Appeal for second assault case

Αριθ. 28-ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΙΣ ΕΦΕΣΕΩΣ (Ο.35,r3)

ΚΛΙΜΑΚΑ: €50.000 – €100.000

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ

Κατ’ έφεσιν εκ του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου (συνδεριάζον στην Λάρνακα) στην υπόθεση υπ’ αριθμόν 197/2008

Μεταξύ:

CORNELIUS DESMOND ODWYER

Ενάγοντα / Εφεσείοντα

-και-

  1. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ, ΑΠΟ ΛΙΟΠΕΤΡΙ

  2. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ, ΑΠΟ ΦΡΕΝΑΡΟΣ

  3. ΜΑΡΙΟΣ ΤΤΙΓΓΗΣ, ΑΠΟ ΛΑΡΝΑΚΑ

Εναγομένων / Εφεσίβλητων

Έστω εις γνώσιν υμών ότι o Ενάγοντας δια της παρούσης εφεσιβάλλει την απόφαση την δοθείσαν εν την άνω αγωγή κατά την 18/12/2014 αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται εις την παρούσα ειδοποίηση.

Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις του είναι εναντίον ολοκλήρου της εν λόγω αποφάσεως.

ή

Έστω δε εις γνώσιν υμών ότι η έφεσις του είναι εναντίον του μέρους εκείνου της έν λόγω αποφάσεως (ή διαταγής) δι’ού αποφασίζεται (ή διατάσσεται): (α) το ύψος και το είδος των αποζημιώσεων; (β) την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμονών γιατρών και του Ενάγοντα/Εφεσείοντα(β) την μη επιδίκαση όλων των πραγματικών και/ή ειδικών ζημιών του Ενάγοντα/Εφεσείοντα

Διεύθυνση επιδόσεως: Το Δικηγορικό Γραφείο των κ.κ. Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Γωνία Αγίου Παύλου & Κάδμου αρ.2, WisdomTower, 3ος όροφος, 1511 Λευκωσία, Τ.Κ.24144, 1701 Λευκωσία, Θυρίδα Δικαστηρίου 179.

Φ/δι το Δικηγορικό Γραφείο του κου Αναστάσιου Ζ. Μυλωνά, Λόρδου Βύρωνος αρ.64, 1ος όροφος, 6023 Λάρνακα, Θυρίδα Δικαστηρίου 69.

Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ
Δικηγόροι Ενάγοντα/Εφεσείοντα

Προς: κον ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ
Συνοικισμός Λιοπετρίου αρ.16Α
Λιοπέτρι – Αμμόχωστος

Κον ΜΑΡΙΟ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ
Οδός Οδυσσέα Ελύτη αρ.7
Φρέναρος

Κον ΜΑΡΙΟ ΤΤΙΓΓΗ
Οδός Μόρφου αρ.28
Περβόλια – Λάρνακα

*Ενάγων ή Εναγόμενος, ως ή εκάστοτε περίπτωσις.

Διαγράψετε εάν δεν χρειάζεται. Δηλώσατε τους όρους του μέρους εκείνου της αποφάσεως ή διαταγής δια τον οποίον γίνεται παράπονον.

Περαιτέρω δε έστω εις γνώσιν υμών ότι οι λόγοι της εφέσεως του και τα αιτιολογικά τούτων είναι (α):

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη και/ή ανεπαρκή αξιολόγηση της μαρτυρίας και/ή παρερμήνευσε την επιστημονική μαρτυρία που είχε ενώπιον του και/ή κατέληξε σε συμπεράσματα που δεν προκύπτουν από τα γεγονότα και/ή τα τεκμήρια που είχε ενώπιον του και/ή δεν έλαβε υπόψη του ουσιώδη στοιχεία της μαρτυρίας και/ή έλαβε υπόψη του επουσιώδη στοιχεία της και/ή απέρριψε εσφαλμένα την ιατρική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και η οποία σχετίζεται με το ύψος των αποζημιώσεων.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

  1. Δια το σύνολο της απόφασης, εμφαίνεται πως το Σεβαστό Δικαστήριο παραγνώρισε και/ή παρέβλεψε και/ή παρερμήνευσε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του, προβαίνοντας σε εικασίες και/ή πιθανολογήσεις και/ή συμπεράσματα τα οποία δεν πηγάζουν και/ή δεν στηρίζονται από τη δοθείσα μαρτυρία, επιδικάζοντας με αυτόν τον τρόπο χαμηλά ποσά αποζημιώσεων, θέτοντας τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους σε ευνοϊκότερη θέση.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν υιοθέτησε ολοκληρωτικά και/ή στο σύνολο της τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων γιατρών που κατέθεσαν για την πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και/ή εσφαλμένα επιλεκτικά απέρριψε μέρος και/ή ολόκληρη τη μαρτυρία τους και/ή κατέληξε σε αυθαίρετα συμπεράσματα τα οποία δεν υποστηρίζονται από ιατρικά και/ή επιστημονικά εργαλεία και/ή έστω από άλλη αντίθετη ιατρική γνωμοδότηση. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε στο σύνολο της τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων γιατρών της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι η μαρτυρία τους παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν αντικρούστηκε, παραλείποντας να λάβει υπόψη ότι η πλευρά των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων δεν προσκόμισε άλλη ιατρική μαρτυρία η οποία να αντικρούει και/ή να καταρρίπτει τα όσα κατέθεσαν οι εμπειρογνώμονες μάρτυρες για τη πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε σε αντιφατικά συμπεράσματα τα οποία δεν αιτιολογούνται από τα δεδομένα που τέθηκαν ενώπιον του. Συγκεκριμένα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ενώ από τη μια αποδέκτηκε ως αληθινή τη μαρτυρία του Νικόλα Νικολάου, ΜΕ5, και ενώ αποδέκτηκε πως τα ευρήματα του στηρίζονται σε κλινικές και άλλες ιατρικές εξετάσεις, εντούτοις απέρριψε την κατάληξη του ΜΕ5, ήτοι πως ο Ενάγων/Εφεσείων υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση, με την αιτιολογία πως πρόκειται για αυθαίρετο συμπέρασμα το οποίο δεν υποστηρίζεται από ιατρικές εξετάσεις και επιστημονικά τεκμήρια. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν αποδέκτηκε τη μαρτυρία του εν λόγω γιατρού περί κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, από τη στιγμή που δεν υπήρχε άλλη αντικρουστική μαρτυρία, και ως εκ τούτου εσφαλμένα δεν επεδίκασε αποζημιώσεις για κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν υιοθέτησε και/ή απέρριψε σχεδόν ολοκληρωτικά τη μαρτυρία του Dr. Ian Drever, ΜΕ6, o oποίος ήταν ο μοναδικός ψυχίατρος ο οποίος προσήλθε και κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και ο οποίος εξέτασε τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα, χορηγώντας του την κατάλληλη θεραπεία. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα αποδέκτηκε πως ο Ενάγων/Εφεσείων συνεπεία της επίθεσης, παρουσιάζει μόνο συμπτώματα συναισθηματικής διαταραχής, άγχους και αναστάτωσης, απορρίπτοντας το εύρημα του εν λόγω ψυχίατρου, ήτοι πως ο Ενάγων/Εφεσείων πάσχει από συμπτώματα κατάθλιψης και πως είχε εκφράσει στο παρελθόν τάσεις αυτοκτονίας. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη την ιατρική έκθεση, Τεκμ.53, δια της οποίας περιγράφεται η πάθηση “Adjustment Disorder with Disturbances of Emotions”, την οποία εξήγησε ο εν λόγω γιατρός δια της προφορικής του μαρτυρίας, ήτοι πως πρόκειται για μια αντίδραση στα διάφορα γεγονότα της ζωής που χαρακτηρίζεται από τη διακύμανση συναισθηματικής διαταραχής, δυσκολία προσαρμογής, την έντονη καταθλιπτική διάθεση, άγχος, αϋπνία, έντονη διαταραχή του ύπνου, απώλεια βάρους, απώλεια της ενεργητικότητας, απώλεια όρεξης, σκέψεις ή απόπειρες αυτοκτονίας. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε και/ή παρέλειψε και/ή εσφαλμένα απέρριψε πως λόγω της προαναφερόμενης κατάστασης ο Ενάγων/Εφεσείων λαμβάνει φαρμακευτικές και ψυχοθεραπευτικές αγωγές και/ή αντικαταθλιπτικά χάπια. Ως αποτέλεσμα της πιο πάνω εσφαλμένης αξιολόγησης, το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα επεδίκασε μειωμένο ποσό αποζημιώσεων και δεν ακολούθησε την υφιστάμενη νομολογία σε σχέση με τις αποζημιώσεις για σοβαρά ψυχιατρικά προβλήματα.

  1. To Σεβαστό Δικαστήριο, εν απουσία οποιασδήποτε αντικρουστικής μαρτυρίας η οποία να αμφισβητεί τη διαδικασία εξέτασης και ευρημάτων του Dr. Ian Drever, ΜΕ6, εσφαλμένα έκρινε πως ο ΜΕ6 παρέλειψε να παραθέσει στοιχεία από τα οποία να εξακριβώνεται κατά πόσο ακολούθησε κάποια διαδικασία που βασίζεται σε σταθερές ιατρικές μεθόδους για να καταλήξει σε αξιόπιστες μεθόδους.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν ακολούθησε και/ή δεν υιοθέτησε στην ολότητα της τη μαρτυρία του Dr. Ian Drever, ΜΕ6, με την αιτιολογία πως ο μάρτυρας «απέτυχε να εξηγήσει με σαφήνεια και με επιστημονική τεκμηρίωση πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συμπτώματα του Ενάγοντα με τα χαρακτηριστικά κατάθλιψης οφείλονται στον ξυλοδαρμό που έχει υποστεί».Το Σεβαστό Δικαστήριο παρερμήνευσε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και/ή συγκεκριμένα πως σε περίπτωση που κάποιος ασθενής έχει υποστεί ψυχολογικά τραύματα και/ή κατάθλιψη συνεπεία πολλών παραγόντων, τότε ο θεράπων ιατρός είναι το κατάλληλο πρόσωπο να αναφέρει ποιος λόγος διαδραμάτισε κύριο ρόλο στην εμφάνιση των εν λόγω τραυμάτων. Ως απόρροια της εσφαλμένης αυτής αξιολόγησης, το Σεβαστό Δικαστήριο κακώς έκρινε αρνητικά το γεγονός πως ο ΜΕ6 ανέφερε πως τα ψυχολογικά και/ή ψυχιατρικά προβλήματα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα οφείλοται κατά το μεγαλύτερο ποσοστό στην επίθεση που έχει δεκτεί. Ως εκ τούτου, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν επιδίκασε αποζημιώσεις σε σχέση με τα όσα προβλήματα κατέθεσε ο εν λόγω γιατρός.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τη κατάληξη του ΜΕ6, ήτοι πως τα ψυχολογικά προβλήματα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα οφείλονται στο μεγαλύτρο ποσοστό στην επίθεση που έχει δεκτεί, με την αιτιολογία πως αυτή είναι γενική και/ή αόριστη και/ή πως στηρίζεται σε υποκειμενικά κριτήρια, ήτοι μόνο στα όσα του έχει αναφέρει ο Ενάγων/Εφεσείων. Ελλείψει οποιασδήποτε αντίθετης ιατρικής άποψης και/ή εναλλακτικής ιατρικής εξέτασης, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τα ιατρικά κριτήρια στα οποία στηρίκτηκε ο ΜΕ6 για τη διεξαγωγή των ευρημάτων του.

  1. Περαιτέρω, το Σεβαστό Δικαστήριο φαίνεται πως παρερμήνευσε τα όσα τέθηκαν ενώπιον του από τον ΜΕ6, αφού εσφαλμένα θεώρησε πως η κατάληξη του εν λόγω γιατρού, ότι τα ψυχολογικά προβλήματα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα οφείλονται ως επί των πλείστων στην επίθεση, συγκρούεται και/ή δεν συνάδει με τη μαρτυρία του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ο οποίος ανέφερε πως ο νευρικός κλονισμός που υπέστη οφειλόταν σε συνδυασμό παραγόντων. Ο ΜΕ6 ανέφερε πως τα ψυχιατρικά προβλήματα οφείλονται στην επίθεση και στην παράβαση συμφωνίας σε σχέση με την αγοραπωλησία του σπιτιού και κατέληξε πως με βάση τις συνεδρίες που είχε με τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατέληξε πως τα ψυχιατρικά προβλήματα οφείλονται περισσότερο στην επίθεση παρά στην παράβαση της συμφωνίας, αφού βασιζόμενος στις συνεδρίες που είχε με τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατέληξε πως η επίθεση ήταν πιο επίπονη εμπειρία για τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε τη μαρτυρία του Dr. Υeoh, ΜΕ7, o οποίος ήταν ο μόνος εμπειρογνώμονας υπό την ιδιότητα του ως Consultant AudioVestibular Physician, (με εξειδίκευση στην ωτορινολαρυγγολογία), ιδιαίτερα ενόψει του γεγονότος ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε αντίθετη ιατρική μαρτυρία, η οποία να είναι ικανή να καταρρίψει τα όσα κατέθεσε ο εν λόγω μάρτυρας. Λόγω της εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και/ή λόγω της απόρριψης της μαρτυρίας του εσφαλμένα το Δικαστήριο δεν επεδίκασε ζημιές για την πρόκληση του συνδρόμου Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV).

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε τη μαρτυρία του Dr. Υeoh, ΜΕ7, αναφέροντας πως τα συμπεράσματα του ήταν αυθαίρετα και/ή στερούνται επιστημονικής τεκμηρίωσης με αποτελέσμα να μην επιτρέπουν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα. Το Σεβαστό Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη όταν θεώρησε πως τα όσα έχουν λεχθεί από το μάρτυρα σε σχέση με τα συμπτώματα ίλιγγου τέθηκαν με γενικότητα και/ή χωρίς να υποστηριχθούν από συγκεκριμένα στοιχεία και δεδομένα. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη, αφού ο εν λόγω μάρτυρας τόνισε πως το σύνδρομο Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV) (παροξυσμικός ίλιγγος θέσης) από το οποίο υποφέρει ο Ενάγων/Εφεσείων, μπορεί να είναι αποτέλεσμα μόνο δύο αιτιών, είτε λόγω τραυματισμού στο κεφάλι είτε λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του ασθενή. Διέλαθε της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου, πως ο εν λόγω γιατρός τόνισε επανειλλημένως πως μοναδική αιτία ύπαρξης της εν λόγω πάθησης στη περίπτωση του Ενάγοντα/Εφεσείοντα είναι ο τραυματισμός στο κεφάλι μετά τον ξυλοδαρμό που υπέστη το τότε χρονικό διάστημα, αποκλείοντας με βεβαιότητα το προχωρημένο της ηλικίας, αφού ως εξήγησε ο Ενάγων/Εφεσείων ήταν μόλις 39 ετών, γεγονός που αυτομάτως απέκλειε τον παράγοντα – ηλικία, αφού δεν ενέπιπτε στην κατηγορία των ασθενών με προχωρημένη ηλικία.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη όσο αφορά τη δοθείσα μαρτυρία, όταν κατέληξε πως, ο Dr. Υeoh, ΜΕ7, απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση αναφορικά με το κατά πόσο ένας σοβαρός τραυματισμός θα έπρεπε να φανεί κατά την εξέταση του Ενάγοντα/Εφεσείοντα στον αξονικό τομογράφο, αφού o εν λόγω μάρτυρας τόνισε πως η πάθηση ΒPPV, δεν εμφαίνεται μέσω αξονικής ή ακτινογραφικής τομογραφίας και/ή εξήγησε το εύρημα του βασίζεται στην εξέταση της μανούβρας για να διεξάγει τα συμπεράσματα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο κακώς αξιολόγησε αρνητικά τον τρόπο με τον οποίο ο ΜΕ7, Dr. Υeoh, ανέφερε πως ο Ενάγων/Εφεσείων πάσχει από το σύνδρομο ίλγγου θέσης (BPPV). Αναφέροντας χαρακτηριστικά πως «ισχυρίστηκε με απλουστευμένο τρόπο και χωρίς την απαραίτητη επιστημονική τεκμηρίωση που αναμένεται από ένα εμπειρογνώμονα, πως ο Ενάγων/Εφεσείων πάσχει από το συγκρκιμένο σύνδρομο ίλιγγου που παρουσίασε ο Ενάγοντας». Διέλαθε της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου, πως ο, Dr. Yeoh, ΜΕ7, εξήγησε τόσο επιστημονικά και/ή θεωρητικά όσο και παραστατικά την διαγνωστική εξέταση στην οποία υπεβλήθη ο Ενάγων/Εφεσείων, με τρόπο ώστε να αντιληφθούμε τη διαγνωστική μέθοδο που χρησιμοποίησε. Συγκεκριμένα, ανέφερε πως σε τέτοιες περιπτώσεις ο γιατρός ζητά από τον ασθενή να βρίσκεται σε όρθια θέση, έχοντας τα 2 χέρια κολλημένα στο κορμί, ενωμένα τα πόδια και κλειστά τα μάτια, ενώ στη συνέχεια ζητά από τον ασθενή να σταθεί με ενωμένα τα πόδια και τα χέρια υψωμένα μπροστά από το στήθος κάνοντας επί τόπου βηματισμό, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο ο ασθενής ισορροπεί ή κατά πόσο γέρνει προς τη μια πλευρά.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρερμήνευσε τα όσα είχαν λεχθεί από τον Dr. Yeoh, ΜΕ7 και/ή εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο εν λόγω μάρτυρας περιέπεσε σε αντίφαση, αφού σε ένα σημείο της μαρτυρίας τους ανέφερε πως το συγκεκριμένο σύμπτωμα εμφανίζεται μετά από σοβαρό τραυματισμό στο κεφάλι και όχι μικροτραυματισμός, ενώ σε άλλο σημείο της αντεξέτασης δήλωσε πως θα παρέμενε στην ίδια γνωμάτευση έστω και αν ο Ενάγων/Εφεσίων δεν είχε υποστεί σοβαρό τραυματισμό. Εν πάση όμως περιπτώσει, το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα προσκολλήθηκε σε λεπτομέρειες, αφού ούτως ή αλλως η μαρτυρία ενός μάρτυρα αξιολογείται μέσα από το σύνολο της και όχι μεμονωμένα και/ή αποσμασματικά.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ως διαπιστώνεται μέσα από τη μαρτυρία o ME7 δεν ήταν γνώστης των τραυμάτων του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα αγνόησε και/ή δεν έλαβε υπόψη ότι τα όσα αναφέρθηκαν από τον ΜΕ7 επιβεβαιώνονται και/ή ενισχύονται από τον Νευρολόγο Paul Hart, ο οποίος εξέτασε για πρώτη φορά τον Ενάγοντα/Εφεσίοντα και/ή τον παρέπεμψε στον ΜΕ7 για περαιτέρω εξέταση. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αγνόησε το Τεκμ.52, επιστολή του Νευρολόγου Paul Hart, δια της οποίας επιβεβαιώνεται η πάθηση Concussive Vestibulopathy, η οποία αφορά τον τραυματισμό του εσωτερικού αυτιού.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο φαίνεται πως έστρεψε τη προσοχή του σε επουσιώδη στοιχεία στα οποία δεν έπρεπε να είχε δώσει καμία βαρύτητα και/ή τα οποία δεν διαφοροποιούσαν τα πραγματικά γεγονότα και/ή παρέμεινε εσφαλμένα προσκολημμένο σε κατ’ ισχυρισμό λέξεις που χρησιμοποίησε ο ΜΕ7, καταλήγοντας εσφαλμένα πως κάποια πράγματα τα οποία ανέφερε δεν συνάδουν με τα γεγονότα ως τα παρουσίασε ο Ενάγων/Eφεσείων, αξιολογώντας αρνητικά τη μαρτυρία του. Παραδειγματικά αναφέρουμε, πως το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα επιμέτρησε αρνητικά το γεγονός πως ο ΜΕ7 ανέφερε πως ο Ενάγων/Εφεσείων «κλωτσήθηκε» στο κεφάλι ενώ ο Ενάγων/Εφεσείων κατέθεσε πως «πατήθηκε» το κέφαλι του. Το Σεβαστό Δικαστήριο αγνόησε το γεγονός πως τα όσα ανέφερνε ο μάρτυρας μεταφράζονταν και/ή καταγράφονταν στην ελληνική γλώσσα, επομένως δεν θα έπρεπε να είχε στρέψει τη προσοχή του σε τέτοιου είδους λεπτομέρειες, οι οποίες εν πάση περιπτώσει, δεν θα μπορούσαν να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο για το επίδικο θέμα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο αυτοκαθοδηγήθηκε λανθασμένα και/ή προσκολλήθηκε σε ασήμαντες λεπτομέρειες και/ή στοιχεία, διεξάγοντας εσφαλμένα το συμπέρασμα πως η μαρτυρία του ΜΕ7 στηριζόταν σε αντιφάσεις. Παραδειγματικά, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως η βεβαιότητα με την οποία προσπάθησε ο ΜΕ7 να στηρίξει το εύρημα του πως τα συμπτώματα ίλιγγου που παρουσίασε ο Ενάγων/Εφεσείων οφείλονται στην επίθεση που δέκτηκε, βρίσκονται σε αντίθεση με το Τεκμ.51 που παρουσίασε, στο οποίο αναγράφεται πως «είναι σχεδόν σίγουρο» πως το σύνδρομο οφείλεται στην επίθεση.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα ως υπερβολικό σε σχέση με τον τρόπο που παρουσίαζε τα γεγονότα, αναφέροντας πως προσπαθούσε να παρουσιάσει τους τραυματισμούς του και τη σωματική του βλάβη σοβαρότερη από ότι ήταν στη πραγματικότητα, υπογραμμίζοντας πως «η μαρτυρία του για το ζήτημα αυτό όχι μόνο χαρακτηρίζεται από υπερβολή αλλά ούτε υποστηρίζεται απόλυτα από την ιατρική μαρτυρία». Το Σεβαστό Δικαστήριο ως εμφαίνεται έδωσε υπέρμετρη βαρύτητα στη συναισθηματική φόρτιση του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, αγνοώντας και/ή παραβλέποντας αφενώς πως δεν επρόκειτο για ειδήμων μάρτυρα ο οποίος θα κατέθετε αναφορικά με τις σωματικές βλάβες τις οποίες έχει υποστεί, αφού αυτό είναι έργο των εμπειρογνωμόνων γιατρών και αφετέρου, πως τα όσα κατέθεσε σε σχέση με το ζήτημα αυτό επιβεβαιώθηκαν και/ή διευκρινίστικαν από τους εμπειρογνώμονες γιατρούς που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, εβρισκόμενο σε πλάνη ως προς τα πραγματικά γεγονότα και/ή παρερμηνεύοντας τα όσα είχαν τεθεί ενώπιον του και/ή δίδοντας υπέρμετρη σημασία σε μη ουδιώδη σημεία, χαρακτηρίζοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα/Εφεσείοντα ως υπερβολική. Παραδειγματικά, αναφέρουμε πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα έκρινε πως ο Ενάγων/Εφεσείων ήταν υπερβολικός επειδή ανέφερε πως «μετά που έλαβε εξιτήριο από το νοσοκομείο για κάποιο χρονικό διάστημα χρησιμοποιούσε δεκανίκια, κάτι που δεν συνάδει με την μαρτυρία των θεραπόντων γιατρών του οι οποίοι δεν ανέφεραν ότι ο Ενάγοντας μετά που έλαβε εξιτήριο δεν ήταν σε θέση να περπατίσει κανονικά».Το Σεβαστό Δικαστήριο βρισκόταν σε πλάνη, αφού δια της κατατεθείσας μαρτυρίας ενώπιον του και/ή των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του και/ή δια της μαρτυρίας του ΜΕ5, υποστηρίζεται και/ή αναφέρεται πως ο Ενάγων/Εφεσείων δεν ήταν σε θέση να περπατήσει κανονικά.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο Ενάγων/Εφεσείων ενώ προσπαθούσε να πείσει κατά τη κυρίως εξέταση πως τα ψυχολογικά προβλήματα που αντιμετωπίζει οφείλονται αποκλειστικά στον ξυλοδαρμό που έχει υποστεί τη συγκεκριμένη ημέρα από τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους, στην αντεξέταση, ανέφερε ότι ο νευρικός κλονισμός που υπέστη οφείλεται σε συνδυασμό πολλών παραγόντων. Το Σεβαστό Δικαστήριο ως εμφαίνεται παρέλειψε να λάβει υπόψη πως ο Ενάγων/Εφεσείων δεν θα μπορούσε ποτέ να αξιολογηθεί ως ειδήμων σε σχέση με τα αίτια ύπαρξης των ψυχιατρικών του προβλημάτων και πως ο μόνος ειδήμων μάρτυρας που κατέθεσε σε σχέση με την ψυχολογική του κατάσταση και τα αίτια, ήταν ο Dr. Drever, του οποίου η μαρτυρία έπρεπε να είχε γίνει αποδεκτή στο σύνολο της.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα ενεδιέτριψε τη προσοχή του σε επουσιώδη στοιχεία και/ή παρεμφερή και/ή άσχετα με τα επίδικα ζητήματα, τα οποία αφορούσαν την παράβαση συμφωνίας εκ μέρους των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων, σε σχέση με την αγορά της κατοικίας του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και σε σχέση με τη δυσφήμιση, ζητήματα τα οποία απασχόλησαν το Δικαστήριο και/ή εκδικάστηκαν σε άλλη υπόθεση ήτοι την 365/08 και τα οποία τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου εν τη προκειμένη περίπτωση επιγραμματικά και μόνο για σκοπούς συνοχής. Παραδειγματικά αναφέρουμε, πως ενώ το επίδικο θέμα ήταν το ύψος των αποζημιώσεων, το Σεβαστό Δικαστήριο έδωσε έμφαση και/ή επιμέτρησε αρνητικά το γεγονός πως ο Ενάγων/Εφεσείων, κατά την κυρίως εξέταση του δεν ανέφερε πως ήρθε σε επαφή με τη νέα αγοράστρια της κατοικίας και πως αυτά τα ανέφερε μόνο κατά το στάδιο της αντεξέτασης, γεγονός το οποίο ουδώλως σχετίζεται και/ή αφορά στα επίδικα θέματα. Το Σεβαστό Δικαστήριο, ανέφερε και σχολίασε αρνητικά το γεγονός πως ο Ενάγων/Εφεσείων απαντώντας σε σχετικές υποβολές που του τέθηκαν από το συνήγορο της υπεράσπισης, παραδέκτηκε πως πριν ακόμη δεχτεί τις δύο αναρτήσεις ανάρτησε συγκεκριμένη ιστοσελίδα που έλαβε κατά τη διάρκεια συναντήσεων που είχε με τους Εναγόμενους 1 και 2, χωρίς τη συγκατάθεση τους. Με το ίδιο σκεπτικό, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα προέβη σε συμπεράσματα και/ή καταλήξεις απορρίπτοντας τη μαρτυρία του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, αναφέροντας πως δεν πείθεται πως μοναδικός σκοπός της επίσκεψης του Ενάγοντα/Εφεσείοντα στην κατοικία, ήταν η λήψη μετρήσεων που θα χρησιμοποιούσε ως μαρτυρία για την υπόθεση της παράβασης συμφωνίας που εκκρεμούσε στο Δικαστήριο, με την αιτιολογία πως δεν είχε την εμπειρογνωμοσύνη να λάβει μετρήσεις οι οποίες θα γίνονταν αποδεκτές από το Δικαστήριο. Το Σεβαστό Δικαστήριο, δρώντας εκτός των εξουσιών του, σχολίασε και απέρριψε τα όσα ανέφερε ο Ενάγων/Εφεσείων σε σχέση με τον εξευτελισμό, την απελπισία, την στενοχώρια που ένιωσε μετά την επίθεση που δέκτηκε επειδή ως ο ίδιος ανέφερε πήγε να δει το σπίτι του.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε εσφαλμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας, προβαίνοντας σε ευρήματα όχι μόνο εξ αντικειμένου ανυπόστατα και αυθαίρετα, αλλά από το κείμενο της απόφασης φαίνεται πως παρερμήνευσε τη μαρτυρία και/ή καθοδηγήθηκε από λανθασμένη αξιολόγηση της μαρτυρίας, η οποία δεν υποστηρίζεται από τη πραγματική δοθείσα μαρτυρία.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο αξιολογώντας εσφαλμένα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του και/ή εβρισκόμενο σε πλάνη σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα και/ή αξιολογώντας τη μαρτυρία με λανθασμένο τρόπο, εσφαλμένα κατέληξε στο συμπέρασμα πως υπό τις περιστάσεις δεν αιτιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, με την αιτιολογία πως ελλείπει το στοιχείο της ύπαρξης έκδηλης αλαζονείας ή αθέμιτου κινήτρου εκ μέρους των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολογώντας εσφαμένα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του, εσφαλμένα έκρινε πως η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα ήταν προκλητική.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο με βάση την ενώπιον του μαρτυρία εσφαλμένα δεν επεδίκασε όλες τις πραγματικές ζημιές του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Παραδειγματικά αναφέρουμε πως εσφαλμένα έκρινε πως δεν αποδείκτηκαν οι ειδικές ζημιές σε σχέση με τα τεκμήρια 47Α και 47Β επειδή κατ’ ισχυρισμό η απόδειξη δεν είχε εκδοθεί επ’ ονόματι του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Διέλαθε της προσοχής του Δικαστηρίου πως ως ο ίδιος ο Ενάγων/Εφεσείων εξήγησε κατά τη μαρτυρία του από το συνολικό ποσό των 180,99 Στερλινών που αναφέρεται στο Τεκμήριο 47(α), διεκδικεί μόνο το πρώτο ποσό των 95,00 Στερλινών (covertcamerakit), ενόψει του ότι το Τ.47(α) περιλαμβάνει και άλλα εξαρτήματα τα οποία δεν απωλέσθησαν ή καταστράφηκαν από το περιστατικό. Διέλαθε επίσης της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου πως η απόδειξη πληρωμής φέρει ημερομηνία 12/06/07 και εκδόθηκε επ’ ονόματι του Ενάγοντα, με την αναγραφή «πληρωμένο» στη κατάσταση πληρωμής (paymentstatus: paid). Η αγορά έγινε από την ιστοσελίδα dogcamsport.Το τεκμήριο 47(β) αποτελεί απόδειξη πληρωμής ημερ. 03/01/2008, όπου αναφέρεται η τιμή αγοράς της κάρτας μνήμης και δύο δίσκων της βιντεοκάμερας, που ανέρχεται στο ποσό των 315,00Στερλινών και ως εμφαίνεται πληρώθηκε με visa. Περαιτέρω, διέλαθε της προσοχής του Σεβαστού Δικαστηρίου πως η απώλεια των πιο πάνω επιμαρτυρείται από την ποινική απόφαση Τεκμήριο39, από την κατάθεση του Αστ. 3488 Μάριου Χρίστουτεκ. 19, από την κατάθεση του Αστ. 1192, Στ. Ανδρέουτεκ.. 34 και από την κατάθεση του Αστ. 860 Στ. Θεοδούλου τεκ. 28. Λόγω της εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων γιατρών, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα απέρριψε την επιδίκαση ιατρικών εξόδων ως εμφαίνονται από την παράγραφο Ε και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης, με τον ισχυρισμό ότι με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει αποδειχθεί πως τα εν λόγω έξοδα σχετίζονται και/ή συνδέονται με τον τραυματισμό του Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατά την επίθεση. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επεδίκασε έξοδα σε σχέση με τα έξοδα επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου μετά τη σύγκρουση του αυτοκινήτου που ενοικίαζε από τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη το Τεκμήριο 48, που αποτελεί απόδειξη εισπράξεως ημερ. 26/01/08, λίγες ημέρες μετά το επίδικο συμβάν καθώς επίσης και το Τεκμήριο 19, στο οποίο εμφαίνεται πως το εν λόγω αυτοκίνητο είναι το αυτοκίνητο που κτύπησαν οι Εναγόμενοι/Εφεσίβλητοι. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν επεδίκασε τα έξοδα για την επιδιόρθωση του αυτοκινήτου, με την αιτιολογία πως ο Ενάγων/Εφεσείων δεν απέδειξε πως η σύγκρουση οφειλόταν στους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους, αφού το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό και/ή δεν αμφισβητήθηκε.Το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν επεδίκασε τα έξοδα μετακίνησης και διανομής τα οποία επιβαρύνθηκε ο Ενάγων/Εφεσείων σε σχέση με τη διεξαγωγή της συνδεόμενης με την παρούσα υπόθεση, ποινικής υπόθεσης 4155/08, προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όγκος εγγράφων που δεν επεξηγήθηκε, αφού έγινε ρητή αναφορά πως πρόκειται για έξοδα αεροπορικά, μετακίνησης,και διαμονής για τις ημερομηνίες διεξαγωγής των ακροαματικών διαδικασιών στην ποινική υπόθεση.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε στην απόφαση του, ευρισκόμενο σε πλάνη σε σχέση με την ισχύουσα Νομοθεσία και τις καθιερωμένες αρχές της Νομολογίας

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε ορθά και/ή δεν ακολούθησε τις καθιερωμένες αρχές σε σχέση με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων, παραλείποντας να καταλήξει στο συμπέρασμα πως τα όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα παρέμειναν αναντίλεκτα και/ή αδιαμφισβήτητα, αφού αφενός δεν έγινε κατορθωτό να πληγεί η αξιοπιστία τους μέσω της αντεξέτασης και αφετέρου δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τη πλευρά των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων, που να θέτει σε αμφισβήτηση και/ή να αντικρούει τα όσα εμπεριστατωμένα και καθόλα τεκμηριωμένα παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και/ή παραγνώρισε πως οι εμπειρογνώμονες της πλευράς των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων απέτυχαν να παρουσιάσουν με επιστημονικά κριτήρια πως θα έπραττε κατά την γνώμη τους ο μέσος συνετός γιατρός και/ή απέτυχαν να παρουσιάσουν εμπεριστατωμένα πως τα όσα ισχυρίζονται υποστηρίζονται από μια άλλη σχολή ιατρών, με τρόπο που το Δικαστήριο έπρεπε να καθοδηγηθεί μόνο με βάση την ιατρική γνώμη των εμπειρογνωμόνων της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη και/ή εσφαλμένα δεν ακολούθησε τα όσα αναφύονται από την καθοδηγητική υπόθεση The Jones v. Dunkel Inference [2004] NSWCA 123, στην οποία τέθηκε πως όταν η Υπεράσπιση δεν προσκομίζει μάρτυρες προς αμφισβήτηση των όσων έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από την πλευρά των Εναγόντων, τότε αυτό ενδυναμώνει τη θέση των τελευταίων και το Δικαστήριο δύναται με περισσότερη σιγουριά και/ή βεβαιότητα να αποδεχτεί τις θέσεις των Εναγόντων ως αληθείς και/ή πειστικές.

  1. Tο Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε όλα όσα τέθηκαν από τους εμπειρογνώμονες μάρτυρες της πλευράς του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, από τη στιγμή που ήταν η μοναδική ιατρική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και/ή εν απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας από την πλευρά των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων η οποία να αντικρούει τα όσα κατέθεσαν, και ιδιαιτερα ενόψει της έλλειψης ικανοποιητικής εξήγησης αναφορικά με τον λόγο που δεν προσήλθαν ουσιαστικοί μάρτυρες ή εμπειρογνώμονες προς υποστήριξη των ισχυρισμών των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν εφάρμοσε σωστά τις νομικές αρχές που αφορούν την αποδοχή μαρτυρίας από εμπειρογνώμονα.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν εφάρμοσε και/ή εφάρμοσε λανθασμένα τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας των εμπειρογνωμόνων, σύμφωνα με τη Νομολογία. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα υιοθέτησε και/ή διεξήγαγε αυθαίρετα συμπεράσματα αναφορικά με ιατρικά ζητήματα, τα οποία δεν υποστηρίκτηκαν από καμία απολύτως ιατρική γνώμη και/ή βιβλιογραφία, ενώ από την άλλη λανθασμένα δεν αποδέκτηκε τις θέσεις των εμπειρογνωμόνων που κατέθεσαν για την πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, οι οποίες ήταν απολύτως τεκμηριωμένες. Επομένως εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο έπρεπε να κρίνει πως η πλευρά των Εναγομένων/Εφεισβλήτων δεν εφοδίασε το Δικαστήριο με το κατάλληλο επιστημονικό υλικό προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα το επίπεδο απόδειξης, αφού με βάση τα γεγονότα όπως τέθηκαν ενώπιον του και δεδομένου πως η μόνη ιατρική μαρτυρία που είχε ενώπιον του ήταν αυτή των γιατρών που κατέθεσαν για τη πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, θα έπρεπε να είχε καταλήξει πως με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, οι ζημιές που υπέστη ο Ενάγων/Εφεσείων από την επίθεση ήταν αυτές που περιέγραψαν οι εν λόγω γιατροί, η μαρτυρία των οποίων παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν αντικρούστηκε από άλλη ιατρική μαρτυρία. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να ακολουθήσει την καθοδηγητική υπόθεση Morrison v. Barton 1994 SLT 657, στην οποία παρόλο που τα επιχειρήματα της υπεράσπισης ήταν πως ο Ενάγων δεν είχε αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ του πόνου και του επίδικου συμβάντος, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα πως με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, είχαν αποδειχθεί τα πιο πάνω μέσω της ιατρικής μαρτυρίας.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο, κατά παράβαση των εξουσιών που του παρέχονται από το Νόμο, προέβη σε πιθανολογήσεις και/ή συμπεράσματα και/ή καταλήξεις, που δεν αντικατοπτρίζονται στις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόμενων/Εφεσιβλήτων και/ή δεν ανταποκρίνονται στην δοθείσα μαρτυρία και/ή στα τεκμήρια που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, θέτοντας σε ευνοϊκότερη θέση τους Εναγόμενους/Εφεσίβλητους.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τις νομολογιακές αρχές καταλήγοντας στο συμπέρασμα πως υπό τις περιστάσεις δεν αιτιολογείται η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων, με την αιτιολογία πως ελλείπει το στοιχείο της ύπαρξης έκδηλης αλαζονείας ή αθέμιτου κινήτρου εκ μέρους των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν ακολούθησε τη σχετική επί του θέματος νομολογία, δια της οποίας αιτιολογείται υπό το φως των περιστάσεων, υψηλότερο ποσό γενικών και επαυξημένων αποζημιώσεων. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε τις καθόλα διαφωτιστικές μαρτυρίες που τέθηκαν ενώπιον του σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ίλλιγγου θέσης και ψυχιατρικών/ψυχολογικών προβλημάτων, λόγω της εσφαλμένης αξιολόγησης της μαρτυρίας των ΜΕ5, ΜΕ6 και ΜΕ7, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την επιδίκαση πολύ χαμηλού ποσού αποζημιώσεων.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο λανθασμένα δεν ακολούθησε την υφιστάμενη νομολογία και/ή τις πάγιες αρχές της ισχύουσας νομολογίας οι οποίες συμφωνούν με τα όσα ανέφερε ο ΜΕ6, Ian Drever, ήτοι πως σε περίπτωση που κάποιος ασθενής έχει υποστεί ψυχολογικά τραύματα και/ή ψυχιατρικά προβλήματα και/ή κατάθλιψη συνεπεία πολλών παραγόντων, τότε ο θεράπων ιατρός είναι το κατάλληλο πρόσωπο να αναφέρει ποιος λόγος διαδραμάτισε κύριο ρόλο στην εμφάνιση των εν λόγω τραυμάτων και σε ποιο ποσοστό.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα δεν ακολούθησε την ισχύουσα νομολογία τόσο την κυπριακή όσο και την αγγλική που τέθηκε αναλυτικά ενώπιον του σε σχέση με τις γενικές αποζημιώσεις που αφορούν παρόμοια τραύματα με αυτά του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ιδιαίτερα αναφορικά με την κρανιοεγκεφαλική κάκωση, σύνδρομο Adjustment Disorder with Disturbances of Emotions και Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV), που θα αιτιολογούσαν πολύ υψηλότερα ποσά αποζημιώσεων.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο εφάρμοσε λανθασμένα υπό τις περιστάσεις τη νομολογία αναφορικά με την απόδειξη των πραγματικών και/ή ειδικών ζημιών. Συγκεκριμένα, το Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα θεώρησε πως με βάση τη σχετική επί του θέματος νομολογία δεν αποδείκτηκαν οι ειδικές ζημιές σε σχέση με τα τεκμήρια 47Α και 47Β επειδή κατ’ ισχυρισμό η απόδειξη δεν είχε εκδοθεί επ’ ονόματι του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, καθώς και με τα ιατρικά έξοδα ως εμφαίνονται από την παράγραφο Ε και Ζ της Έκθεσης Απαίτησης, με τον ισχυρισμό ότι με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν έχει αποδειχθεί πως τα εν λόγω έξοδα σχετίζονται και/ή συνδέονται με τον τραυματισμό του Ενάγοντα/Εφεσείοντα κατά την επίθεση. Το Σεβαστό Δικαστήριο, εσφαλμένα δεν επεδίκασε τα έξοδα μετακίνησης και διανομής τα οποία επιβαρύνθηκε ο Ενάγων/Εφεσείων σε σχέση με τη διεξαγωγή της ποινικής υπόθεσης 4155/08, με την αιτιολογία ότι κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όγκος εγγράφων τα οποία δεν επεξηγήθηκαν. Με τον ίδιο τρόπο εσφαλμένα δεν επεδίκασε τις ειδικές ζημιες για την επισκευή του ενοικιαζόμενου αυτοκινήτου του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και των ενδυμάτων του.

  1. To Σεβαστό Δικαστήριο εσφαλμένα επιδίκασε νόμιμο τόκο επί του επιδικασθέντος ποσού από την ημερομηνία 01/01/2010 και όχι από την ημερομηνία της επίθεσης ήτοι 14/01/08, θεωρώντας πως προκλήθηκε αναιτιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη και/ή να επιμετρήσει τις ιδιαιτερότητες της παρούσης υπόθεσης, οι οποίες τυχόν να προκάλεσαν οποιαδήποτε καθυστέρηση στη διεξαγωγή της διαδικασίας, και που προέρχονται κυρίως από το γεγονός πως ο Ενάγων/Εφεσείων πρόκειται για διάδικο διασυνοριακών διαφορών που τυγχάνει νομικής αρωγής. Παραδειγματικά, το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη μεταξύ άλλων, διαδικαστικά κωλύματα λόγω της έλευσης του Ενάγοντα/Εφεσείοντα από την Αγγλία για σκοπούς προσαγωγής της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, τη διαμεσολάβηση της εκδίκασης της αίτησης για νομική αρωγή, και τη διευθέτηση προσαγωγής μαρτυρίας μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης, τα οποία δικαιολογούσαν την επιδίκαση τόκου από την ημερομηνία έγερσης του αγώγιμου δικαιώματος.

  1. Για σκοπούς επιδίκασης νόμιμου τόκου, το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και/ή αγνόησε το γεγονός πως η εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν εξαρτάτο αποκλειστικά και μόνο από τον έλεγχο του Ενάγοντα/Εφεσείοντα, αφού η οποιασδήποτε προκληθείσα καθυστέρηση ήταν συνεπεία της νομικής αρωγής και της δύσκολης οικονομικής του κατάστασης. Παραδειγματικά αναφέρουμε πως για σκοπούς αποκρυστάλλωσης των πραγματικών ζημιών που υπέστη ο Ενάγων/Εφεσείων, κατέστη αναγκαία η προσκόμιση της κατάλληλης μαρτυρίας μέσω των θεράποντων ιατρών του, οι οποίοι βρίσκονται στην Αγγλία. Ενόψει του ότι ο Ενάγων/Εφεσείων είναι διάδικος με νομική αρωγή για διασυνοριακές διαφορές και ενόψει του ότι όλα τα έξοδα τα οποία βαραίνουν την πλευρά του, επιβαρύνουν ουσιαστικά την Κυπριακή Δημοκρατία, το Σεβαστό Δικαστήριο ενέκρινε το αίτημα μας, όπως δοθεί η μαρτυρία των εν λόγω γιατρών, μέσω εικονοτηλεδιάσκεψης προς αποφυγή μεγαλύτερων εξόδων εις βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Σεβαστό Δικαστήριο παραγνώρισε και/ή δεν έλαβε υπόψη, πως ως εμφαίνεται από τον ογκώδη φάκελο της υπόθεσης καθώς επίσης και ως επιμαρτυρείται από τα πρακτικά του Πρωτοκολλητείου, ο συντονισμός και η επικοινωνία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου με το Royal Court of Justice του Λονδίνου για προγραμματισμό και διευθέτηση της εικονοτηλεδιάσκεψης, ήταν έργο χρονοβόρο και δύσκολο και/ή η οποιαδήποτε καθυστέρηση προκλήθηκε δεν ήταν υπό τον έλεγχο του Ενάγοντα/Εφεσείοντα. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πως ως απόρροια των πιο πάνω διαδικαστικών κωλυμάτων, αιτήματα αναβολής ή αυτεπάγγελτες αναβολές ήταν καθόλα δικαιολογημένες και κατ’ ουδένα λόγο δεν θα μπορούσαν να επενεργήσουν εναντίον του Ενάγοντα. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο όχι μόνο παραγνώρισε τα πιο πάνω διαδικαστικα κωλύματα αλλά τουναντίον παρέλειψε να επιμετρήσει θετικά πως η πλευρά του Ενάγοντα/Εφεσειοντα, ήταν καθόλα βοηθητική αφού ενεπλάκη ενεργά, επίμονα και πέραν των υποχρεώσεων της, για την ετοιμασία και αποστολή όλων των σχετικών εγγράφων προς τις αρμόδιες αρχές της Αγγλίας καθώς επίσης και μέσω των τηλεφωνικών και άλλων παρεμβολών για επίσπευση της όλης διαδικασίας.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο, επιδικάζοντας νόμιμο τόκο από την 01/01/2010, έμμεσα έθεσε τον Ενάγοντα/Εφεσείοντα, ο οποίος είναι διάδικος με νομική αρωγή, σε μειονεκτική και/ή δυσμενέστερη θέση έναντι των διαδίκων με την οικονομική δυνατότητα, οι οποίοι έχουν την ευχέρεια να καταβάλουν τα σχετικά έξοδα για την προσαγωγή αναγκαίας και/ή ουσιώδους μαρτυρίας από το εξωτερικό προς απόδειξη της υπόθεσης τους, χωρίς όλα τα πιο πάνω διαδικαστικά και τυπικής φύσεως κωλύματα. Το Σεβαστό Δικαστήριο αγνόησε πως η μη επιδίκαση νόμιμου τόκου από την ημερομηνία του επίδικου συμβάντος, ουσιαστικά λαμβάνει τη μορφή τιμωρίας έναντι στο διάδικο που τυγχάνει νομικής αρωγής και που αντιμετωπίζει διαδικαστικά κωλύματα, παραβλέποντας το δικαίωμα του Ενάγοντα/Εφεσείοντα για δίκαιη δίκη, σύμφωνα με το Άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, το Άρθρου 30 του Συντάγματος, τον Περί Νομικής Αρωγής Νόμου 165 (Ι)/2002.

ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε και/ή δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή δεόντως την απόφασή του και/ή τα ευρήματά του.

ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΑ

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή δεόντως τους λόγους για τους οποίους δεν αποδέκτηκε σημαντικό μέρος της μαρτυρίας των ΜΕ5, ΜΕ6 και ολόκληρης της μαρτυρίας του ΜΕ7, από τη στιγμή που η άλλη πλευρά απέτυχε να προσκομίσει μαρτυρία δια της οποίας να αντικρούει τα όσα έθεσαν οι προαναφερόμενοι μάρτυρες και/ή έστω να αμφισβητήσουν τη διαγνωστική μέθοδο την οποία ακολούθησαν.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο παρέλειψε να αιτιολογήσει με ποιον τρόπο υιοθέτησε τις θέσεις των Εναγομένων/Εφεσιβλήτων, από τη στιγμή που δεν εφοδίασαν το Δικαστήριο με την κατάλληλη ιατρική μαρτυρία και τα κατάλληλα επιστημονικά εργαλεία δια των οποίων να υποστηρίζονταν οι θέσεις τους.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή δεόντως τους λόγους για τους οποίους απέρριψε τη μαρτυρία του ΜΕ5, Νικόλαου Νικολάου, σε σχέση με το εύρημα του για κρανιοεγκεφαλική κάκωση, ιδιαίτερα λαμβανομένου υπόψη πως η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και/ή δεν αντικρούστηκε από άλλη ιατρική μαρτυρία. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε με ποια κριτήρια και/ή τους λόγους για τους οποίους ενώ αποδέκτηκε τα υπόλοιπα ευρήματα του εν λόγω γιατρού, απέρριψε το εύρημα για κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή παρέλειψε να εξηγήσει δεόντως γιατί έκρινε πως ο ΜΕ6, Ian Drever, απέτυχε να εξηγήσει με σαφήνεια και με επιστημονική τεκμηρίωση πως κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα συμπτώματα του Ενάγοντα/Eφεσείοντα με τα χαρακτηριστικά κατάθλιψης οφείλονται στον ξυλοδαρμό που έχει υποστεί.

  1. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε πως διεξήγαγε το συμπέρασμα πως ο ΜΕ7 δεν ήταν γνώστης των τραυμάτων του Ενάγοντα/Εφεσείοντα και πως κατέληξε στο συμπέρασμα πως ο ΜΕ7 κατέληξε «αβίαστα» στο συμπέρασμα πως το σύνδρομο ίλλιγγου παρουσιάστηκε ένεκα του τραυματισμού από την επίθεση.

  1. . Το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή παρέλειψε να αιτιολογήσει δεόντως γιατί δεν αποδέκτηκε τη μαρτυρία του ΜΕ7, Dr.Yeoh, αναφορικά με τις δύο μόνες αιτίες εμφάνισης του συνδρόμου Βegin Paroxysmal Positional Vertigo (BPPV) (παροξυσμικός ίλιγγος θέσης), είτε λόγω τραυματισμού στο κεφάλι είτε λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του ασθενή.

  1. Το Σεβαστό Δικαστήριο δεν αιτιολόγησε επαρκώς και/ή προέβη σε εσφαλμένη αιτιολόγηση ως προς την μη επιδίκαση όλων των πραγματικών ζημιών που υπέστη ο Ενάγων/Εφεσείων.

(Περαιτέρω λεπτομέρειες θα δοθούν κατά την ακρόαση της Εφέσεως)

(Υπογρ.) Γ. Γεωργιάδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Δικηγόροι Ενάγοντα/Εφεσείοντα

Καταχωρήθηκε την / / 2015

Πιστόν Αντίγραφον

Πρωτοκολλητής

(α) Έκαστος λόγος και τα αιτιολογικά τούτου δέον να εκτίθενται κεχωρισμένως και πλήρως.

Limassol court was ‘too lenient’ due to defendants’ social standing

By Angelos Anastasiou

THREE court cases involving individual instances of negligent driving, which left two women dead and an underage girl paralysed, appear to have been tried with suspicious lenience due to the defendants’ social standing, state TV reported on Thursday.

According to the CyBC, head of Limassol traffic police Michalis Katsounotos has sent a letter to chief of police Zacharias Chrysostomou inquiring about the three cases, which involve accidents that took place in 2011 and 2012.

In each case, public prosecutors charged the drivers but the sentences handed down by the court were suspiciously merciful – for the two accidents resulting in the victims’ death the accused were fined with €3,000 and their driving licences were temporarily revoked, and they received five penalty points, while the driver in the third instance was not punished.

Katsounotos’ letter noted that all three cases were tried by the same judge, and two defendants used the same lawyer, raising the question of whether there might have been foul play.

According to the rulings, in each case the court accepted the fact that victims’ families had been paid substantial sums from insurance companies as a mitigating factor.

As well, the letter poses the question of whether the three defendants were tried on the basis of their social standing, as they are considered to be well-known individuals in Limassol.

The Limassol traffic chief claimed that his department was not informed of the rulings as per due process, and noted that public prosecutors failed to appeal the rulings.

Sources have confirmed that the first case involved former Commerce Minister from 1988 to 1993 Takis Nemitsas, who in 2012 had run over an underage Russian girl after running a red light, leaving the girl paralysed.

Nemitsas, who was represented in court by Andreas Charalambous, pleaded guilty to the charges, but District Court judge Toula Papapetrou did not impose a sentence.

The second case related to a fatal accident, in which 28-year-old lawyer Oliver Anastasis Neophytou, who had been driving under the influence of alcohol, drove into an immigrant woman who had been walking on the pavement.

Neophytou, also represented by Charalambous in court, faced four charges – manslaughter, driving while intoxicated, reckless driving, and not keeping his hands free while driving.

He was fined €3,000, suffered a six-month revocation of his driving licence, and was penalised with six penalty points for the first charge, while the rest were mysteriously withdrawn.

The third case concerned a fatal accident in which an elderly woman was killed.

Insurance agent Phedonas Michael was fined €3,000, had his licence revoked for one year and was penalised with five penalty points.

The leaked letter caused the furious reaction of deputy Attorney General Rikkos Erotokritou, as he considered that fingers were being unjustly pointed at the state’s Legal Services.

“Do not include the Legal Services in your questions,” he abruptly told the state radio’s anchor yesterday morning, after she asked whether the service had been at fault. “You are wrong.”

Erotokritou added that public prosecutors are not technically part of the state’s Legal Services, falling under the police’s organisational chart instead.

“However, as part of their work in the courtroom they have a duty to inform us,” he said.

The deputy AG said neither he nor his boss had been aware of the letter’s contents, until they encountered the story in the media.

“When we get the letter, Legal Services will offer its position and will ask for the prosecutors’ views in writing,” he said.

“We can’t wake up to news stories that the Legal Services are being accused by the Limassol traffic chief, when he failed to contact us in advance, as he should have,” Erotokritou said.

Katsounotos declined comment to the Cyprus Mail and referred all questions to police spokesman Andreas Angelides.

Speaking on state TV yesterday, Angelides rejected Erotokritou’s claim that public prosecutors are part of the police’s remit.

“Public prosecutors are accountable to the Legal Services,” he said. “They are public prosecutors, they don’t investigate anything.”

However, he did concede that the Legal Services had not yet been informed of the issue as the letter was leaked before it officially got to its intended recipient.

“Very recently, we had noted some traffic cases that were tried, and due to the sentences that were handed down, Limassol traffic police prepared a letter that was supposed to accompany the trial files to the Legal Services,” he said. “But of course, the issue was made public before the letter and the files were delivered.”

Yesterday afternoon, the AG’s office issued a statement by which it demanded a written report of the facts by noon Monday.

“Concerning the news report in relation to an allegedly poor execution, or deliberate violation, of duty by public prosecutors in the handling of three fatal criminal traffic cases before the Limassol District Court, the Attorney General has instructed the head of the Public Prosecutors’ office to prepare a full report of the facts and present it to the Attorney General’s office by noon on Monday, October 6,” Attorney General Kostas Clerides announced.

“Once the above-mentioned fact report has been received and studied, any further measures warranted will be determined,” he added.

Source: Cyprus Mail

Criminal Fraud: Case 19/2011: Date 23-10-2013

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Ποινικές Εφέσεις Αρ. 19/2011 και 20/2011)

23 Οκτωβρίου, 2013
[ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, ΠΑΣΧΑΛΙΔΗΣ, ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ/στές]

(Ποινική ΄Εφεση Αρ. 19/2011)

CORNELIUS DESMOND O’DWYER

Εφεσείων,

ν.
1. CRISTOFOROS KARAYIANNAS & SONS LTD,
2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,
3. ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,
4. MICHELLE McDONALD,

Εφεσιβλήτων.

________________________

(Ποινική ΄Εφεση Αρ. 20/2011)

MICHAELLA MARGARET O’DWYER,

Εφεσείουσα,

ν.
1. CRISTOFOROS KARAYIANNAS & SONS LTD,
2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,
3. ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,
4. MICHELLE Mc DONALD,

Εφεσιβλήτων

________________________

Γιάννος Γεωργιάδης, με Ντόρια Βαρωσιώτου (κα), για τον Εφεσείοντα στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 19/11 και την Εφεσείουσα στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 20/11.
Αντρέας Κλαΐδης, με Στέλιο Βασιλακκά, για Φλουρέντζου, για τους Εφεσίβλητους.

________________________
Την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δώσει
η Δικαστής Ε. Παπαδοπούλου.
_________________________
Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ, Δ.: Οι εφεσίβλητοι – κατηγορούμενοι, στα πλαίσια της Ιδιωτικής Ποινικής Υπόθεσης Αρ. 1912/2009, ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, μετά από ακροαματική διαδικασία, αθωώθηκαν και απηλλάγησαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν. Οι κατηγορίες αφορούσαν δόλια συναλλαγή σε ακίνητη περιουσία που ανήκε σε άλλο. Συγκεκριμένα, κατηγορούνταν: Οι εφεσίβλητοι 1 ότι, ενώ γνώριζαν ή έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση των εφεσειόντων, δικαιούχων δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 23/8/2005, κατατεθειμένου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου, πώλησαν ή διέθεσαν προς χρήση μία κατοικία στο κτηριακό συγκρότημα «΄Αγιος Σέργιος», στο Φρέναρος, (η «κατοικία»), οι εφεσίβλητοι 2 και 3 ότι συμμετείχαν στην εν λόγω συναλλαγή και η εφεσίβλητη 4 ότι αποδέχτηκε την κατοικία, ενώ γνώριζε, ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει ότι δεν υπήρχε η συγκατάθεση των εφεσειόντων. Αποτελούσε κοινό έδαφος πρωτοδίκως ότι:-

«α) η Κατηγορουμένη αρ. 1 είναι εταιρεία, δεόντως συσταθείσα στην Κύπρο συμφώνως του Νόμου και ότι οι Κατηγορούμενοι αρ. 2 και αρ. 3 ήσαν διευθυντές της κατά τον ουσιώδη για την υπόθεση χρόνο και συνεχίζουν να είναι μέχρι και σήμερα.

β) οι Παραπονούμενοι (είναι μεταξύ τους σύζυγοι) συνεβλήθησαν γραπτώς με την Κατηγορουμένη αρ. 1 εταιρεία στις 23.8.2005, για την αγορά μιας υπό ανέγερση οικίας (αποτελούσε μέρος συγκροτήματος κατοικιών που ήταν γνωστό ως ‘Agios Sergios Complex’ και είχε τον αριθμό 30) η οποία θα ανεγείρετο σε ιδιόκτητη γη της τελευταίας (εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της γης ήταν η κατηγορουμένη αρ. 1 εταιρεία), στο χωριό Φρέναρος της επαρχίας Αμμοχώστου.

γ) οι Παραπονούμενοι κατέθεσαν στις 8.9.2005 στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Αμμοχώστου το προαναφερόμενο Πωλητήριο ΄Εγγραφο.»

Σύμφωνα με τους εφεσείοντες, η κατοικία αγοράστηκε, για να μετακινηθεί η οικογένειά τους και η επιχείρησή τους από την Αγγλία στην Κύπρο. Η συμφωνία έγινε με τον εφεσίβλητο 3, η δε κατοικία, που θα ανεγειρόταν σε γωνιακό οικόπεδο, αγοράστηκε αντί του ποσού των ΛΚ163.000,00. Η υπογραφείσα συμφωνία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο και οι ίδιοι, μέχρι τις 2/2/2006, κατέβαλαν το ποσό των ΛΚ91.056,00. Ο εφεσείων στην Ποινική ΄Εφεση Αρ. 19/11, (ο «εφεσείων»), το Φεβρουάριο του 2006, όταν αυτός βρισκόταν στην Κύπρο, διαπίστωσε και υπέδειξε στον εφεσίβλητο 3 λάθη στην οικοδομή, με σοβαρότερο το ότι, ταυτόχρονα με την κατασκευή της οικίας που αυτοί αγόρασαν, οι εφεσίβλητοι 1 έκτιζαν τρεις διώροφες κατοικίες στο σημείο που θα έπρεπε να είναι ο γειτνιάζων με την οικία τους δρόμος. Επειδή αυτό επηρέαζε την απομόνωση της κατοικίας τους, εξέθεσε στον εφεσίβλητο 3 τα προβλήματα με τηλεομοιότυπο, χωρίς, όμως, να πάρει οποιαδήποτε απάντηση. Ακολούθως, επειδή είχε καταγράψει σε «οπτικοακουστική» κασέτα όλες τις συνομιλίες που ο ίδιος είχε με τους εφεσίβλητους 2 και 3, τις ανήρτησε στο διαδίκτυο, μετά, όμως, από παραστάσεις των τελευταίων τις απέσυρε. Τον Ιούνιο του 2006, οι εφεσίβλητοι 1 – 3 αρνήθηκαν να δεχτούν οποιαδήποτε περαιτέρω πληρωμή και κατέθεσαν αγωγή στο δικαστήριο για τερματισμό του συμβολαίου. Το 2007, όταν πληροφορήθηκε από τηλεφωνήματα και e-mails στην ιστοσελίδα του ότι το σπίτι του πωλήθηκε, πληροφόρησε, με επιστολή του μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, την εφεσίβλητη 4 για την ύπαρξη του δικού του συμβολαίου. Αργότερα, την ειδοποίησε, με επιστολή του δικηγόρου του, η οποία της επιδόθηκε διά χειρός, να εγκαταλείψει την οικία του.

Θέση των εφεσειόντων ήταν ότι αυτοί, από τη στιγμή που το συμβόλαιό τους κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της κατοικίας, δεν παρέβησαν τους όρους του συμβολαίου τους, ο δε τερματισμός του από τους εφεσίβλητους 1, 2 και 3 είναι παράνομος και έγινε ώστε οι τελευταίοι να πωλήσουν την κατοικία σε ψηλότερη τιμή.

Οι εφεσίβλητοι 2, 3 και 4 επέλεξαν να μην καταθέσουν, ούτε να προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση. Κάλεσαν ένα μάρτυρα, τον κ. Γ. Πιττάτζη, ο οποίος προηγουμένως ενεργούσε ως δικηγόρος τους και ο οποίος ανέφερε ότι, στις 9/3/2006, εκ μέρους των εφεσιβλήτων 1, απέστειλε στους εφεσείοντες επιστολή, με την οποία τους πληροφορούσε ότι αυτοί τερμάτιζαν τη μεταξύ τους συμφωνία αγοράς της κατοικίας, για λόγους που αφορούσαν τους εφεσείοντες. Την ίδια επιστολή τους απέστειλε και στις 10/4/2006, με κοινοποίησή της προς τους δικηγόρους τους. Αντεξεταζόμενος, δήλωσε ότι ο ίδιος δε γνώριζε πότε η εφεσίβλητη 4 αγόρασε την κατοικία.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθοδηγούμενο από νομολογία[1] σε σχέση με την υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής, σε ποινικές υποθέσεις, όπως αυτή αποδείξει κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος και αφού προσδιόρισε τα συστατικά στοιχεία των κατηγοριών που οι εφεσίβλητοι αντιμετώπιζαν, κατέληξε ότι οι εφεσείοντες, και σε περίπτωση ακόμη που γινόταν δεκτή η θέση τους ότι οι ίδιοι είχαν καταστεί «δυνητικά ιδιοκτήτες» της κατοικίας και ήταν τα πρόσωπα που είχαν νόμιμη εξουσία να παρέχουν, στα πλαίσια του ΄Αρθρου 303Α(2) του περί Ποινικού Κώδικα Νόμου, Κεφ. 154, (το «Κεφ. 154»), συγκατάθεση για οποιαδήποτε συναλλαγή σε σχέση με αυτή, δεν απέδειξαν ότι η συναλλαγή των εφεσιβλήτων 1 με την εφεσίβλητη 4 έγινε με σκοπό την καταδολίευσή τους, ελλείψει μαρτυρίας για το χρόνο που αυτή έγινε. Σύμφωνα με τους εφεσίβλητους, η εν λόγω συναλλαγή έγινε μετά τον τερματισμό της συμφωνίας με τους εφεσείοντες.

Καθοδηγούμενο το πρωτόδικο Δικαστήριο από την Ευθυμίου ν. Αστυνομίας (2008) 2 Α.Α.Δ. 861, όπου αναφέρεται ότι πρόθεση εξαπάτησης από μέρους του παρασπονδούντος πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο της παράστασης και όχι εκ των υστέρων, κατέληξε ότι, στην περίπτωση των εφεσιβλήτων, δεν υπήρχε μαρτυρία για τέτοια πρόθεση κατά το χρόνο της κατάθεσης της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο.

Οι εφεσείοντες, με τον πρώτο λόγο έφεσης, υποστηρίζουν ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα κατέληξε ότι δεν αποδείχθηκε ότι αυτοί κατέστησαν ιδιοκτήτες της επίδικης κατοικίας. Με το δεύτερο λόγο έφεσης, ισχυρίζονται ότι λανθασμένα αυτό κατέληξε ότι από τη μαρτυρία που το ίδιο είχε ενώπιόν του δεν αποδείχθηκε το συστατικό στοιχείο της καταδολίευσης. Η ενώπιόν του μαρτυρία, υποστηρίζουν, αποδείκνυε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι οι εφεσίβλητοι γνώριζαν, ή έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεσή τους να συναλλάττονται για την κατοικία. Το Τεκμήριο 8, υπό την τίτλο “Legal Undertakings to sell and purchase”, καταδεικνύει το χρόνο της συναλλαγής με την εφεσίβλητη 4. Με τους λόγους έφεσης 3 και 4, διατείνονται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα τη μαρτυρία του εφεσείοντα, όπως και την επιλογή των εφεσιβλήτων να μην καταθέσουν και να δώσουν εξήγηση κατά πόσο αυτοί γνώριζαν ή όχι ότι δεν είχαν τη συγκατάθεσή τους να πωλήσουν την κατοικία.

Θα εξετάσουμε πρώτα την εισήγηση των εφεσειόντων ως προς την ορθότητα της αξιολόγησης της μαρτυρίας τους και της μη απόδειξης του συστατικού στοιχείου των αδικημάτων σε σχέση με την πρόθεση καταδολίευσης, αφού η κατάληξή μας σ’ αυτό καθιστά αχρείαστη την ενασχόλησή μας με τον πρώτο λόγο έφεσης.

Οι αρχές, με βάση τις οποίες το Εφετείο επεμβαίνει για να ανατρέψει ευρήματα του πρωτόδικου δικαστηρίου αναφορικά με την αξιοπιστία των μαρτύρων, είναι καλά γνωστές. Το ζήτημα της αξιοπιστίας των μαρτύρων ανήκει στο πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο, με την ευκαιρία που έχει στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, είναι σε πλεονεκτική θέση να αξιολογήσει την αξιοπιστία τους. Το Εφετείο επεμβαίνει μόνο, εάν τα ευρήματα ή τα συμπεράσματα του πρωτόδικου δικαστηρίου αντιστρατεύονται την κοινή λογική, ή εάν δε δικαιολογούνται από τη μαρτυρία ή από τα ίδια τα ευρήματά του.

Το πρωτόδικο Δικαστήριο, για την απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσείοντα, τον οποίο είδε να καταθέτει, έδωσε πειστικούς λόγους. Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι, κατά την αντεξέτασή του, αυτός δεν απαντούσε σε οποιαδήποτε ερώτηση σε σχέση με τις δικές του υποχρεώσεις από το συμβόλαιο.

΄Εχουμε και εμείς μελετήσει τη μαρτυρία του εφεσείοντα αλλά και τη μαρτυρία στο σύνολό της και δε διαπιστώνουμε οτιδήποτε που να δικαιολογεί να επέμβουμε στις διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι επέλεξαν να μην καταθέσουν δεν μπορεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, να προσμετρήσει σε βάρος τους, αλλά ούτε και να επιδράσει και να καταστήσει τη μαρτυρία του εφεσείοντα αξιόπιστη ή τον τρόπο αξιολόγησής της εσφαλμένο. Το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν παρέβλεψε την επιλογή αυτή των εφεσιβλήτων, ακολουθώντας, όμως, την αρχή της νομολογίας ότι είναι δικαίωμα κατηγορουμένου να μην καταθέσει και ότι το βάρος απόδειξης κάθε συστατικού στοιχείου των κατηγοριών βαρύνει την Κατηγορούσα Αρχή, δεν την προσμέτρησε σε βάρος τους. ΄Οπως ορθά κατέληξε, με τη μαρτυρία που υπήρχε ενώπιόν του, δεν είχε αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της καταδολίευσης, δηλαδή ότι η συναλλαγή πραγματοποιήθηκε με σκοπό την καταδολίευση των εφεσειόντων. Το Κατηγορητήριο είχε ως βάση του το ΄Αρθρο 303Α (2)(α), (β) και (3) του Κεφ. 154, το οποίο προβλέπει τα εξής:-

«(2) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου πρόσωπο συναλλάττεται σε ακίνητη περιουσία όπου –

(α) Πωλεί σε άλλο, ή ενοικιάζει σε άλλο, ή υποθηκεύει σε άλλο ή επιβαρύνει με οποιοδήποτε τρόπο, ή διαθέτει προς χρήση σε άλλο ακίνητη περιουσία, ή

(β) διαφημίζει ή άλλως πως προωθεί τη σε άλλο πώληση ή ενοικίαση ή υποθήκευση ή επιβάρυνση με οποιοδήποτε τρόπο ή την από άλλο χρήση ακίνητης περιουσίας, ή

……………………………………………………………………………………………………

(3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, πρόσωπο ενεργεί με σκοπό καταδολίευσης εάν προβεί σε οποιαδήποτε από τις πράξεις που καθορίζονται στο εδάφιο (2) ενώ γνωρίζει ή, υπό τις περιστάσεις, έπρεπε εύλογα να γνωρίζει, ότι δεν έχει τη συγκατάθεση του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας, ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου που έχει νόμιμη εξουσία παροχής τέτοιας συγκατάθεσης.»

Η απόρριψη της μαρτυρίας του εφεσείοντα σε σχέση με το εν λόγω συστατικό στοιχείο, για τους καθ’ όλα εύλογους και πειστικούς λόγους που διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, δεν άφηνε άλλη επιλογή από την απαλλαγή και αθώωσή των εφεσιβλήτων από τις κατηγορίες. Το Τεκμήριο 8, στο οποίο ο δικηγόρος των εφεσειόντων παρέπεμψε για να υποστηρίξει το λανθασμένο της κρίσης σε σχέση με το χρόνο πώλησης της κατοικίας στην εφεσίβλητη 4, κάθε άλλο παρά μαρτυρία για το χρόνο που αυτή έγινε αποτελεί. Με αυτό, δηλωνόταν ότι η κατοικία είχε πωληθεί σε τρίτο – (στους εφεσείοντες) – η δε εφεσίβλητη 4 αναλάμβανε, υπό όρους, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας, να την αγοράσει. Οι εφεσίβλητοι δεν αρνήθηκαν την ύπαρξη της συμφωνίας με τους εφεσείοντες, ήταν, όμως, η θέση τους ότι αυτή τερματίστηκε από τους ίδιους, λόγω παράβασης όρων της από τον εφεσείοντα και καταχώρισαν σχετική αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο για τερματισμό της. Το ποιος ήταν υπεύθυνος για τον τερματισμό της συμφωνίας δεν μπορούσε να κριθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Αυτό θα αποφασιστεί στα πλαίσια της αγωγής.

Η κατάληξή μας ως προς την ορθότητα της πιο πάνω διαπίστωσης καθιστά αχρείαστη την εξέταση του λόγου έφεσης 1.

Η παρούσα έφεση, η οποία, ουσιαστικά, στρέφεται εναντίον της ορθότητας της αξιολόγησης της μαρτυρίας, έχει και μια άλλη διάσταση. Καθώς προκύπτει, καταχωρήθηκε μετά από άδεια του Γενικού Εισαγγελέα, στη βάση των εξουσιών που του παρέχει το ΄Αρθρο 137(1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. ΄Εχοντας υπόψη ότι έφεση, από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα, εναντίον αθωωτικής απόφασης χωρεί μόνον επί νομικών θεμάτων, μας απασχόλησε κατά πόσο θα επανανοίγαμε την υπόθεση, για να ακούσουμε τους δικηγόρους, αφού το όλο ζήτημα δεν έχει εγερθεί από τους εφεσίβλητους. Θεωρήσαμε, όμως, ότι, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δε θα εξυπηρετείτο οποιοσδήποτε σκοπός pop over to this website.

Η έφεση απορρίπτεται, με έξοδα, πλέον Φ.Π.Α., υπέρ των εφεσιβλήτων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

Ε. Παπαδοπούλου, Δ.

Α. Πασχαλίδης, Δ.

Δ. Μιχαηλίδου Δ.

[1] Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363· Φλουρής ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 401 και Γεν. Εισαγγελέας ν. Σπύρου (2002) 2 Α.Α.Δ. 71
Source

Second Assault Supreme Court Appeal: 172/2010: Date 25-01-2013

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

(Ποινική Έφεση Αρ. 171/2010)

25 Ιανουαρίου, 2013
[ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, ΠΑΝΑΓΗ, Δ/ΣΤΕΣ]

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείοντας,

v.

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΤΤΙΓΚΗ,

Εφεσίβλητου.


(Ποινική Έφεση Αρ. 172/2010)

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείοντας,

v.

ΜΑΡΙΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,

Εφεσίβλητου.


(Ποινική Έφεση Αρ. 173/2010)

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,

Εφεσείοντας,

v.

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑ,

Εφεσίβλητου.

Θ. Παπανικολάου, για τον Εφεσείοντα.
Α. Κλαΐδης με Στ. Βασιλακκά, για τους Εφεσίβλητους.

Δ. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.: Η ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου θα δοθεί από τον Δικαστή Γ. Ερωτοκρίτου.

Α Π Ο Φ Α Σ Η

ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.: Οι τρεις Εφεσίβλητοι αρχικά αντιμετώπισαν δύο κατηγορίες. Η πρώτη αφορούσε το αδίκημα της πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και η δεύτερη το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης βλάβης κατά του Cornelius D. O´ Dwyer. Ως προς την τελευταία κατηγορία, έκρινε ότι αυτή δεν αποδείχθηκε και αθώωσε τους Εφεσιβλήτους. Ως προς την πρώτη, μετά από ακροαματική διαδικασία, το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε βαριά σωματική βλάβη και προχώρησε να προσθέσει τρίτη κατηγορία για πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 στην οποία βρήκε τους τρεις Εφεσίβλητους ένοχους και επέβαλε στον Εφεσίβλητο 1 πρόστιμο €2.000, ενώ στους Εφεσίβλητους 2 και 3 ποινή φυλάκισης 10 μηνών με αναστολή για δύο χρόνια.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας με τρεις ξεχωριστές εφέσεις εφεσίβαλε τόσο την καταδίκη, όσο και την ποινή. Όμως στο στάδιο της προδικασίας των εφέσεων, αποσύρθηκαν οι λόγοι έφεσης που αφορούσαν στις καταδίκες και παρέμεινε μόνο ο ένας λόγος που αφορούσε στη μεν έφεση 171/10 την ανεπάρκεια της ποινής του προστίμου, στις δε άλλες δύο την αναστολή των ποινών φυλάκισης.

Οι Εφεσίβλητοι 2 και 3, υιός και πατέρας, είναι διευθυντές οικογενειακής εταιρείας αξιοποίησης γης, ενώ ο Εφεσίβλητος 1 είναι υπάλληλος τους. Ο παραπονούμενος ήταν αγοραστής μιας οικίας σε συγκρότημα κατοικιών, από την εταιρεία των Εφεσιβλήτων 2 και 3. Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως τα βρήκε το δικαστήριο, μεταξύ του παραπονούμενου και των Εφεσιβλήτων 2 και 3 υπήρξαν διαφορές, σε σχέση με την οικία που είχε αγοράσει. Βασικά ο παραπονούμενος ήθελε να μην χτιστεί οτιδήποτε στη γη δίπλα από το σπίτι που αγόρασε από την εταιρεία των Εφεσιβλήτων 2 και 3. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορούσε να διασφαλιστεί. Οι μεταξύ τους διαφορές φαίνεται να επιτείνονταν, αφού ο παραπονούμενος κατά τους ισχυρισμούς τους δεν τους είχε καταβάλει διάφορα ποσά που είχαν συμφωνηθεί, δυνάμει της μεταξύ τους συμφωνίας, με αποτέλεσμα να καταλήξουν στα δικαστήρια.

Στις 14.1.2008 ο παραπονούμενος μαζί με τον Martin Mott, άγγλο φίλο του, κατευθύνθηκαν στο Φρέναρος με ξεχωριστά αυτοκίνητα, με πρόθεση ο παραπονούμενος να συλλέξει στοιχεία που θα ενίσχυαν τις θέσεις του στο δικαστήριο, έναντι των Εφεσιβλήτων και της εταιρείας τους. Έδωσε στο φίλο του μια βιντεοκάμερα χειρός και μια κατασκοπευτική κάμερα, την οποία τοποθέτησε στο καπέλο που φορούσε και του έδωσε οδηγίες να βιντεογραφεί, ενώ αυτός μετρούσε και φωτογράφιζε το σπίτι που είχε αγοράσει και το οποίο μετέπειτα είχε παραχωρηθεί στην οικογένεια κάποιας κας McDonald. Ο παραπονούμενος ήταν και αυτός εξοπλισμένος με βιντεοκάμερα, ενώ είχε και δεύτερη μικροκάμερα κρυμμένη, στην ουσία ραμμένη στη φόδρα του σακακιού του. Η νέα ιδιοκτήτρια της κατοικίας, η κα McDonald, θορυβήθηκε όταν είδε τον παραπονούμενο έξω από το σπίτι της, και τηλεφώνησε στα γραφεία της εταιρείας των Εφεσιβλήτων και μίλησε με τον Εφεσίβλητο 2, τον οποίο ενημέρωσε για την παρουσία του παραπονούμενου έξω από το σπίτι της. Ο Εφεσίβλητος 2 συνοδευόμενος από τον Εφεσίβλητο 1, κατευθύνθηκε στο σημείο που βρισκόταν ο παραπονούμενος. Ο Εφεσίβλητος 3, ειδοποιήθηκε από υπάλληλο του γραφείου του για το τηλεφώνημα της κας McDonald και επειδή ήταν στο δρόμο κατευθύνθηκε και αυτός προς το ίδιο σημείο. Όταν ο Εφεσίβλητος 3 έφτασε στο σημείο, είδε στην απέναντι μεριά του συγκροτήματος, σε αδιέξοδο δρόμο, ένα κόκκινο αυτοκίνητο, το οποίο του κίνησε την περιέργεια. Κατευθύνθηκε προς αυτό και είδε τον φίλο του παραπονούμενου, Martin Mott, να βιντεογραφεί τον παραπονούμενο, ο οποίος βρισκόταν στο συγκρότημα. Ο Εφεσίβλητος 3 παρέμεινε στο σημείο, παρακολουθώντας την κατάσταση, μέχρι να έρθει ο γιος του. Ο Martin Mott ειδοποίησε τον παραπονούμενο για την παρουσία στη σκηνή του Εφεσίβλητου 3. Τότε ο παραπονούμενος με το αυτοκίνητό του κατευθύνθηκε βιαστικά προς το χώρο που ήταν ο φίλος του. Έπρεπε όμως να περάσει μέσα από το χωριό για να φτάσει εκεί. Κατά κακή του τύχη βρέθηκε στον ίδιο δρόμο με τον Εφεσίβλητο 2. Τα αυτοκίνητα τους συγκρούστηκαν λόγω της βιασύνης και των δύο να φθάσουν στο ίδιο μέρος.

Στο σημείο της σύγκρουσης, στο κέντρο του χωριού Φρέναρος, εξελίχθηκε το επεισόδιο που οδήγησε στις κατηγορίες. Ο Εφεσίβλητος 2, όταν αντιλήφθηκε ότι το άτομο που οδηγούσε το αυτοκίνητο με το οποίο είχε συγκρουστεί ήταν ο παραπονούμενος, κατευθύνθηκε προς το μέρος του και από τα όσα του ανέφερε ο παραπονούμενος, εξοργίστηκε, με αποτέλεσμα να χάσει την ψυχραιμία του και να τον γρονθοκοπήσει στο πρόσωπο. Ο Εφεσίβλητος 2 τηλεφώνησε στη συνέχεια στον πατέρα του, ο οποίος σε πολύ σύντομο χρόνο κατέφθασε στη σκηνή. Όταν πλησίασε μαζί με το γιο του τον παραπονούμενο, ο Εφεσίβλητος 2 αντιλήφθηκε την ύπαρξη της κάμερας πάνω στον παραπονούμενο και φώναξε «κάμερα». Ο παραπονούμενος έτρεξε να φύγει, αλλά οι Εφεσίβλητοι 2 και 3 τον πρόλαβαν και προσπάθησαν να του αποσπάσουν την κάμερα. Στην προσπάθεια συνέδραμε και ο υπάλληλός τους, Εφεσίβλητος 1. Ο παραπονούμενος για να προστατεύσει την κάμερα έπεσε στο έδαφος, παίρνοντας εμβρυακή θέση και προσπαθούσε να απωθήσει τους Εφεσίβλητους, κλωτσώντας τους. Ο Εφεσίβλητος 2, αποφασισμένος να πάρει την κάμερα, γονάτισε πάνω στον παραπονούμενο και ο Εφεσίβλητος 3 του ακινητοποίησε το κεφάλι, ενώ ο Εφεσίβλητος 1 έψαχνε τον παραπονούμενο για να εντοπίσει την κρυμμένη κάμερα. Μόλις αυτή εντοπίστηκε, την άρπαξε ο Εφεσίβλητος 2 και την πέταξε για να εντοπιστεί στο σημείο του επεισοδίου την επόμενη ημέρα από την Αστυνομία. Ειδοποιήθηκε η Αστυνομία, η οποία επιλήφθηκε του επεισοδίου. Ο παραπονούμενος μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Λάρνακας, όπου διαπιστώθηκε ότι είχε «θλαστική εκχύμωση στην αριστερή κογχική χώρα μετά εξοιδήσεως, δύο μικροεκδορές με απόσπαση της επιδερμίδας στην αριστερή κάτω γνάθο, κοντά στην κροταφογναθική άρθρωση». Παραπονείτο επίσης για πόνο στη δεξιά οσφυϊκή χώρα και στη δεξιά βουβωνική χώρα, όπου υπήρχαν μώλωπες. Έμεινε στο νοσοκομείο για τέσσερις μέρες για παρακολούθηση, χωρίς να διαπιστωθεί οτιδήποτε άλλο ή να υπάρξει οποιαδήποτε περιπλοκή.

Ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου τέθηκαν τα ελαφρυντικά των Εφεσιβλήτων. Όλοι είναι λευκού ποινικού μητρώου. Ο Εφεσίβλητος 2 είναι νυμφευμένος και έχει τέσσερα ανήλικα παιδιά, το μεγαλύτερο ηλικίας 10 ετών, ενώ ο Εφεσίβλητος 1 έχει δύο ανήλικα τέκνα, το μεγαλύτερο από τα οποία είναι ηλικίας 6½ ετών. Τονίστηκε στο πρωτόδικο δικαστήριο από το συνήγορο τους, ότι είχαν δεχθεί ισχυρή πρόκληση από τον παραπονούμενο, η οποία είχε μια προϊστορία τεσσάρων χρόνων. Όπως ανέφερε ο συνήγορος τους, ο παραπονούμενος τους δυσφημούσε συνεχώς μέσω δικής του ιστοσελίδας στο διαδίκτυο, με αποτέλεσμα να δεχθούν ακυρώσεις συμβολαίων. Λόγω της συνεχούς οχληρίας, υπήρχε φόρτιση όταν είδαν τον παραπονούμενο να βιντεογραφεί υλικό για να το χρησιμοποιήσει, όπως οι ίδιοι εξέλαβαν, για αναβάθμιση της ιστοσελίδας του. Επίσης, αναφέρθηκε ότι τυχόν επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας των Εφεσιβλήτων 1 και 2, θα είχε αλυσιδωτές επιπτώσεις στην εταιρεία τους, η οποία χωρίς την καθημερινή παρουσία τους, ενδεχομένως να κατέρρεε, ιδιαίτερα λόγω της οικονομικής κατάστασης που επικρατεί στην Κύπρο.

Τέλος ο συνήγορος των Εφεσιβλήτων τόνισε στο πρωτόδικο δικαστήριο ότι οι Εφεσίβλητοι ήταν από την αρχή έτοιμοι να παραδεχθούν κατηγορία για πραγματική σωματική βλάβη, αλλά η Κατηγορούσα Αρχή λόγω πιέσεων από τον παραπονούμενο δεν αποδέχθηκε πρόταση της υπεράσπισης για διαφοροποίηση του κατηγορητηρίου. Όμως τελικά η κατηγορία για βαριά σωματική βλάβη δεν αποδείχθηκε και οι Εφεσίβλητοι βρέθηκαν ένοχοι για κατηγορία που πάντοτε ήταν έτοιμοι να παραδεχθούν.

Ως προς τις εφέσεις 172/10 και 173/10 το μοναδικό θέμα που καλείται το Εφετείο να αποφασίσει, είναι κατά πόσον ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο ανέστειλε τη δεκάμηνη ποινή φυλάκισης των Εφεσιβλήτων 2 και 3.

Υποστηρίζοντας τον λόγο έφεσης, κατά της αναστολής της ποινής φυλάκισης, ο Γενικός Εισαγγελέας, εισηγήθηκε ότι το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης δεν δικαιολογούσαν την αναστολή. Θεώρησε ότι υπήρξε σφάλμα αρχής και κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου δικαστηρίου, το οποίο παρέλειψε να λάβει υπόψη και να αξιολογήσει ορθά: (α) τις συνθήκες διάπραξης του αδικήματος και την άσκηση βίας ώστε να διαφανούν οι επιπτώσεις των επιθετικών ενεργειών των Εφεσιβλήτων στον παραπονούμενο, (β) την ανυπαρξία μεταμέλειας και (γ) του παράγοντα πρόκλησης.

Η πρωτόδικη δικαστής εξετάζοντας το θέμα της αναστολής, ανέφερε τα εξής:-

«Ερχόμενη τώρα στο θέμα της αναστολής εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης που επιβλήθηκε, έχοντας πάντα κατά νου τις πρόνοιες του Υφ’ Όρων Αναστολής Εκτέλεσης της Ποινής Φυλάκισης Νόμου 95/72, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/03. Σύμφωνα με την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 Α.Α.Δ. 161, τα κριτήρια που μπορούν να ληφθούν υπόψη συμπεριλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, (α) την σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξής του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου (γ) την διαγωγή του κατηγορούμενου μετά τη διάπραξη του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειάς του. Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία όπως διατυπώθηκε στις αποφάσεις Δημητρίου ν. Δημοκρατίας (1974) 2 C.L.R. 45, Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου (1996) 2 Α.Α.Δ. 303 και την Τζιαουχάρη (ανωτέρω), κρίνω ότι υπάρχουν τέτοια περιστατικά στην υπόθεση, ιδιαίτερα η πρόκληση την οποία υπέστηκαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 και τέτοιες προσωπικές περιστάσεις που να συνηγορούν υπέρ της αναστολής της εκτέλεσης της ποινής.

Το Δικαστήριο θα δώσει μια δεύτερη ευκαιρία στους Κατηγορούμενους 1 και 2 να μάθουν να επιλύουν τις διαφορές τους ειρηνικά και όχι να παίρνουν τον Νόμο στα χέρια τους. Στο χέρι τους είναι να την εκμεταλλευτούν.

Η ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε στην 3ην Κατηγορία αναστέλλεται για δύο χρόνια.» (sic)

Έχουμε εξετάσει τα όσα τέθηκαν ενώπιον μας, αλλά δεν συμφωνούμε ότι η απόφαση του δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή φυλάκισης των Εφεσιβλήτων 2 και 3 εμπεριέχει σφάλμα αρχής ή κακή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας που είχε.

Κατ’ αρχάς θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας, τόσο της αγγλικής όσο και της κυπριακής, ανασταλείσα ποινή φυλάκισης παραμένει ποινή φυλάκισης. Το μόνο που διαφοροποιείται είναι η εκτέλεση της, η οποία αναστέλλεται. Ο κύριος λόγος για αναστολή ποινής φυλάκισης είναι για να αποφευχθεί ο εγκλεισμός του κατηγορουμένου στη φυλακή (βλ. Σύγγραμμα Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, σελ. 13).

Όπως ορθά αναφέρει και το πρωτόδικο δικαστήριο, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη απαριθμούνται στον ίδιο το Νόμο. Σύμφωνα με το άρθρο 3(2) του περί Υφ’ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως της Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν. 95/72), όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 186(Ι)/2003, τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για την αναστολή εκτέλεσης της ποινής είναι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου.

Το πρωτόδικο δικαστήριο στα πλαίσια του πρώτου πιο πάνω κριτηρίου, έλαβε υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος, τα κίνητρα διάπραξης του, καθώς και την πρόκληση που υπέστησαν οι Εφεσίβλητοι. Ως προς το δεύτερο κριτήριο, έλαβε υπόψη πρωτίστως το λευκό ποινικό τους μητρώο, καθώς και τις προσωπικές περιστάσεις του καθενός, τις οποίες είχε καταγράψει σε άλλο σημείο της απόφασής του. Το δικαστήριο συνεκτιμώντας τους πιο πάνω παράγοντες, έκρινε ότι η ποινή μπορούσε να ανασταλεί.

Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής. Το καθήκον επιβολής ποινής βαρύνει το πρωτόδικο δικαστήριο και το Εφετείο δεν επεμβαίνει εκτός αν καταδειχθεί σφάλμα αρχής, κάτι που δεν έχει αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση (βλ. Μακρή ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ 42). Δεν ευσταθεί το παράπονο του Εφεσείοντος ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος ώστε να φανούν οι επιπτώσεις στον παραπονούμενο. Αντίθετα, το πρωτόδικο δικαστήριο στη σελίδα 4 της απόφασής του, περιγράφει με λεπτομέρεια όλα τα τραύματα που υπέστη ο παραπονούμενος, από τα οποία δεν προέκυψε οποιαδήποτε περιπλοκή, γεγονός που το πρωτόδικο δικαστήριο σημειώνει στην απόφασή του. Εν πάση περιπτώσει, σε περιπτώσεις αδικημάτων που χαρακτηρίζονται ως πλημμελήματα, εκείνο που έχει αυξημένη σημασία είναι αυτή καθ’ αυτή η άσκηση βίας, η οποία όπως ορθά τόνισε το πρωτόδικο δικαστήριο με αναφορά σε νομολογία, εξευτελίζει την προσωπικότητα του ατόμου που δέχεται την επίθεση.

Το πρωτόδικο δικαστήριο δεν αγνόησε ούτε την πρόκληση που δέχθηκαν οι Εφεσίβλητοι από την όλη συμπεριφορά του παραπονούμενου στην οποία απέδωσε τη δέουσα και όχι υπέρμετρη βαρύτητα. Παραθέτουμε το σχετικό απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:-

«Στην υπό κρίση υπόθεση δέχομαι ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν δεχθεί σοβαρές και συνεχείς προκλήσεις από τον Παραπονούμενο. Η μαγνητοφώνηση των πλείστων συνδιαλέξεων που ο Παραπονούμενος είχε με τον Κατηγορούμενο 1, χωρίς ο Κατηγορούμενος 1 να το γνωρίζει, στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης για το πρόβλημα που είχε προκύψει με την αγορά του σπιτιού, η δημοσιοποίηση των συνδιαλέξεων αυτών στο διαδίκτυο, οι ισχυρισμοί του Παραπονούμενου ότι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 είναι ψεύτες και παραπλανούν τον κόσμο και η δημοσίευση των ισχυρισμών αυτών καθώς και η παρενόχληση τόσο των πελατών των Κατηγορουμένων 1 και 2 αλλά και των εργασιών του σίγουρα δεν μπορούν να αγνοηθούν. Η συμπεριφορά του Παραπονούμενου δεν μπορεί να απομονωθεί από την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα. Τέσσερεις κατασκοπευτικές κάμερες είχε ενεργοποίηση, η μια από αυτές μικροκάμερα καλά κρυμμένη στο σακάκι του, για να μετρήσει, κατά τον ισχυρισμό του, ειρηνικά το πεζοδρόμιο του σπιτιού που είχε αγοράσει και για να βγάλει φωτογραφίες.»

Με βάση τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μας, η διαπίστωση του πρωτόδικου δικαστηρίου ότι οι προκλήσεις που δέχθηκαν οι Εφεσίβλητοι από τον παραπονούμενο «ήταν σοβαρές και συνεχείς», δεν ήταν εκτός του ορθού πλαισίου. Κατά την κρίση μας το πρωτόδικο δικαστήριο αξιολόγησε ορθά τα στοιχεία της πρόκλησης ως μετριαστικό παράγοντα της σοβαρότητας του αδικήματος, εντάσσοντάς τον στα πλαίσια που χαράσσει η νομολογία ήτοι την ξαφνική και προσωρινή απώλεια του αυτοελέγχου, με αποτέλεσμα το άτομο να δράσει αντίθετα απ’ ό,τι επιβάλλει η λογική (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αεροπόρου (1997) 2 ΑΑΔ 17, Πισκόπου ν. Δημοκρατίας (1999) 2 ΑΑΔ 342 και Χ΄΄Πέτρου ν. Δημοκρατίας (2007) 2 ΑΑΔ 468 στις οποίες υιοθετήθηκε η αγγλική προσέγγιση όπως διατυπώθηκε από τον Devlin, J, στην υπόθεση Duffy [1949] 1 All ER 932).

Ένα άλλο από τα επιχειρήματα του δικηγόρου του Εφεσείοντος, είναι ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον παράγοντα μεταμέλεια, ενώ από τα γεγονότα δεν προκύπτει κάτι τέτοιο. Η απάντηση των Εφεσιβλήτων ήταν ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οι Εφεσίβλητοι ήταν έτοιμοι να παραδεχθούν την ελαφρότερη κατηγορία. Επειδή δεν είναι ενώπιον μας όλα τα πρακτικά, δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε το τι ακριβώς είχε λεχθεί. Όμως το πρωτόδικο δικαστήριο, με την αναφορά του στη μεταμέλεια των Εφεσιβλήτων, στην ουσία αποδέχθηκε την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης και έλαβε υπόψη τις ομολογίες των Εφεσιβλήτων που έγιναν ενώπιον του κατά τη διάρκεια της λήψης της μαρτυρίας και οι οποίες επιβεβαιώνονται από το περιεχόμενο της τελικής απόφασης του πρωτόδικου δικαστηρίου. Επίσης, το πρωτόδικο δικαστήριο αποδέχθηκε την εισήγηση ότι η αναβάθμιση της κατηγορίας από τις εισαγγελικές αρχές, σε βαριά σωματική βλάβη, στέρησε τους Εφεσίβλητους τη δυνατότητα να παραδεχθούν από την αρχή κατηγορία για πρόκληση πραγματικής βλάβης. Δεν διαπιστώνουμε σφάλμα αρχής. Η προσέγγιση του δικαστηρίου κατά την κρίση μας ήταν ορθή, υπό τις περιστάσεις που κατέστη αναγκαία η απόρριψη της αρχικής κατηγορίας και η τροποποίηση στη συνέχεια του κατηγορητηρίου.

Η επιλογή του πρωτόδικου δικαστηρίου να αναστείλει την ποινή, δεν έχει καταδειχθεί ότι ήταν εσφαλμένη. Οι Εφεσίβλητοι ήταν λευκού ποινικού μητρώου και το στοιχείο αυτό μαζί με το στοιχείο της πρόκλησης και τις υπόλοιπες προσωπικές τους περιστάσεις, τους προσέδιδε ισχυρή βάση για να αιτηθούν την αναστολή της ποινής φυλάκισης (βλ. Sentencing in Cyprus του Γ. Μ. Πική, σελ. 11-13 και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Τζιαουχάρη (2005) 2 ΑΑΔ 161).

Ερχόμαστε τώρα στην έφεση 171/10 που αφορά την επιβολή στον Εφεσίβλητο 1 ποινής προστίμου, αντί φυλάκισης. Ούτε αυτός ο λόγος έφεσης ευσταθεί. Όπως ορθά διαπιστώνει το πρωτόδικο δικαστήριο, ο ρόλος του Εφεσίβλητου 3 ήταν αισθητά μειωμένος σε σύγκριση με τους άλλους δύο συγκατηγορούμενους του και δικαιολογείτο απόλυτα η διαφοροποίηση της ποινής που του επιβλήθηκε. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, ο Εφεσίβλητος 3 ψαχούλευσε τον παραπονούμενο, ενώ αυτός ήταν πεσμένος στο έδαφος, με σκοπό να εντοπίσει την κρυμμένη κάμερα την οποία και τελικά εντόπισε και έδωσε στον Εφεσίβλητο 2 ο οποίος την πέταξε. Το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι αν και ο Εφεσίβλητος 3 δεν κτύπησε τον παραπονούμενο, εντούτοις έλαβε μέρος στον κοινό σκοπό. Υπό αυτές τις περιστάσεις, τυχόν επιβολή ποινής φυλάκισης και στον Εφεσίβλητο 3, θα ήταν άδικη και λανθασμένη, εφόσον η δραστηριότητα του κατά τη διάρκεια του επεισοδίου ήταν δραστικά μειωμένη.

Οι τρεις εφέσεις απορρίπτονται.

Δ. ΧΑΤΖΗΧΑΜΠΗΣ, Δ.
Γ. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ, Δ.
Π. ΠΑΝΑΓΗ, Δ.
Source

Criminal Fraud Appeal: Case 19/2011: Date 10-09-2012

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 19/2011
(ΣΧ. ΜΕ 20/2011)

ΜΕΤΑΞΥ

CORNELIUS DESMOND O’DWYER

Εφεσείοντα

KAI

1. CHRISTOFOROS KARAYIANNAS & SONS
2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ
3. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ
4. MICHELLE McDONALD

Εφεσιβλήτων

ΑΝΩΤΑΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΥΠΡΟΥ
ΔΕΥΤΕΡΟΒΑΘΜΙΑ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑ

ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 20/2011
(ΣΧ. ΜΕ 19/2011)

ΜΕΤΑΞΥ

MICHAELLA MARGARET O’DWYER

Εφεσείουσας

KAI

1. CHRISTOFOROS KARAYIANNAS & SONS
2. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ
3. ΜΑΡΙΟΣ ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΑΣ
4. MICHELLE MC DONALD

Εφεσιβλήτων

ΔΙΑΓΡΑΜΜΑ ΑΓΟΡΕΥΣΗΣ ΕΦΕΣΕΙΟΝΤΩΝ

Ι) ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης εμφαίνονται από το φάκελο του Δικαστήριο και συνοπτικά έχουν ως εξής:

Η θέση του Εφεσείοντα είναι ότι οι Εφεσίβλητοι 1, 2, 3 και 4 είναι ένοχοι για το αδίκημα της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλον, κατά παράβαση του ‘Αρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Η θέση των Κατηγορουμένων εν ολίγοις είναι ότι, το Άρθρο 303 Α του Ποινικού Κώδικα σκοπό έχει να προστατεύσει μόνο τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη της γης και τον πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του και, εάν ακόμα θεωρηθεί ότι προστατεύονται και άλλα πρόσωπα, όπως οι καταπιστευματοδόχοι, δεν πρέπει να γίνει δεκτή η θέση του Εφεσείοντα ότι έχει καταστεί νόμιμος δικαιούχος από την στιγμή κατάθεσης του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου στο Κτηματολόγιο.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, την απόφαση του οποίου δια της παρούσας εφεσιβάλλουμε, έκρινε ότι ο Εφεσείοντας δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της υπόθεσης και συνεπώς οι Εφεσίβλητοι αθωώθηκαν και απαλλάχθηκαν απ’ όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν.

Στο σημείο αυτό, κρίνεται σχετικό να σημειωθεί ότι το Πρωτόδικο Δικαστήριο μετά την παρουσίαση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής, αποφάσισε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση, απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς του δικηγόρου των Κατηγορουμένων, ότι απουσίαζαν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συνοπτικά οι θέσεις του δικηγόρου των Κατηγορουμένων ήταν ότι, έχει τερματιστεί μονομερώς η Συμφωνία πώλησης του ακινήτου και ότι ο κύριος και η κυρία ODwyer, παρόλο που κατέθεσαν στο Κτηματολόγιο την Συμφωνία αγοράς του ακινήτου, δεν κατέστησαν οι ιδιοκτήτες του ακινήτου, κάτι που δεν συνάδει με την ισχύουσα Νομολογία.

ΙΙ) ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ

ΠΡΩΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Αποτελεί θέση των Εφεσείοντων ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο βρισκόταν σε νομική πλάνη και λανθασμένα αποφάσισε ότι δεν αποδείχθηκε το δεύτερο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, ήτοι ότι οι Εφεσείοντες κατέστη ιδιοκτήτες της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο, αγνοώντας και/ή μη δίνοντας τη δέουσα βαρύτητα τόσο στη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του όσο και στη νομολογία και επιχειρηματολογία που παρέθεσαν οι Εφεσείοντες δια της γραπτής τους αγόρευσης, αποφάσισε λανθασμένα ότι, «Το γεγονός ότι κατέθεσαν το Αγοραπωλητήτιο Έγγραφο (Τεκμήριο 1) στο Κτηματολόγιο δεν σημαίνει ότι αυτόματα και στο διηνεκές έχουν καταστεί οι «ιδιοκτήτες» (όπως οι ίδιοι το εννοούν) της κατοικίας».

Το εύρημα αυτό του Σεβαστού Δικαστηρίου, συγκρούεται με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου που διέπει το θέμα αυτό και η οποία ορίζει ότι με την εγγραφή του συμβολαίου στα κτηματολογικά αρχεία, ο αγοραστής καθίσταται ιδιοκτήτης της γης κατά το δίκαιο της επιείκειας.

Συγκεκριμένα, στην υπόθεση 1. Αντρίκκος Νίκου Χρίστου 2. Ελένη Αντρίκκου ν. Γιώργου Γεωργίου 1 Α.Α.Δ. (1999), σελ. 940 το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής σχετικά με τη νομική θέση του προσώπων που εγγράφουν πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου στο Κτηματολόγιο:

Εφόσον οι εφεσείοντες απέκτησαν, με την εγγραφή του συμβολαίου στα κτηματολογικά αρχεία, δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης της σύμβασης, κατέστησαν οι ιδιοκτήτες της γης, κατά το δίκαιο της επιείκειας, και ο πωλητής εξ επαγωγής εμπιστευματοδόχος (constructive trustee) των δικαιωμάτων τους, τηρουμένων των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων βάσει της σύμβασης. Η αρχή αυτή απεικονίζεται ως εξής στο σύγγραμμα Snells Equity”, p. 195:-

As soon as specifically enforceable contract for the sale of land is made, the purchaser becomes the owner of the land in equity, and the vendor becomes a constructive trustee of the land for the purchaser, subject in each case to their respective rights and duties under the contract.

Στην Κύπρο, όπως έχουμε εξηγήσει, δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης κτάται μόνο με την εγγραφή της σύμβασης πώλησης βάσει του ΚΕΦ.232. Καθίσταται πρόδηλο ότι οι εφεσείοντες απέκτησαν όχι μόνο κατοχή του διαμερίσματος αλλά και το δικαίωμα ιδιοκτησίας του.

(υπογραμμίσεις δικές μας).

Σχετική επίσης είναι η υπόθεση του Ανωτάτου Δικαστήριου Δρυάδης κ.α. ν. Καλησπέρα (1998) 1Β Α.Α.Δ. 881, όπου στην σελίδα 891, αναφέρονται τα ακόλουθα:

Το διαμέρισμα είχε πωληθεί σε τρίτους, οι οποίοι είχαν εγγράψει τη σύμβαση, βάσει του ΚΕΦ. 232, παρεμβάλλοντας κώλυμα στη διάθεση του διαμερίσματος από τον εφεσίβλητο στους εφεσείοντες ή σε οποιαδήποτε άλλο.”

Οι Εφεσείοντες, για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών τους ότι ήταν οι δικαιούχοι ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου, κάλεσαν ως μάρτυρα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου τον κ. Πετεινάρη, λειτουργό του Κτηματολογίου, ο οποίος κρίθηκε από το Δικαστήριο ως ανεξάρτητος με την υπόθεση μάρτυρας και τη μαρτυρία του οποίου το Δικαστήριο αποδέχθηκε στο σύνολο της. Ο κ. Πετεινάρης κατέθεσε ότι οι Εφεσείοντες καταχώρησαν το πωλητήριο έγγραφο της επίδικης οικίας (Τεκμήριο 1) στο Κτηματολόγιο και ανέφερε επίσης κατά την αντεξέταση του ότι, με την καταχώρηση του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο «κατοχυρώνεται ο αγοραστής να μην μπορεί να το πωλήσει ξανά ο πωλητής».

Περαιτέρω, ο κ. Πετεινάρης ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι, για να μπορέσει να γίνει αποδεκτό ένα πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο, το οποίο αφορά πώληση ακινήτου σε δεύτερο αγοραστή, είναι απαραίτητη η συγκατάθεση του πρώτου αγοραστή. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν αμφισβητείται ότι, κάτι τέτοιο δεν έγινε.

Σημαντικό στοιχείο απόδειξης των ως άνω αναφερομένων, είναι επίσης το περιεχόμενο της ιστοσελίδας της ίδιας της Εφεσίβλητης 1 Εταιρείας (Τεκμήριο 10), όπου γίνεται αναφορά σχετικά με το θέμα της καταχώρησης του πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο και τα δικαιώματα που πηγάζουν από αυτήν, και το οποίο παραθέτω κάτωθι αυτολεξί:

10) How long after delivery can I expect to receive my title deeds?

Title Deeds generally take a minimum of two to four years depending on the property purchase. This does not mean that you cannot sell your property at any time before that. From the minute your contract of sale is registered at the land registry department the property is officially yours and you can sell your property the next minute.”

Ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι οι Εφεσείοντες απέδειξαν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι το πωλητήριο έγγραφο αναφορικά με την επίδικη οικία καταχωρήθηκε δεόντως στο Κτηματολόγιο και, συνεπώς, αυτό τους κατέστησε τους νόμιμους ιδιοκτήτες, κατά το δίκαιο της επιείκειας, της εν λόγω οικίας.

Επομένως, λανθασμένα κατά την ταπεινή μας θέση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν απαιτείτο η συγκατάθεση του Εφεσείοντα προτού οι Εφεσίβλητοι να προβούν στην επίδικη συναλλαγή, ήτοι την πώληση της εν θέματι οικίας στην Εφεσίβλητη 4, εφόσον αυτό αντίκειται στην πάγια και καλά θεμελιωμένη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα και/ή αναιτιολόγητα και/ή όχι επαρκώς αιτιολογημένα αποφάσισε ότι «η παρούσα διαδικασία δεν είναι η κατάλληλη για να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν οι παραπονούμενοι είναι «δυνητικά ιδιοκτήτες» του ακινήτου (σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας) ή όχι» και ότι «η καταχώρηση της υπό κρίση υπόθεσης είναι πρόωρη» (σελ. 20).

Ως εξηγείται και ανωτέρω, είναι η θέση μας ότι, το εάν οι Εφεσείοντες είναι ή όχι ο δικαιούχοι ιδιοκτήτες του ακινήτου μπορεί να καθοριστεί με την απόδειξη κατάθεσης του αγοραπωλητηρίου εγγράφου εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, γεγονός που αυτόματα τους καθιστά με βάση τη νομολογία, ιδιοκτήτες του ακινήτου σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας. Η κατάθεση αυτή στην προκειμένη περίπτωση έχει αποδειχθεί εφόσον η μαρτυρία του Κτηματολογικού Λειτουργού, κ. Πετεινάρη ο οποίος το επιβεβαίωσε δια της μαρτυρίας του, έχει γίνει αποδεχτή από το Δικαστήριο.

Επομένως, το Πρωτόδικο Δικαστήριο, μη αποδεχόμενο την θέση των Εφεσειόντων ότι έχουν καταστεί δυνητικά ιδιοκτήτες της εν θέματι οικίας, δεν έλαβε υπόψη του σε ικανοποιητικό βαθμό μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του η οποία αποδείκνυε αναμφισβήτητα τη θέση αυτή.

Τέλος, με την εν λόγω απόφαση το Πρωτόδικο Δικαστήριο συγκρούεται με προγενέστερη απόφαση του αναφορικά με το εκ πρώτης όψεως ζήτημα, όπου αποφάσισε ότι συνυπάρχουν όλα τα στοιχεία του αδικήματος του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα.

ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΛΟΓΟΣ

Είναι περαιτέρω θέση των Εφεσειόντων ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα απεφάνθη ότι η μαρτυρία που είχε ενώπιον του δεν αποδείκνυε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα, ήτοι τον σκοπό της καταδολίευσης.

Ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη και/ή εσφαλμένα αξιολόγησε τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και δια της οποίας αποδεικνύετο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή υπό τις περιστάσεις έπρεπε εύλογα να γνωρίζουν ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση του δικαιούχου ιδιοκτήτη της επίδικης κατοικίας.

Περαιτέρω, το Πρωτόδικο Δικαστήριο περιέπεσε σε πλάνη όσον αφορά τον χρόνο του σκοπού καταδολίευσης, κρίνοντας ότι ο σκοπός της καταδολίευσης των κατηγορούμενων έπρεπε να υφίσταται κατά το χρόνο κατάθεσης του Συμβολαίου στο Κτηματολόγιο από τους παραπονούμενους.

Αποτελεί ταπεινή μας πεποίθηση ότι το Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι δεν υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του για το χρόνο που έγινε η εν λόγω «συναλλαγή». Συγκεκριμένα, το Δικαστήριο δεν έδωσε καθόλου και/ή τη δέουσα βαρύτητα στο Τεκμήριο 8, στην ύπαρξη του οποίου δεν γίνεται καμία αναφορά στην απόφαση του, το οποίο φέρει τον τίτλο “Legal Undertakings to sell and purchase” και αποτελεί σύμβαση μεταξύ της Εφεσίβλητης 1 Εταιρείας και της Εφεσίβλητης 4. Το Τεκμήριο 8 αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα σχετικά:

B. Whereas the 1st Party has sold the above stated property to a third pαrty

4. Whereas the 2nd Party hereby undertakes to purchase the aforesaid property from the 1st Party within thirty days, commencing form the date of cancellation and withdrawal of the contract of sale of the third party, which is presently registered at the land registry department in relation to the property as more particularly stated herein.

11. It is agreed between the Parties that in the event that the contract of sale of the Third Party is not removed and or cancelled from the register of the land registry department by the 30th of December 2010 the following options may be exercised by the 2nd Party…”.

Είναι η θέση μας ότι, τα πιο πάνω αποδεικνύουν τόσο την ύπαρξη γνώσης από τους Εφεσίβλητους περί την πώληση του εν λόγω ακινήτου σε τρίτο πρόσωπο όσο και την υποχρέωση ακύρωσης του σχετικού πωλητηρίου εγγράφου προγενέστερα της πώλησης του εν θέματι ακινήτου εκ νέου σε άλλο πρόσωπο.

Επιπλέον, αδιαμφισβήτητο γεγονός αποτελεί και η ύπαρξη επιστολών προς την Εφεσίβλητη 4 δια τις οποίες οι Εφεσείοντες, τόσο προσωπικά όσο και διά μέσω των δικηγόρων τους, της γνωστοποιούσε ότι αυτοί είναι οι νόμιμοι ιδιοκτήτες της επίδικης οικίας. Συγκεκριμένα, οι Εφεσείοντες απέστειλαν την ηλεκτρονική επιστολή ημερομηνίας 19.3.2007 (Τεκμήριο 5) και κατόπιν τούτου την επιστολή ημερομηνίας 17.5.2007 δια μέσω των τότε δικηγόρων τους, Αντώνης Ανδρέου & Σια, (Τεκμήριο 6) η οποία επιδόθηκε προσωπικά στην Κατηγορουμένη 4 στις 19.5.2007, το περιεχόμενο των οποίων είναι αυτόδηλο.

Ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, εξ όσων αναφέρονται πιο πάνω και με βάση τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, οι Εφεσείοντες κατάφεραν να αποδείξουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι, οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή εύλογα υπό τις περιστάσεις θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι δεν μπορούσαν να συναλλάτονται με το επίδικο ακίνητο, ήτοι να καταρτίσουν την πιο πάνω αναφερόμενη συμφωνία (Τεκμήριο 8) αναφορικά με το εν θέματι ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση των Εφεσειόντων καθότι είχε καταχωρηθεί δεόντως εις το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο το πωλητήριο έγγραφο (Τεκμήριο 1).

Περαιτέρω, ο σκοπός της καταδολίευσης αποδεικνύεται και δια του Τεκμηρίου 14 το οποίο προσκόμισε ο κ. Πιττάτζιης, ο οποίος κατέθεσε ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου ως μάρτυρας της υπεράσπισης, και το οποίο έγγραφο αποτελεί επιστολή ημερομηνίας 10/4/06 και αναφέρει στους Εφεσείοντες, μεταξύ άλλων, τα εξής:

«…Even for any reason in the end of the day it is decided that they had no legal ground to cancel it due to your behavior they do not want you in their property and they hereby notify you that they are not willing to complete the house and deliver it to you.»…

Πέραν του πιο πάνω αποσπάσματος, είναι η θέση μας ότι προκύπτει από το σύνολο του περιεχομένου του Τεκμηρίου 14 ότι, οι Εφεσίβλητοι 1, 2 και 3 δεν είχαν σκοπό να παραδώσουν την επίδικη οικία στους Εφεσείοντες, και ότι παράνομα το πώλησαν και/ή το έδωσαν προς χρήση στην Εφεσίβλητη 4, η οποία και γνώριζε ότι η οικία ανήκε στους Εφεσείοντες.

Ενώ λοιπόν οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και ή όφειλαν υπό τις περιστάσεις να γνωρίζουν ότι, οι Εφεσείοντες είχαν καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο και ότι μόνο το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει το νόμιμο ή όχι του τερματισμού του πωλητηρίου συμβολαίου και συνακόλουθα τη δέσμευση του από αυτό, αυτοί προχώρησαν κατά παράβαση του Άρθρου 303Α του Ποινικού Κώδικα σε συναλλαγή επί του επίδικου ακινήτου, χωρίς τη συγκατάθεση των Εφεσειόντων, οι οποίοι είχαν καταθέσει το πωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο, ακριβώς για τον σκοπό εξασφάλισης των εμπραγμάτων δικαιωμάτων τους επί του ακινήτου και για την αποφυγή δυσάρεστων καταστάσεων όπως αυτών στις οποίες περιέπεσαν. Είναι ξεκάθαρο ότι η Εφεσίβλητη 4 δεν θα μπορούσε να αγοράσει ή να χρησιμοποιήσει το ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση των νόμιμων ιδιοκτητών, οι οποίοι είναι οι Εφεσείοντες.

Περαιτέρω, αναφορικά με τη φύση της μαρτυρίας που είναι ικανή να αποδείξει την ένοχη γνώση (mens rea) ενός Κατηγορουμένου για ένα επίδικο θέμα, σχετική είναι η υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους v Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 22 όπου αποφασίστηκε το εξής:

“Ορθά επισήμανε το Κακουργιοδικείο ότι η ένοχη γνώση είναι κάτι που συνήθως συμπεραίνεται από τα γεγονότα. Οι «κρυφοί» λογαριασμοί, όπως χαρακτηρίστηκαν από το Κακουργιοδικείο, έδειχναν την ένοχη γνώση του εφεσείοντα και των λοιπών συγκατηγορουμένων του”.

Σε άλλο σημείο της ίδιας υπόθεσης το Δικαστήριο τόνισε τα εξής:

“Εξετάσαμε με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση και καταλήγουμε ότι η απόφαση του Κακουργιοδικείου, ότι ο εφεσείων όταν εξέδιδε το σχετικό πιστοποιητικό στο οποίο βασίστηκε η αίτηση Α716/00, το έπραττε γνωρίζοντας ότι αυτό ήταν ψευδές, είναι ορθή. Η παρατήρηση του Κακουργιοδικείου ότι η γνώση δεν είναι κάτι που μπορεί να αποδεικνύεται πάντοτε με άμεση μαρτυρία αλλά εξυπακούεται από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης υποστηρίζεται από τη νομολογία και συγγράμματα στα οποία αναφέρθηκε το Κακουργιοδικείο (βλ. Youssef ν. Δημοκρατίας (1993) 2 Α.Α.Δ. 289, 295 και Archbold Criminal Pleadings Evidence and Practice 36η έκδοση, σελ. 364, παραγρ. 10-10).

Συνεχίζοντας το Δικαστήριο ανέφερε:

“Στην υπόθεση Ιακώβου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 211, 219 λέχθηκε ότι «η ύπαρξη της απαραίτητης γνώσης δεν είναι κάτι που συνήθως αποδεικνύεται με άμεση μαρτυρία. Κατά κανόνα συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης”.

Κατά την ταπεινή μας άποψη το βάρος της μαρτυρίας που έχει προσκομιστει από τους Εφεσείοντες ενώπιον του Πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι τέτοιο, που αποδεικνύει ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν και/ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν είχαν την συγκατάθεση των Εφεσειόντων για να συναλλάσσονται για την ακίνητη περιουσία των Εφεσειόντων, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψιν ότι οι Εφεσίβλητοι δεν προσήψαν οποιαδήποτε ικανά στοιχεία ώστε να την αντικρούσουν, με αποτέλεσμα να θεωρείται ότι η ένοχη γνώση των Εφεσίβλητων έχει αποδειχθεί. Τα επί μέρους γεγονότα και περιστατικά όπως τα ανέδειξε και απέδειξε η Κατηγορούσα Αρχή με την μαρτυρία της, είναι ικανά, ορώμενα εις την ολότητα τους, να οδηγήσουν κάθε Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι Εφεσίβλητοι γνώριζαν ή έπρεπε να γνωρίζουν υπό τις περιστάσεις ότι, όταν συναλλάσσονταν με το ακίνητο των Εφεσειόντων, δεν είχαν την συγκατάθεση τους να πράξουν κάτι τέτοιο. Συνεπώς στην παρούσα υπόθεση, εφόσον η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε όλα αυτά τα γεγονότα ή τις περιστάσεις, βάσει των οποίων οι Εφεσίβλητοι όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν είχαν την συγκατάθεση των Εφεσειόντων για να συναλλάσσονται με την ακίνητη τους περιουσία, σε συσχετισμό με το γεγονός ότι οι Εφεσίβλητοι δεν προσήψαν οποιαδήποτε μαρτυρία για να αντικρούσουν την απόδειξη των εναντίον τους αυτών ενοχοποιητικών γεγονότων και περιστατικών, τότε το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί είναι ότι η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας τον σκοπό καταδολίευσης των Εφεσίβλητων.

Συνεπώς, είναι η θέση μας την οποία ευσεβάστως υποβάλλουμε ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του και/ή ερμήνευσε λανθασμένα την παράγραφο 3 του Άρθρου 303 Α του Ποινικού Κώδικα, όπου παρατίθεται και/ή επεξηγείται η έννοια του «σκοπού της καταδολίευσης».

ΤΡΙΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Είναι περαιτέρω η θέση μας ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο προέβη σε λανθασμένη αξιολόγηση της ένορκης μαρτυρίας του Εφεσείοντα 1.

Συγκεκριμένα, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα αποφάσισε ότι ο μάρτυρας «προσήλθε στο εδώλιο μόνο για να πει τη δική του εκδοχή και θέση και όχι για να διαφωτίσει το Δικαστήριο επί όλων των πτυχών και πλευρών της υπόθεσης» (σελ. 19).

Το Δικαστήριο δεν αξιολόγησε καθόλου και/ή σε ικανοποιητικό βαθμό την αξιοπιστία του Εφεσείοντα 1, δίνοντας λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα υπέρμετρη βαρύτητα στο γεγονός ότι σε κάποιες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας αρνήθηκε να απαντήσει και/ή απάντησε ότι αυτές αφορούσαν νομικό θέμα που θα απαντούσε ο δικηγόρος του στη συνέχεια.

Είναι η θέση μας ότι το Σεβαστό Δικαστήριο λανθασμένα και/ή αναιτιολόγητα έκρινε ότι ο μάρτυρας δεν είναι αξιόπιστος, εφόσον το συμπέρασμα αυτό δεν συνάδει και/ή είναι αντίθετο με τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένων των εγγράφων που έχουν κατατεθεί.

ΤΕΤΑΡΤΟΣ ΛΟΓΟΣ

Κατά την ταπεινή μας πεποίθηση, το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε λανθασμένα την επιλογή των Εφεσιβλήτων να μην καταθέσουν είτε ενόρκως είτε να προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση από το εδώλιο του κατηγορουμένου.

Συγκεκριμένα, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι τέθηκε ως επίδικο θέμα η ένοχη γνώση των Εφεσίβλητων, γεγονός για το οποίο τέθηκε ισχυρή μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου υπό των Εφεσειόντων, το Πρωτόδικο Δικαστήριο λανθασμένα δεν έλαβε καθόλου υπόψη την άρνηση των Εφεσίβλητων να προσφέρουν οποιαδήποτε μαρτυρία.

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο αξιολόγησε εσφαλμένα την άρνηση των Εφεσίβλητων, χωρίς την παροχή οιασδήποτε αιτιολογίας επ’ αυτού, να καταθέσουν ενόρκως δια να δώσουν κάποια εξήγηση σχετικά με το κατά πόσο γνώριζαν ή όχι ότι δεν είχαν τη συγκατάθεση των παραπονουμένων για να συναλλάσσονται με το επίδικο ακίνητο, ιδιαίτερα αφού τέτοια εξήγηση ενέπιπτε στη δική τους αποκλειστική γνώση.

Το Σεβαστό Δικαστήριο αγνόησε τα όσα αναφέρθηκαν δια της γραπτής αγόρευσης των Εφεσειόντων αναφορικά με το ζήτημα αυτό και δεν έδωσε καθόλου και/ή επαρκή αιτιολογία δια τους λόγους που απέρριψε τη θέση των Εφεσειόντων.

Αποτελεί αναμφισβήτητο γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος έχει κάθε δικαίωμα να μην δώσει ένορκη μαρτυρία από το εδώλιο του Κατηγορουμένου και απλά να προβεί είτε σε ανώμοτη δήλωση, ή ακόμη και να μην αναφέρει τίποτα στο δικαστήριο, αφήνοντας την Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την υπόθεση της, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός Κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέρα πάσης λογικής αμφιβολίας.(βλ. μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic (1978) 2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195).

Παρόλα αυτά, προκύπτει από τη νομολογία ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψιν του στην ετυμηγορία του, το γεγονός της άρνησης του Κατηγορουμένου να δώσει ένορκη μαρτυρία στο δικαστήριο.

Σχετική είναι η υπόθεσηVrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, στην οποία το δικαστήριο κάνοντας μια αναδρομή στην Αγγλική νομολογία επί του θέματος, δήλωσε ότι:

“In the light of all the foregoing we have no hesitation in holding that Appellant 1 was rightly convicted of the premeditated murder of his wife. In this respect it is to be noted that at his trial Appellant 1 chose, as it was his right to do, not to give evidence on oath, but to make an unsworn statement from the dock; he stated, inter alia, that he was innocent and that he had no reason to kill his wife. Without, in the least, departing from, or doubting, the principle that it is not to be expected of an accused person to prove his innocence, but it is up to the prosecution to establish his guilt beyond reasonable doubt, we are of the view that the failure of Appellant 1, as an accused, to give evidence in his own defense is a factor related, in the circumstances of the present case, to the issue of his guilt.”

Επίσης, στην υπόθεση R. v. Corrie and Watson ([1904] 68 J.P. 294), το Δικαστήριο επικυρώνοντας την καταδίκη του Κατηγορουμένου για την κατηγορία του παράνομου στοιχήματος δήλωσε χαρακτηριστικά:

I agree that no inference ought to be drawn in support of a weak case on the ground that the defendants were not called to give evidence; but where transactions are proved which are capable of an innocent explanation, and if the defendants could have given it, and there is prima facie evidence that the person is carrying on an illegal business, I do not think it improper for the jury to draw a conclusion from the fact that the defendants were not called”.

Πρόσθετα, μια κατατοπιστική απόφαση η οποία επεξηγεί ποιά θα πρέπει να είναι εκείνα τα γεγονότα ή χαρακτηριστικά μιας υπόθεσης τα οποία θα οδηγήσουν το δικαστήριο να συνυπολογίσει στο πόρισμα της ενοχής, την άρνηση του Κατηγορουμένου να καταθέσει ενόρκως, είναι η R. v. Burdett [1820] 4 B. and Ald. 95, at p. 120)’ όπου αναφερθήκαν τα εξής:

No person is to be required to explain or contradict until enough has been proved to warrant a reasonable and just conclusion against him, in the absence of explanation or contradiction; but when such proof has been given, and the nature of the case is such as to admit of explanation or contradiction if the conclusion to which the prima facie case tends be true, and the accused offers no explanation or contradiction, can human reason do otherwise than adopt the conclusion to which the proof tends?” .

Περαιτέρω, στην πρόσφατη υπόθεση Κρίνος Θεοχάρους v Κυπριακής Δημοκρατίας (2008) 2 Α.Α.Δ 22 το δικαστήριο διευκρίνισε περαιτέρω το νομικό καθεστώς που διέπει την άρνηση του κατηγορουμένου να δώσει ένορκη κατάθεση και να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις εκείνες όπου επίδικο θέμα είναι η ένοχη γνώση (mens rea) του κατηγορουμένου:

Υπενθυμίζουμε ότι στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι (συμπεριλαμβανομένου και του εφεσείοντα) αφού κλήθηκαν σε απολογία επέλεξαν να προβούν σε ανώμοτη δήλωση και να μην προσκομίσουν οποιαδήποτε μαρτυρία, κάτι βέβαια που ήταν απόλυτο δικαίωμα τους. Σε τέτοια περίπτωση, ενόψει και του τεκμηρίου αθωότητας ενός κατηγορουμένου και της υποχρέωσης της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ενοχή του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, αυτό που εξετάζεται είναι (α) αν η μαρτυρία που παρουσίασε η κατηγορούσα αρχή είναι αξιόπιστη και (β) αν ναι, κατά πόσο είναι ικανοποιητική για να αποδείξει τις κατηγορίες. Το γεγονός ότι ένας κατηγορούμενος δεν έδωσε ο ίδιος ένορκη κατάθεση ή ότι δεν παρουσίασε μάρτυρες, δεν πρέπει να θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής. Η ανώμοτη δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. (βλ μεταξύ άλλων Vrakas & Another v. Republic (1973) 2 C.L.R. 139, 188-191, Anastasiades v. Republic (1977) 2 C.L.R. 97, σελ. 113, 215, Khadar v. Republic (1978) 2 C.L.R. 152, 245-288, Δημοσθένους κ.ά. v. Αστυνομίας (1998) 2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.ά. v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 195). Στο γενικό αυτό κανόνα υπάρχουν κάποιες εξαιρέσεις όπου τα γεγονότα όπως τα απέδειξε με τη μαρτυρία της η Κατηγορούσα Αρχή είναι τέτοια που χρήζει να δοθεί κάποια εξήγηση από τον κατηγορούμενο ιδιαίτερα εκεί που μια τέτοια εξήγηση εμπίπτει στη δική του αποκλειστική γνώση”.

Το συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από την μελέτη των πιο πάνω αποφάσεων είναι ότι το Δικαστήριο όταν έχει ενώπιον του κάποια υπόθεση στην οποία η Κατηγορούσα Αρχή προσκόμισε τέτοια στοιχεία, τα οποία αποτελούν ικανοποιητική μαρτυρία για την απόδειξη της ενοχής του Κατηγορουμένου, σε συσχετισμό και με το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος δεν έδωσε ένορκη μαρτυρία, ενώ τούτο ήταν επιβεβλημένο βάσει των γεγονότων της υπόθεσης, τότε το δικαστήριο θα πρέπει να προσανατολιστεί προς την έκδοση απόφασης ενοχής εναντίον του Κατηγορουμένου. Τα γεγονότα που επιβάλλουν την παροχή ένορκης κατάθεσης από τον Κατηγορούμενο, πρέπει να αφορούν ένα επίδικο θέμα για το οποίο ο Κατηγορούμενος μπορεί να δώσει κάποια εξήγηση ή διευκρίνηση, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου ο Κατηγορούμενος έχει άμεση και αποκλειστική γνώση για το συγκεκριμένο θέμα.

Ενόψει των ως άνω αναφερομένων, ευσεβάστως υποβάλλεται ότι, το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρέλειψε να εφαρμόσει την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με την επιλογή των Εφεσίβλητων να μην καταθέσουν ενόρκως και να μην προβούν σε οποιαδήποτε δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

Είναι η θέση μας ότι, οι Εφεσείοντες κατάφεραν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας να αποδείξουν ότι οι Εφεσίβλητοι είναι ένοχοι δια την διάπραξη του αδικήματος της δόλιας συναλλαγής σε ακίνητη περιουσία που ανήκει σε άλλο.

Ως εκ των όσων αναφέρονται πιο πάνω, οι Εφεσείοντες αιτούνται την ακύρωση της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης ως εσφαλμένης, με έξοδα υπέρ των Εφεσειόντων.

ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ & ΜΥΛΩΝΑΣ

Δικηγόροι Εφεσειόντων

Καταχωρήθηκε την / / 2011

Αντίγραφο στάληκε για επίδοση την ίδια μέρα στους κ.κ.:

1. Christoforos Karayiannas & Sons Ltd

φ/δι κον Χριστόφορο Καραγιαννά

Οδός Γρίβα Διγενή αρ.152, Παραλίμνι – τηλ.99637751

2. κον Χριστόφορο Καραγιαννά

Οδός Γρίβα Διγενή αρ.152, Παραλίμνι – τηλ.99637751

3. Κον Μάριο Καραγιαννά

Οδός Οδυσσέα Ελύτη αρ.7

Φρέναρος, Αμμόχωστος – τηλ.99430914

4. Κα Michelle McDonald

Αμμοχώστου αρ.48,

Άγιος ΣέργιοςComplex, Κατοικία αρ.30

Φρέναρος Αμμόχωστος

Criminal Fraud: Case 1912/2009: Date 20-01-2011

[gview file=”http://www.lyingbuilder.com/wp-content/uploads/2015/06/criminal.fraud_20.01.2011.pdf”]
Download criminal.fraud_20.01.2011.pdf

Christoforos Karayiannas and Sons Ltd: Case 927/07: Date 20-03-2008

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 927/07

Μεταξύ

Christoforos Karayiannas & Sons Ltd

Εναγόντων

-και-

Cornelius Desmond O’Dwyer

Εναγομένου

Αίτηση για αναστολή ή παραμερισμό της διαδικασίας, ημερ. 11/2/08.

Ημερομηνία: 20 Μαρτίου, 2008
Εμφανίσεις:
Για τον Εναγόμενο – Αιτητή: κα Ραφαήλ για Γεωργιάδη και Μυλωνά
Για τους Ενάγοντες – Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Κλαϊδης με τον κο Φλουρέντζου
Παρών ως δ/ντης των εναγόντων ο κ. Χρ. Καραγιαννάς.

ΑΠΟΦΑΣΗ

Οι ενάγοντες ζητούν αποζημιώσεις και διατάγματα σε σχέση με κατ’ ισχυρισμό δυσφήμιση τους από τον εναγόμενο «δια των ιστοσελίδων και/ή ιστοχώρων» στο διαδίκτυο «υπό τον τίτλο» www.lyingbuilder.com και www.youtube. Δεν έχει ακόμα καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Η εκδοχή των εναγόντων φαίνεται σε ένορκες δηλώσεις του διευθυντή τους Μάριου Χ. Καραγιαννά, που συνοδεύουν αίτηση τους ημερ. 20/12/07 για ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα και ένσταση τους ημερ. 25/2/08 σε αίτηση του εναγομένου για αναστολή ή παραμερισμό της διαδικασίας.

΄Ολα ξεκίνησαν όταν ο εναγόμενος και η σύζυγος του συμφώνησαν στις 23/8/05 να αγοράσουν από τους ενάγοντες μια κατοικία στο Φρέναρος. Προέκυψε διαφορά στα πλαίσια της οποίας ο εναγόμενος κατηγορεί τους ενάγοντες για ψευδείς παραστάσεις και οι ενάγοντες κατηγορούν την άλλη πλευρά για διάρρηξη της σύμβασης. Ο εναγόμενος έχει κοινοποιήσει τις κατηγορίες του αυτές στο διαδίκτυο, μαζί με περαιτέρω κατηγορίες για την διάπραξη από τον εν λόγω διευθυντή και τον πατέρα του, επίθεσης και άλλων ποινικών αδικημάτων εναντίον του. Παράλληλα διακηρύττει ότι δεν φοβάται τον λίβελο επικαλούμενος την αλήθεια των ισχυρισμών του.

΄Εχει ακουστεί αίτηση του εναγομένου για αναστολή ή παραμερισμό της διαδικασίας επί της θέσης ότι το παρόν δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή ότι πιο κατάλληλο και πρόσφορο forum αποτελούν τα αγγλικά δικαστήρια. Μετά την κατάθεση των γραπτών αγορεύσεων, η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγομένου έθεσε θέμα κατάχρησης της διαδικασίας επειδή εκκρεμεί η αγωγή 365/06 «μεταξύ των ιδίων προσώπων σε σχέση με την ίδια δυσφήμιση και τα ίδια γεγονότα». Το θέμα προέκυψε από την αναφορά που οι ίδιοι οι ενάγοντες κάμνουν στην εν λόγω ένορκη δήλωση του κ. Μ. Καραγιαννά, στην οποία επισυνάπτουν ως τεκμήριο την έκθεση απαίτησης στην αγωγή 365/06. Η αγωγή 365/06, όπως είναι κοινώς δεκτό, συνεχίζει να εκκρεμεί. ΄Εχει μάλιστα τεθεί εκ συμφώνου ο φάκελος ενώπιον του δικαστηρίου για τους σκοπούς του παρόντος ζητήματος.

Το δικαστήριο σημείωσε ότι το θέμα κατάχρησης μπορεί να εγερθεί και αυτεπάγγελτα και χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία. Αρκεί να βρίσκονται ενώπιον του τα απαιτούμενα δεδομένα. Σημείωσε επίσης ότι η παρούσα αγωγή φαίνεται εκ πρώτης όψεως να έχει το ίδιο αντικείμενο και να αφορά το ίδιο υπόβαθρο γεγονότων όπως η αγωγή 365/06. ΄Ετσι κάλεσε τις δύο πλευρές να αγορεύσουν επί του θέματος πριν προχωρήσει περαιτέρω η διαδικασία.

Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων τοποθετήθηκε επί του ερωτήματος χωρίς να εγείρει ζήτημα ότι είναι πρόωρο για τον λόγο ότι δεν έχει ακόμα καταχωριστεί έκθεση απαίτησης. Αυτό το ζήτημα, εν πάση περιπτώσει, με έχει απασχολήσει, εφόσον τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τις έγγραφες προτάσεις. Η αρχή, όταν εξετάζεται θέμα δικαιοδοσίας, είναι ότι η αποκλειστική πηγή αναζήτησης των γεγονότων που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία είναι η έκθεση απαίτησης (Μούρτζινος v. Global Cruises Ltd (1992) 1 Α.Α.Δ. 1160). Θα μπορούσε να ισχύει αναλογικά η ίδια αρχή και όταν εξετάζεται ζήτημα κατάχρησης; Αλλά, ακόμα και έτσι, η αρχή της Μούρτζινος δεν έχει εφαρμογή όταν τα αναγκαία και επαρκή στοιχεία για να είναι δυνατή η εξέταση του ζητήματος βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου ήδη πριν από την έκθεση απαίτησης (Παπακοκκίνου v. Landbroke PLC κ.ά. (1999) 1 Α.Α.Δ. 838). Εν προκειμένω, πέραν της γενικής οπισθογράφησης που δεν συγκεκριμενοποιεί τα παράπονα των εναγόντων, η εκδοχή τους έχει αναλυτικά τεθεί με την εν λόγω ένορκη δήλωση του κ. Μ. Καραγιαννά ημερ. 20/12/07, ο οποίος αναφερόμενος στα γεγονότα παραπέμπει στην αγωγή 365/06 επισυνάπτοντας, όπως ήδη ελέχθη, την έκθεση απαίτησης. Τα ήδη ενώπιον του δικαστηρίου δεδομένα επαρκούν ώστε να τεθεί και να εξεταστεί ζήτημα κατάχρησης σε σχέση με την ύπαρξη της άλλης αγωγής. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί τώρα και όχι να εξαρτηθεί από την καταχώρηση στο μέλλον έκθεσης απαίτησης, η καταχώρηση της οποίας εκκρεμεί για μήνες, με αποτέλεσμα να συνεχίζονται στο μεταξύ οι διαδικασίες σε μια αγωγή που στο τέλος μπορεί να αποδειχθεί καταχρηστική. ΄Ηδη, εκτός από αίτηση για αναστολή ή παραμερισμό, εκκρεμεί για σήμερα και αίτηση για συντηρητικό διάταγμα.

Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων εισηγήθηκε ότι δεν υπάρχει κατάχρηση διαδικασίας, διότι η αγωγή 365/06 αφορά αφενός, την παραβίαση της συμφωνίας κάτι που δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας αγωγής και αφετέρου, αφορά αποζημιώσεις για δυσφήμιση μέσα από την ιστοσελίδα www.lyingbuilder.com, ενώ η παρούσα αγωγή αφορά ζήτημα δυσφήμισης, όχι στην εν λόγω ιστοσελίδα, αλλά στον ιστοχώρο (website) www.lyingbuilder.com και στον ιστοχώρο www.youtube.com. Ιστοχώρος και ιστοσελίδα είναι διαφορετικά πράγματα εισηγήθηκε και προσπάθησε να εξηγήσει. Δεύτερο, είπε ότι η παρούσα αγωγή αφορά και σε άλλα, νέα κείμενα, που δεν έχουν σχέση με το κείμενο στην αγωγή 365/06. Είναι με αναφορά σε αυτούς τους δύο παράγοντες που ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για «τελείως ανεξάρτητα θέματα». Δεν ισχυρίστηκε όμως, ότι πρόκειται για δυσφημιστικούς ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν μέσα σε ένα άλλο πλαίσιο, όπως δεν μπορούσε, εφόσον η εκδοχή των εναγόντων στην παρούσα αγωγή έχει φανερά κοινό υπόβαθρο με την άλλη υπόθεση. Παράλληλα μάλιστα, απάντησε καταφατικά στο ερώτημα κατά πόσο αυτά που αναφέρονται ως δυσφήμιση στην αγωγή 365/06 έχουν σχέση με αυτά που αναφέρονται τώρα στην εκδοχή των εναγόντων. Τούτου δοθέντος, στο περαιτέρω ερώτημα περί του πρακτέου εν τοιαύτη περιπτώσει και κατά πόσο θα κληθούν δύο δικαστήρια να δικάσουν τους ίδιους ισχυρισμούς στον βαθμό που υπάρχει αλληλοκάλυψη των αγωγών, ο κ. Κλαϊδης απάντησε ότι θα ήταν η εισήγηση του προς τους δικηγόρους των εναγόντων στην άλλη αγωγή, εφόσον δεν είναι εκεί δικηγόρος, «ώστε το θέμα της δυσφήμισης να δικαστεί στην παρούσα αγωγή και να αποσυρθεί από την 365/06».

Η θέση της κας Ραφαήλ ήταν εξ αρχής, όταν έθεσε το θέμα, ότι οι ενάγοντες ζητούν και στις δύο αγωγές αποζημιώσεις και διατάγματα σε σχέση με την ίδια δυσφήμιση και τα ίδια γεγονότα. Στην αγωγή δε 365/06 οι ενάγοντες ζητούν διάταγμα που να απαγορεύει στους εναγόμενους να δυσφημούν τους ενάγοντες με οποιονδήποτε τρόπο. Με την πρώτη αγωγή, ναι μεν ζητείται και θεραπεία σε σχέση με παραβίαση της συμφωνίας, αλλά αυτό το θέμα θα καταστεί και στην παρούσα αγωγή επίδικο μέσα από την «υπεράσπιση της αλήθειας» (justification). Το ότι στην παρούσα αγωγή υπάρχει επιπρόσθετος διάδικος, κατέληξε, δεν επηρεάζει.

Κατ’ αρχάς, ό,τι επικαλούνται οι ενάγοντες ως λίβελο στην πρώτη αγωγή καλύπτεται, όπως δέχθηκε ως άνω ο κ. Κλαϊδης, από τη δεύτερη αγωγή. Ασφαλώς δε, τα ζητήματα αυτά δεν μπορούν να δικαστούν σε δύο αγωγές, όπως επίσης δέχθηκε ο κ. Κλαϊδης. Στον τρόπο επίλυσης του προβλήματος που έχει εισηγηθεί, θα επανέλθω.

Για τη θέση ότι η δεύτερη αγωγή καλύπτει περαιτέρω και μεταγενέστερα κείμενα σημειώνονται τα εξής: Σε υποθέσεις λιβέλου το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψη την όλη συμπεριφορά του εναγομένου, περιλαμβανομένων μεταγενέστερων δημοσιευμάτων, μέχρι ακόμα και τον χρόνο της απόφασης, για να καταδειχθεί το πνεύμα υπό το οποίο έγινε το επίδικο δημοσίευμα και οι προθέσεις του εναγόμενου, είτε για να αντικρουστεί η υπεράσπιση του «περιορισμένου προνομίου» (qualified privilege) ή του «ευλόγου σχολίου» (fair comment), είτε προς επαύξηση των αποζημιώσεων (aggravated damages) (βλ. Youssoupoff v. M.G.M. Pictures Ltd (1934) 50 T.L.R. 581, Finnerty v. Tipper (1809) 2 Camp. 72, Halsbury’s Laws of England, 3η έκδοση, Vol. 24, 113). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, παρ. 1829, οι μεταγενέστερες δημοσιεύσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη, όχι υπό την έννοια ότι δίδουν ανεξάρτητο δικαίωμα για αποζημιώσεις, αλλά ως επιβαρυντικές περιστάσεις σε σχέση με το αρχικό αγώγιμο δικαίωμα. Νοείται βέβαια, ότι οι μεταγενέστερες δημοσιεύσεις πρέπει να είναι σχετικές με το αρχικό ζήτημα. Δεν μπορεί λ.χ., σε μια αγωγή που αρχικός δυσφημιστικός ισχυρισμός είναι ότι ο ενάγοντας έκαμε ψευδορκία, να επιτραπεί η αναφορά σε περαιτέρω δυσφημιστικούς ισχυρισμούς ότι διέπραξε φόνο (βλ. Finnerty, ανωτ.).

Εν προκειμένω, το ότι οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων πηγάζουν μέσα από το ίδιο πλαίσιο γεγονότων και αντιπαράθεσης είναι, ως άνω, σαφές. ΄Οπως σαφές είναι ότι οι ισχυρισμοί του εναγόμενου εναντίον των εναγόντων, είτε στη μια είτε στην άλλη αγωγή, είτε με ιστοσελίδες είτε με ιστοχώρους, περιστρέφονται γύρω από τον ίδιο άξονα και δεν είναι ανεξάρτητα θέματα. Αν περιλαμβάνονταν στην ίδια αγωγή δεν θα ετίθετο θέμα διαχωρισμού τους (severance) (βλ. Bridgemont v. Associated Newspapers Ltd and Others [1951] 2 All E.R. 285). Αντίθετα, αν ήταν να επιτραπούν ανεξάρτητες αγωγές για κάθε νέο μεν, στα ίδια πλαίσια δε, ισχυρισμό του εναγόμενου σε ιστοσελίδες, σε ιστοχώρους, ή άλλως πως, η κατάσταση θα απέληγε σε μια ανεξέλεγκτη πολλαπλότητα διαδικασιών, εφόσον μάλιστα ο εναγόμενος, όπως προκύπτει, έχει επιδοθεί σε ένα είδος συνεχούς εκστρατείας μέσα από ένα άμεσο επικοινωνιακό μέσο, το διαδίκτυο.

Ως εκ των άνω, εκτός της παραδεκτής ταυτότητας, σ’ ένα βαθμό, των επιδίκων θεμάτων, γενικότερα είναι που το αντικείμενο των δύο αγωγών είναι όμοιο. Τα θέματα που εγείρονται στη δεύτερη αγωγή, μπορούσαν ή και μπορούν μέχρι το τέλος να εγερθούν στην πρώτη. Συνεπώς η παρούσα αγωγή καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα που εγείρονται ή μπορούσαν ή και μπορούν να εγερθούν στην άλλη αγωγή. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις συνιστά επιδίωξη του ίδιου σκοπού με διαφορετικά ένδικα μέσα και ως εκ τούτου αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του δικαστηρίου. Εφόσον η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς, υπό την παραπάνω έννοια τα ίδια ζητήματα, θα πρέπει να απορριφθεί και όχι απλώς να ανασταλεί (βλ. In re Beogradska D.D. (1996) 1 Α.Α.Δ. 911).

Ο τρόπος επίλυσης που εισηγήθηκε για το μέλλον, ως άνω ο κ. Κλαϊδης δεν είναι πλέον ανοιχτός. Είναι γεγονός ότι αναγνωρίζεται δικαίωμα επιλογής. ΄Ομως ο κρίσιμος χρόνος είναι ο χρόνος ακρόασης της σχετικής διαδικασίας, που εν προκειμένω είναι τώρα που εξετάζεται το ζήτημα (βλ. Beogradska ανωτ.).

Το ότι στην άλλη αγωγή έχει ζητηθεί και θεραπεία σε σχέση με παράβαση της συμφωνίας, δεν επηρεάζει, εφόσον παραμένει ουσιαστική ομοιότητα του αντικειμένου σε ότι αφορά τη δυσφήμιση. ΄Αλλωστε το ζήτημα της παράβασης ή μη της συμφωνίας θα υπεισερχόταν και στην παρούσα αγωγή κατά τρόπο έμμεσο μέσα από την υπεράσπιση του αληθούς σχολίου που επικαλείται ο εναγόμενος.

Δεν επηρεάζει επίσης, το γεγονός ότι στην άλλη αγωγή ενάγεται για την ίδια δυσφήμιση και δεύτερο πρόσωπο, η σύζυγος του εναγομένου. Αντίθετα, ενόψει της σώρευσης δύο εναγομένων και ανάλογα βέβαια με τα γεγονότα της υπόθεσης, θα μπορούσε με την κατάλληλη τροποποίηση να τεθεί στην άλλη αγωγή, πέραν της δυσφήμισης και το επίδικο θέμα της συνομωσίας (conspiracy) με μοναδικό ή δεσπόζοντα σκοπό την πρόκληση ζημίας στους ενάγοντες. Σε τέτοια περίπτωση, αντίθετα με την αγωγή λιβέλου, η αλήθεια των ισχυρισμών δεν αποτελεί υπεράσπιση (βλ. Gulf Oil (GB) Ltd v. Page and others [1987] 3 All E.R 14). Εφόσον ό,τι κυριαρχεί στον εκάστοτε εναγόμενο δεν είναι η αλήθεια ή η εύλογη κριτική, αλλά η ζημιογόνα ή και καταστροφική πρόθεση. Τέτοια όμως βάση αγωγής δεν μπορεί να προστεθεί εδώ, εφόσον προϋποθέτει τη συνέργεια δύο ή περισσοτέρων προσώπων.

Η αρχική μου σκέψη, όπως καταγράφηκε στο πρακτικό όταν συζητήθηκε το θέμα της κατάχρησης, ήταν ότι το δικαστήριο θα επανερχόταν στην αίτηση για αναστολή ή παραμερισμό εάν η διαπίστωση ήταν ότι δεν υπάρχει κατάχρηση. Αυτή θα ήταν η κανονική πορεία των πραγμάτων. ΄Ομως, εφόσον έχουν ήδη κατατεθεί οι γραπτές αγορεύσεις για το θέμα της αναστολής, για το ενδεχόμενο η μέχρι τώρα προσέγγιση μου να είναι εσφαλμένη, θα προχωρήσω σε εξέταση και της αίτησης για αναστολή.

Οι σχετικές θέσεις του εναγομένου περιστράφηκαν γύρω από τον Κανονισμό 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης για την διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Στη νομική βάση της αίτησης δεν περιλαμβάνεται αναφορά στον Κανονισμό. Η παράλειψη όμως δεν έχει εγερθεί στην ένσταση. Αντίθετα οι ενάγοντες απάντησαν επί του Κανονισμού. ΄Αλλωστε, ό,τι τίθεται, είναι ζήτημα δικαιοδοσίας που θα μπορούσε να εγερθεί ούτως ή άλλως από το δικαστήριο με αναφορά στον Κανονισμό.

Στα πλαίσια του Κανονισμού, ο κανόνας είναι ότι η διεθνής δικαιοδοσία καθορίζεται από την κατοικία του εναγομένου (΄Αρθρο 2.1) που εν προκειμένω βρίσκεται, όπως αποτέλεσε κοινό τόπο και παρά το ότι στην αγωγή αναφέρεται η Αγία Νάπα, στην Αγγλία. Ο Κανονισμός όμως, αναγνωρίζει “ειδικές δικαιοδοσίες” ως εξαίρεση του εν λόγω κανόνα. Σ’ αυτά τα πλαίσια, πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος ενός κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί, ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός (΄Αρθρο 5.3).

Αμφότεροι οι δικηγόροι έχουν αναφερθεί στην υπόθεση Shevill v. Presse Alliance SA (Case C-68/93) [1995] All ER (EC) 289 (Απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Δ.Ε.Κ.).

Η ευπαίδευτη δικηγόρος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι η αρχή που υιοθετήθηκε στην εν λόγω απόφαση είναι ότι “σε υποθέσεις δυσφήμισης, ο τόπος που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός είναι ο τόπος διαμονής του εκδότη” και ότι “θα ήταν παρακινδυνευμένο να δοθεί το δικαίωμα στον ενάγοντα να επιλέξει”. Επικαλέστηκε προς την ίδια κατεύθυνση και άλλες αποφάσεις του Δ.Ε.Κ.. Είπε ακόμα ότι στην αγωγή δεν διευκρινίζεται κατά πόσο οι ενάγοντες ζητούν αποζημίωση για βλάβη στην Κύπρο ή το εξωτερικό. Τέλος, άφησε να νοηθεί ότι δεν είναι επιτρεπτή η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων για παύση «ξένης ιστοσελίδας».

Ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόντων απάντησε ότι είναι διαφορετική, ή ακόμα αντίθετη, η αρχή της Shevill αλλά και άλλων αποφάσεων του Δ.Ε.Κ. και ότι οι ενάγοντες είχαν υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης επιλογή να προσφύγουν είτε στα αγγλικά είτε στα κυπριακά δικαστήρια, με τα τελευταία να αποτελούν το πλέον κατάλληλο forum.

Στην υπόθεση Shevill η γαλλική εφημερίδα France – Soir δημοσίευσε ένα άρθρο με το οποίο απέδιδε κατηγορίες ανάμιξης σε ξέπλυμα χρημάτων από ναρκωτικά, τόσο εναντίον της αγγλίδας, με κατοικία στην Αγγλία, δνιδας Fiona Shevill, όσο και εναντίον της γαλλικής εταιρείας που την εργοδοτούσε στο Παρίσι. Η France – Soir κυκλοφορούσε κυρίως στη Γαλλία (237.000 αντίτυπα) ενώ είχε πολύ μικρή κυκλοφορία στην Αγγλία και Ουαλία (230 αντίτυπα εκ των οποίων μόνο 5 στο Yorkshire όπου ήταν η κατοικία της Shevill). Παρά ταύτα, οι προσβληθέντες καταχώρησαν αγωγή για δυσφήμιση στην Αγγλία εναντίον της γαλλικής εκδότριας εταιρείας. Η τελευταία, ζήτησε παραμερισμό της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, εισηγούμενη ότι η αγωγή δεν ασκήθηκε “στον τόπο όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός”, όπως απαιτείται από το ΄Αρθρο 5.3[1], που κατά τη σχετική εισήγηση ήταν η Γαλλία και μόνο. Το ζήτημα κατέληξε στο House of Lords το οποίο παρέπεμψε σειρά νομικών ερωτημάτων στο Δ.Ε.Κ. με τελικό ζητούμενο την ορθή ερμηνεία της φράσης “τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός”. Μια ιδιαιτερότητα της περίπτωσης, είναι ότι σύμφωνα με το αγγλικό δίκαιο, όπως και με το κυπριακό, το αστικό αδίκημα της δυσφήμισης δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα per se, χωρίς την ανάγκη να αποδειχθεί ζημία. Έτσι, ένα επιμέρους ερώτημα του House of Lords ήταν το κατά πόσο η φράση “ζημιογόνο γεγονός” περιλαμβάνει ένα γεγονός που δημιουργεί, κατά το εθνικό δίκαιο, αγώγιμο δικαίωμα χωρίς να αποδειχθεί ζημία.

Το Δ.Ε.Κ. απάντησε με αναφορά στην υπόθεση Mines de Potasse d’ Alsace [1976] ECR 1735, 1744-1748 όπου αποφασίστηκε ότι:

“where the place of the happening of the event which may give rise to liability in tort, delict or quasi-delict and the place where that event results in damage are not identical, the expression ´place where the harmful event occurred´ in art 5(3) of the convention must be understood as being intended to cover both the place where the damage occurred and the place of the event giving rise to it, so that the defendant may be sued, at the option of the plaintiff, either in the courts for the place where the damage occurred or in the courts for the place of the event which gives rise to and is at the origin of that damage.”

Το κριτήριο, σημειώνεται περαιτέρω, είναι κατά πόσο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης αποκαλύπτεται ένας ιδιαιτέρως στενός συνδετικός παράγοντας (“a particularly close connecting factor”) μεταξύ της επίδικης διαφοράς και του δικαστηρίου εκτός της κατοικίας του εναγομένου που να δικαιολογεί την απόδοση δικαιοδοσίας σε εκείνο το δικαστήριο για λόγους ορθής απονομής της δικαιοσύνης και αποτελεσματικής εκδίκασης.

Παρενθετικά απλώς σημειώνεται, ότι η ευχέρεια του ενάγοντα να επιλέξει την «ειδική δικαιοδοσία» του ΄Αρθρου 5.3 δεν πρέπει να αναγνωρίζεται με ευρύτητα που δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις για να μην εξουδετερώνεται τελικά ο γενικός κανόνας του ΄Αρθρου 2. ΄Ετσι, η έννοια της «ζημίας» δεν περιλαμβάνει επακόλουθη ή έμμεση ζημία (βλ. Marinari v. Lloyds Bank plc (Zubaidi Trading Co intervening (Case C-364/93) [1996] All ER (EC)84).

Επανερχόμενος στη Shevill, σημειώνω ότι το Δ.Ε.Κ. κατέληξε ως εξής σε σχέση με το συγκεκριμένο ζήτημα, δηλαδή ως προς την έννοια της «ζημίας» σε υποθέσεις διεθνούς λιβέλου:-

«33. …… on a proper construction of the expression ´place where the harmful event occurred´ in art 5(3) of the convention, the victim of a libel by a newspaper article distributed in several contracting states may bring an action for damages against the publisher either before the courts of the contracting state of the place where the publisher of the defamatory publication is established, which have jurisdiction to award damages for all the harm caused by the defamation, or before the courts of each contracting state in which the publication was distributed and where the victim claims to have suffered injury to his reputation, which have jurisdiction to rule solely in respect of the harm caused in the state of the court seised.»

Επιπρόσθετα, ως προς το εν λόγω επί μέρους ερώτημα σε σχέση με το αγγλικό ουσιαστικό δίκαιο, το Δ.Ε.Κ. αποφάσισε ότι η Σύμβαση δεν επηρεάζει ούτε σχετίζεται με το εθνικό ουσιαστικό δίκαιο και η έννοια του “ζημιογόνου γεγονότος” είναι εκείνη που αποδίδεται από το εθνικό δικαστήριο κατά την εφαρμογή του δικού του ουσιαστικού δικαίου. Ως εκ τούτου, το γεγονός ότι κατά το αγγλικό δίκαιο μια δυσφήμιση τεκμαίρεται ότι είναι ζημιογόνα, επαρκεί για να αναληφθεί η “ειδική δικαιοδοσία” του ΄Αρθρου 5.3 από το αγγλικό δικαστήριο, όταν ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι υπέστη βλάβη στην υπόληψη του στην Αγγλία.

Στην δική του απόφαση το House of Lords, μετά την απάντηση του Δ.Ε.Κ. στα παραπεμφθέντα ερωτήματα (Shevill and others v. Presse Alliance SA [1996] 3 All ER 929) διευκρίνισε έτι περαιτέρω ότι εφόσον οι ενάγοντες είχαν θέσει με τα δικόγραφα τους ζήτημα ζημίας στην υπόληψη τους στην Αγγλία, που προκλήθηκε από την κυκλοφορία της εφημερίδας στην Αγγλία, μπορούσαν να προσφύγουν στο Αγγλικό Δικαστήριο έστω και αν για τη ζημία θα ελάμβαναν τελικά, σε περίπτωση μη απόδειξης ουσιαστικής ζημίας, ονομαστικές αποζημιώσεις.

Εν προκειμένω, στη γενική οπισθογράφηση οι ενάγοντες όντως, όπως εισηγήθηκε η δικηγόρος του εναγομένου, δεν διευκρινίζουν κατά πόσο ζητούν αποζημίωση για βλάβη στην Κύπρο ή το εξωτερικό. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση τους, οι ενάγοντες αναφέρονται σε ζημία που προκαλεί η κυκλοφορία των ισχυρισμών στην Κύπρο όπου η έδρα και επαγγελματική τους δραστηριότητα. Προκύπτει ότι έχουν επιλέξει και περιοριστεί να απαιτήσουν αποζημιώσεις σε σχέση με την βλάβη της υπόληψης τους στην Κύπρο. Υπ’ αυτές τις περιστάσεις, η κατάληξη είναι πως στοιχειοθετούνται τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης (κυκλοφορία δυσφημιστικών ισχυρισμών και υπόληψη εναγόντων) στην Κύπρο, ώστε να μην είναι άδικο για τον αλλοδαπό εναγόμενο να εναχθεί στην Κύπρο.

Επιπρόσθετα ή και διαζευκτικά, θεωρώ ότι η Κύπρος είναι το καταλληλότερο forum. Εδώ διαδραματίστηκε η επίδικη ιστορία μετά από την επιλογή του εναγομένου να συμβληθεί και να αγοράσει κατοικία για εγκατάσταση του στην Κύπρο. Η αναφορά στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, η οποία κακώς προέρχεται από την δικηγόρο που χειρίστηκε την υπόθεση, ότι «οι λοιποί μάρτυρες προερχόμενοι από την Αγγλία θα αναγκαστούν να ταξιδέψουν στην Κύπρο» δεν εξηγείται και δεν έχει υπό τις περιστάσεις νόημα. Αντίθετα, εκείνο που προκύπτει είναι πως η μαρτυρία βρίσκεται στην Κύπρο και ουσιαστικό επίδικο θέμα είναι η υπόληψη των εναγόντων στην Κύπρο και η βλάβη της υπόληψης τους στην Κύπρο. Δεν είναι υπερβολικό να λεχθεί ότι ό,τι συνδέει την υπόθεση με την Αγγλία είναι μόνο η κατοικία του εναγομένου και ο ηλεκτρονικός του υπολογιστής.

Αλλ’ εν πάση περιπτώσει, τίθεται και το εξής ερώτημα, το οποίο αν και θα μπορούσε να είναι πρωταρχικό το άφησα στο τέλος επειδή δεν εγέρθηκε από τους ενάγοντες. Πρόκειται πράγματι για διεθνή λίβελο υπό την έννοια που εξετάστηκε στην υπόθεση Shevill; Δημοσιεύθηκε πράγματι αρχικά στην Αγγλία και δευτερευόντως κυκλοφόρησε στην Κύπρο όπως είναι η συνήθης περίπτωση λιβέλου δια του τύπου; Εν προκειμένω, πρόκειται για το διαδίκτυο.

Η δικηγόρος του εναγομένου στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ως μάρτυρας ότι «τα κατ’ ισχυρισμό δημοσιεύματα διατυπώθηκαν και τέθηκαν σε κυκλοφορία εντός ιστοσελίδων ή ιστοχώρων που δημιουργήθηκαν από τον εκδότη στον τόπο εγκατάστασης αυτού, ή και στην Αγγλία και ότι «ελλείπει η οποιαδήποτε κυκλοφορία των συγκεκριμένων διαδικτυακών δημοσιευμάτων στην Κύπρο». Ακολούθως υπό την ιδιότητα της ως δικηγόρος του εναγομένου εισηγήθηκε ότι «η πράξη εκδηλώθηκε για πρώτη φορά στην Αγγλία» και, αντίθετα με τα όσα ανέφερε ως μάρτυρας ότι «σε κάποιο στάδιο κυκλοφόρησε και στην Κύπρο η επίμαχη ιστοσελίδα».

Από την άλλη, στην ένορκη δήλωση των εναγόντων αναφέρεται ότι «τα δημοσιεύματα τίθενται σε κυκλοφορία στο διαδίκτυο και ως εκ τούτου η κυκλοφορία τους γίνεται καθημερινώς στην Κύπρο». Αυτή η μαρτυρία δίδει την σωστή διάσταση. Τα δημοσιεύματα δεν δημοσιεύονται στην Αγγλία, όπως λ.χ. ένα άρθρο σε αγγλική εφημερίδα, αλλά στον παγκόσμιο χώρο του διαδικτύου. Η διάκριση αυτή έχει τεθεί στην υπόθεση Berezovsky v. Michaels and others [2000] 2 All ER 986, 995 χωρίς όμως, ως μη αναγκαίο για την υπόθεση, να αποφασιστεί. Εν προκειμένω θα μπορούσε να λεχθεί ότι οι ισχυρισμοί του εναγομένου δημοσιεύονται και κυκλοφορούν κατά άμεσο τρόπο επί καθημερινής βάσης στην Κύπρο, έτσι ώστε να μην πρόκειται για διεθνή λίβελο υπό την έννοια που εξετάστηκε στη Shevill, αλλά για λίβελο που συνέβη κατά άμεσο τρόπο στην Κύπρο.

Τέλος, σημειώνονται τα ακόλουθα ως προς την εξουσία του δικαστηρίου να παρέμβει με διάταγμα σε «ξένη ιστοσελίδα»: Το ερώτημα είναι κατά πόσο το παρόν δικαστήριο αναλαμβάνοντας διεθνή δικαιοδοσία έχει και εξουσία να εκδώσει διάταγμα εναντίον του εναγομένου που έχει κατοικία στο εξωτερικό με το οποίο να εμποδίζεται να διαπράττει αστικό αδίκημα είτε στην Κύπρο, είτε στο εξωτερικό; Κατ’ αρχήν ένα διάταγμα, θεραπεία της επιείκειας που δίδεται στα πλαίσια διακριτικής ευχέρειας, δεν έχει νόημα να εκδοθεί αν δεν υπάρχει προοπτική εκτέλεσης του, είτε με ποινή, είτε με κατάσχεση περιουσίας. Το θέμα συζητήθηκε στην υπόθεση Board of Governors of the Hospital for Sick Children v. Walt Disney Productions Inc [1967] 1 All ER 1005, CA. Οι ενάγοντες ζήτησαν και πέτυχαν πρωτοδίκως διάταγμα με το οποίο εμποδιζόταν αλλοδαπή εταιρεία από του να προβαίνει σε περαιτέρω παραβίαση συμφωνίας. Δεν υπήρχε μαρτυρία ότι η εταιρεία είχε περιουσία στο Ηνωμένο Βασίλειο για σκοπούς εκτέλεσης του διατάγματος σε περίπτωση παρακοής. Ο Lord Denning, MR ανέφερε τα εξής:

“…. The defendant is a company incorporated in California and sought to say that on that account the court should not grant an injunction against it. I cannot accept this contention. It is admitted that the court can make a declaration: and, if this is so, I do not see why the court should not grant an injunction. An injunction is a remedy granted in personam. Even though the defendant is a company abroad, an injunction can be granted so as to stop its agents from doing acts in breach of contract either here or abroad. If they disobey the injunction, it can be enforced by sequestration against its assets here. There is no evidence that it has any assets here today: but that does not matter. It may have assets here tomorrow.”

Ο Salmon LJ ανέφερε τα ακόλουθα:

“In a case such as the present, an injunction is normally granted if it appears that the breach of contract may be repeated … It was further argued on the defentant΄s behalf that since it is a company incorporated and situated in the USA, it would be contrary to the comity of nations for the courts of this country to grant an injunction. I cannot accept this argument, nor indeed understand how, in the circumstances of this case, it can have any foundation. I have no doubt at all but that, if this action had been brought in the courts of the USA, they would have recognised that the defendant ought to be subjected to an injunction and would have granted it with no less hesitation than did the judge.”

Εν προκειμένω ο εναγόμενος έχει τέτοιους δεσμούς με την Κύπρο ώστε να μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει εύλογη προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, να εκτελεστεί τυχόν διάταγμα στην Κύπρο. ΄Αλλωστε, ο Κανονισμός 44/2001 προβλέπει και ρυθμίζει την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων μεταξύ των κρατών μελών οποιαδήποτε κι αν είναι η ονομασία της απόφασης (απόφαση, διαταγή, διαταγή εκτέλεσης).

Για όλους τους παραπάνω λόγους, η εισήγηση για έλλειψη δικαιοδοσίας δεν ευσταθεί. Η αίτηση του εναγομένου, αν δεν ήταν το ζήτημα της κατάχρησης, θα είχε αποτύχει.

΄Ενα τελευταίο ζήτημα: Προκύπτει από όσα έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου, ότι ο εναγόμενος έχει «κατασκοπικά» μαγνητοφωνήσει τηλεφωνικές του συνδιαλέξεις με τον διευθυντή των εναγόντων εν αγνοία του τελευταίου τις οποίες κυκλοφορεί και στο διαδίκτυο. Τέτοια φαινόμενα που αναδεικνύουν τη «σκοτεινή πλευρά» της τεχνολογίας προκαλούν ανησυχία. Το απόρρητο της επικοινωνίας διασφαλίζεται από το Σύνταγμα (Άρθρο 17) με τους περιορισμούς που το Σύνταγμα επιτρέπει (΄Αρθρο 17.2). Κάθε άνθρωπος έχει το ελεύθερο της επικοινωνίας και το αδιαπέραστο της ιδιωτικής του ζωής όπως έχει υποδειχθεί στην Γιάλλουρος v. Νικολάου (2001) 1 Α.Α.Δ. 558, όπου αναγνωρίστηκε ότι παραβίαση ατομικών δικαιωμάτων και ειδικά η παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων δημιουργεί απευθείας εκ του Συντάγματος αγώγιμο δικαίωμα. Παράλληλα δε, πρόκειται για ποινικό αδίκημα (άρθρο 136 ΠΚ σε συνδυασμό με το ΄Αρθρο 17 Συντ., Αστυνομία v. Γιάλλουρου (1992) 2 Α.Α.Δ. 147). Η εν αγνοία του άλλου μαγνητοφώνηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων και η δημοσιοποίηση τους χωρίς συγκατάθεση στο διαδίκτυο, δεν συνιστά παραβίαση του δικαιώματος για απόρρητη και ελεύθερη επικοινωνία και ποινικό αδίκημα; Το ερώτημα δεν τίθεται για να απαντηθεί τώρα. Τίθεται γιατί θεωρώ σκόπιμο να κοινοποιηθεί η παρούσα στον έντιμο Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για περαιτέρω, κατά την κρίση του, διερεύνηση ποινικής ευθύνης.

Η αγωγή απορρίπτεται ως καταχρηστική με έξοδα υπέρ του εναγομένου στα οποία να μην περιλαμβάνονται τα έξοδα της αίτησης για αναστολή ή παραμερισμό, όπως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο. Συνακόλουθα, απορρίπτεται και η αίτηση για συντηρητικό διάταγμα που θα επρόκειτο να ακουστεί σήμερα αν δεν διαπιστωνόταν κατάχρηση με έξοδα υπέρ του εναγομένου και εναντίον των εναγόντων, με τους ίδιες οδηγίες. Ας σημειωθεί ότι οι ενάγοντες ζητώντας συντηρητικό διάταγμα δεν θα είχαν να αντιμετωπίσουν μόνο τη δυσχέρεια με την οποία δίδονται ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα σε υποθέσεις λιβέλου όταν ο εναγόμενος επικαλείται την αλήθεια των ισχυρισμών του (Bonnard v. Perryman [1891-4] All ER Rep. 965) αλλά θα είχαν και το βάρος να εξηγήσουν την καθυστέρηση. Εφόσον οι ίδιες ουσιαστικά διαφορές θα εκδικαστούν στην αγωγή 365/06, οι διαταγές για έξοδα αναστέλλονται μέχρι την περάτωση εκείνης της αγωγής.

(Υπ.)………………………..
Τ. Θ. Οικονόμου, Π.Ε.Δ.

[1] Επρόκειτο για το ΄Αρθρο 5.3 της προϊσχύσασας Συνθήκης των Βρυξελών του 1968 που αντικαταστάθηκε από τον Κανονισμό 41/2001, αλλά η πρόνοια αυτή παρέμεινε η ίδια.
Source

Attorney General: 2nd assault: 23-01-2008

Your ref.: Our ref.: O.9-146/2007
Date: 23 January 2008

The Honourable Attorney General
Attorney General’s Office
Nicosia

By fax and by hand”

Dear Attorney General,

Re: ASSAULT OF CORNELIUS DESMOND O’DWYER – G.E. 93/1984/123 + G.E. 9/52/427

I hereby refer to the above matter and, further to our previous correspondence, our client has once again been assaulted by Messrs. Karayiannas.

The matter has taken on very serious dimensions, and is having a snowball effect due the reactions of various organised groups, both in Cyprus as well as abroad, in such a manner that it is having a negative effect on Cyprus’ good name.

I wish to remind you that the assault of my client is connected to the purchase of a property which he himself made from Messrs. Karayiannas, with the aim of him and his family settling on our island.

Furthermore, charges have been brought before you with regard to the sale of the above property by Messrs. Karayiannas to a third party, in breach of Article 303 (A) of the Penal Code, according to which, when someone negotiates the sale of a property that belongs to another person, this constitutes a crime and it is also punishable by up to 7 years’ imprisonment. According to our file, this case is being dealt with by Mrs Paulina Evthyvoulou from your office.

To his surprise, on 21/1/2008, my client received a telephone call on his mobile from Police Officer Thanasis, from the Paralimni C.I.D., who informed him that there is no pending criminal case against Messrs. Karayiannas with regard to this matter. The aforesaid Police Officer mentioned to my client that he had been instructed to call and notify him by his Superior Officer, Mr Kapnoullas.

I believe that this matter as a whole is very serious and all necessary drastic measures should be taken against all those who have committed crimes in the relation to the purchase of the aforesaid property and the assault on the aforesaid Buyer (my client) so that no false impressions are given abroad, particularly in England, a market upon which we rely both for our tourism as well as for the sale of property.

I think that it is important for us to arrange a meeting together immediately so that I can explain to you the seriousness of the matter in more detail and to what extent there have been reactions abroad. I am willing to provide any assistance so that this matter may be regarded as an isolated incident so that faith will be restored in our island with regard to the proper administration of justice and the fact that it is safe for someone to buy a property in Cyprus.

Yours faithfully,

Yiannos G. Georgiades
Advocate & Legal Consultant

Cc:

Minister of Trade / Industry & Tourism
Mr Antonis Michaelides

Minister of Internal Affairs
Mr Christos Patsalides

Minister of Justice & Public Order
Mr Sophocles Sophocleous