2006, our civil case is not due for hearing till the end of 2011. Our house is still occupied by the second buyer. The developer still retains our money which has prevented us from buying elsewhere and we live in rented accommodation in the UK. It is grossly unfair for us to be put on the very long and protracted journey towards remedy in the civil courts which is both costly and time-consuming while in contrast the developer enjoys our money to further his own business. The civil courts run a haphazard schedule with no priority given to cases of immovable property. It will be argued that this is in breach of article 30 of the constitution. The Republic cares little that my family lives in rented accommodation with our lives in limbo.

Unfair commercial practices
I consider that our property developer Christoforos Karayiannas and Son Ltd has infringed Directive 2005/29/EC and the Cyprus Law 103 (I) /2007 which transposes it. Dangerously, in light of the attorney generals response and the court ruling in our private criminal case violations of false advertising are now being committed throughout the property industry.

False Advertising
When buying property in Cyprus we like everyone else believed that the deposit of our contract in the land registry secured our rights, protected our interests and that we would become the equitable owner of the property purchased. This is the message from every estate agent, lawyer and developer in the property industry.

Here are some examples specific to our case:-

From Christoforos Karayiannas and Son Ltd’s promotional material:-

“From the minute your contract of sale is registered at the land registry department the property is officially yours and you can sell your property the next minute.”

From the brochure of the Pittadjis Law Firm of Paralimni. The lawyers who sold our house to another without our knowledge:-

“By having the purchase contract deposited at the L.R.O. The buyer not only secures his interest in the property but he also prevents the owner of land/vendor from transferring the property to a third party
without his knowledge.”

Dangerously, this rhetoric comes from the highest levels of government:-

In July 2009 while addressing the title deeds issue, Mr Neoclis Sylikiotis, Minister of the Interior stated:-

“It must also become clear that the ownership status of a buyer owner of immovable property in Cyprus is definitely secured and cannot be challenged, as long as the buyer-owner has submitted the buying-contract to the Department of Lands and Surveys.”

These claims are deceptive and materially inaccurate and such practises are banned under Consumer Protection Regulations (CPRs). Had we have known that our developer can sell our house to another and keep our money despite our contract in the land registry then we would never have bought in Cyprus. It is grossly unfair that this fraud is not a criminal offence and consumers must be made aware of this and that it may take up to ten years for satisfaction in the civil courts of Cyprus.

Physical Assaults
I have suffered two assaults by these developers (father and son). The first assault was in 2006 for talking to other customers on Phase 1 of my development. The second assault in 2008 was for simply going to take photos of my house. In this assault my hired car was rammed and after a sustained attacked I was hospitalised for six days and it was six months till I was fully recovered. I have attached details of their civil and criminal convictions in these matters (Attachment 10 & 11). However, the handling of theses cases and the leniency of the courts are subject to a High Court appeal and a matter for the ombudsman (the anti-discrimination body).

Christoforos Karayiannas and Son Ltd, claim and display that they are members AIPP (The Association of International Property Professionals) They are not members, they were expelled some time ago.

They also display the trust and quality marks of:-

The Federation of overseas Property Developers, Agents and Consultants.
The Cyprus Chamber of Commerce and Industry.
The Cyprus Land & Building Developers Association.
FIABCI (International Real Estate Federation)

A trader who has been approved, endorsed or authorised by a public or private body who then does not comply with their terms is in breach of CPRs. Displaying these endorsements built false confidence, unduly influenced us and is considered an unfair commercial practise in all circumstances.

Request for Action
I understand that as the Competition and Consumer Protection Service (CCP Service) you are the competent government service responsible for the enforcement of Consumer Protection Regulations (CPRs). Consequently, when the CCP Service becomes aware of any infringement of CPRs, it must, as soon as possible, take all the necessary enforcement measures to bring about the prohibition or cessation of the infringement committed by any supplier of goods. You have extensive powers to investigate violations of CPRs and powers of civil and criminal enforcement. This is to say that you could take court action on our behalf.

We wish to immediately obtain from our developer a full refund of our monies paid plus interest and damages. In light of the attorney generals response and the recent court ruling, I request that you safeguard consumer interests and address the inaccuracies promoted within the property industry and do everything in your power to prevent this happening again. Clearly, my family have been suffering for years as a result of buying property in Cyprus. My family’s plight will be broadcast on ITV’s “Homes from Hell” TV show in August. I have been protesting our situation for years in both Cyprus and abroad including outside property exhibitions in the UK. We took on the burden of a private criminal prosecution with no investigative powers and at great expense. I am very disappointed that I was unaware of your service and your far reaching powers and am grateful to the Cyprus Property Action Group (copied) who recently made this public in the Cypriot press. It is my expectation that you will conduct a thorough investigation of these allegations and take appropriate action. If the developer will not provide an immediate refund of our monies paid plus interest and damages then we need your full weight behind us to champion our civil case and fund the appeal of our private criminal prosecution. I’m sure you will agree that a swift hearing of our appeal at the Supreme Court is in the best interests of the entire property industry.

This unfair practice is happening to us now and Article 3 of the EU Directive 2005/29/EC states that your authority applies to practices ‘before, during and after a commercial transaction.’ As we have not taken possession of our house we are clearly still ‘during’ a commercial transaction. This means that the date on which we signed the contract in August 2005 is completely incidental and is not a reason for you to turn down our request for assistance (Contract Attachment 12).

To end, I would like to thank you for taking the time in reading this. I understand that under Article 29 of the Cyprus Constitution I should be due a response from you within 30 days and I eagerly await your response.

Yours Sincerely,
Cornelius O’Dwyer

28th June 2011